Υπάρχουν δύο διαστάσεις της Κύπρου που αυτή την εβδομάδα συνυπήρξαν με τρόπο σχεδόν σουρεαλιστικό. Η πρώτη παρουσιάστηκε από τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη στο βήμα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών. Μια Κύπρος προσηλωμένη στο διεθνές δίκαιο, στη συνεργασία, στην ειρήνη και στην επανένωση. Η δεύτερη εκτυλίχθηκε στη Λευκωσία. Μια Κύπρος που εξακολουθεί να διαπραγματεύεται το άνοιγμα οδοφραγμάτων και στην οποία η συμμετοχή ενός Τουρκοκύπριου δημάρχου σε μια εκδήλωση ειρήνης προκάλεσε πολιτική αντιπαράθεση και την αποχώρηση δύο δημάρχων.
Στη Νέα Υόρκη, ο Νίκος Χριστοδουλίδης απάντησε στον Ταγίπ Ερντογάν, επικαλούμενος το διεθνές δίκαιο και καταγγέλλοντας την αντίφαση ανάμεσα στις δηλώσεις του Τούρκου Προέδρου και στη συνεχιζόμενη κατοχή της Κύπρου. Επανέλαβε τη δέσμευσή του στη διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία και κάλεσε την Τουρκία να επιτρέψει ουσιαστικές διαπραγματεύσεις. Όμως τι επιδιώκει ο Νίκος Χριστοδουλίδης να επιτύχει με αυτή την αντιπαράθεση; Και πώς εντάσσεται στη συνολική διαπραγματευτική στρατηγική;
Δεν ξέρω κατά πόσο το έχει αντιληφθεί ο κ. Χριστοδουλίδης, αλλά μια ομιλία δεν μπορεί, από μόνη της, να μεταβάλει τις τουρκικές θέσεις ή να υποκαταστήσει τη διαπραγμάτευση. Και πλέον έχουν κουράσει οι εξαγγελίες χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα. Ο Χριστοδουλίδης συναντήθηκε με τον Γκουτέρες και παρουσίασε νέες προτάσεις για την ουσία του Κυπριακού, τη μεθοδολογία και τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Δήλωσε ότι ο Γενικός Γραμματέας τις αντιμετώπισε θετικά και ότι εξετάζεται το ενδεχόμενο τριμερούς συνάντησης. Ωστόσο, μέχρι σήμερα Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου, που γράφεται αυτό το άρθρο, δεν έχει ανακοινωθεί καμία συμφωνία για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων.
Την ίδια ώρα που ο Πρόεδρος υποτίθεται πασχίζει να πείσει τη διεθνή κοινότητα για την πρόθεση της ελληνοκυπριακής πλευράς για διαπραγμάτευση και επίλυση του Κυπριακού, στην καθημερινή πολιτική πρακτική η κυβέρνηση πράττει ακριβώς το αντίθετο. Συγκεκριμένα, στο Cyprus Forum o Χαράλαμπος Προύντζος και ο Μεχμέτ Χαρμαντζί επρόκειτο να απονείμουν από κοινού το Βραβείο Ειρήνης και Δημοκρατίας, συνεχίζοντας μια συνεργασία των δύο προηγούμενων ετών. Το ΕΛΑΜ απαίτησε την ανάκληση της πρόσκλησης προς τον Χαρμαντζί. Οι διοργανωτές δεν αποδέχθηκαν το αίτημα, αλλά άλλαξαν την προσφώνησή του. Ο Χαρμαντζί αποσύρθηκε και ο Προύντζος ακολούθησε, σε ένδειξη αλληλεγγύης. Σύμφωνα με μεταγενέστερη δήλωση του εκτελεστικού προέδρου του Cyprus Forum, η αλλαγή έγινε έπειτα από αιτήματα αξιωματούχων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ποιοι είναι, λοιπόν, αυτοί οι αξιωματούχοι της Κυπριακής Δημοκρατίας που δηλητηριάζουν το κλίμα; Ποιοι ζήτησαν την αλλαγή; Γιατί θεωρήθηκε αναγκαία μια τέτοια παρέμβαση; Οι απαντήσεις έχουν σημασία, διότι η διαχείριση μιας δικοινοτικής πρωτοβουλίας δεν είναι άσχετη με την πολιτική οικοδόμησης εμπιστοσύνης.
Μπορεί η Κυπριακή Δημοκρατία να έχει θεμιτό συμφέρον να προστατεύει τη διεθνή νομική της υπόσταση. Η προστασία αυτή, όμως, χρειάζεται να συμβαδίζει με μια συνεπή πολιτική υποστήριξης των επαφών ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Από πού και ως πού το ΕΛΑΜ απέκτησε τέτοια δικαιώματα; Ας μην ξεχνάμε ποια είναι η ιστορική σχέση του ΕΛΑΜ με τους φονιάδες της Χρυσής Αυγής. Καθώς επίσης και το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας έχει, επιπλέον, συνδέσει μέρος της αύξησης της ξενοφοβικής ρητορικής στην Κύπρο με την επιρροή του ΕΛΑΜ στα υπόλοιπα πολιτικά κόμματα. Από την άλλη, ποια είναι στ' αλήθεια η σχέση του Προεδρικού με το ΕΛΑΜ; Πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις τους στην πράξη και κατά πόσο η πολιτική υποστήριξη ή οι δημόσιες παρεμβάσεις του ΕΛΑΜ επηρεάζουν συγκεκριμένες κυβερνητικές επιλογές;
Το Cyprus Forum αποτελεί μια ευκαιρία να δοθούν τεκμηριωμένες απαντήσεις. Εκείνο, όμως, που αναδεικνύεται από τα γεγονότα της εβδομάδας είναι η ανάγκη συνέπειας. Ο Πρόεδρος επικαλείται διεθνώς τη συνεργασία, τον διάλογο και την επανένωση. Η κυβέρνησή του καλείται να δείξει πώς οι ίδιες αρχές εφαρμόζονται όταν προκύπτουν πολιτικές αντιδράσεις στο εσωτερικό. Και η συνέπεια αυτή δεν μπορεί να αποτιμηθεί αποκλειστικά με βάση τις δηλώσεις καλών προθέσεων. Μπορεί να αποτιμηθεί από τη διαφάνεια στις κυβερνητικές αποφάσεις, από τις πρωτοβουλίες για την άρση των εμποδίων στις διελεύσεις, από τη στήριξη της δικοινοτικής συνεργασίας και από τη δυνατότητα να επιτευχθούν συγκεκριμένες συμφωνίες στο Κυπριακό.
Η εικόνα δύο δημάρχων που αποχωρούν από μια εκδήλωση ειρήνης την ίδια εβδομάδα που ο Πρόεδρος μιλά στον ΟΗΕ για την επανένωση, συμπυκνώνει αυτή την αντίφαση. Αναδεικνύεται, όμως, η ανάγκη να εξηγήσει πώς διαχειρίζεται τις πολιτικές πιέσεις και πώς διασφαλίζει ότι οι καθημερινές της αποφάσεις υπηρετούν τον ίδιο στόχο. Για μια μικρή χώρα, η διεθνής αξιοπιστία στηρίζεται τόσο στις αρχές που υπερασπίζεται όσο και στη συνέπεια με την οποία τις εφαρμόζει. Οι ομιλίες στον ΟΗΕ είναι μία πλευρά της διπλωματίας. Η πολιτική πράξη στη Λευκωσία είναι η άλλη.
Το ουσιαστικό ερώτημα παραμένει για την κυβέρνηση Χριστοδουλίδη. Πώς θα μετατρέψει τις επανειλημμένες διακηρύξεις για επανένωση σε μετρήσιμη πρόοδο; Και η απάντηση δεν βρίσκεται σε ακόμη μία ανακοίνωση αισιοδοξίας. Βρίσκεται στα αποτελέσματα που θα μπορεί να διαπιστώσει η ίδια η κοινωνία.






