Όλοι οι νοήμονες και δημοκρατικοί άνθρωποι σέβονται το περιβάλλον. Όχι επειδή είναι της μόδας, ούτε επειδή το επιβάλλει κάποια ευρωπαϊκή οδηγία, αλλά για έναν πολύ απλούστερο λόγο. Το περιβάλλον είναι η ίδια η ζωή μας. Είναι το νερό που πίνουμε, ο αέρας που αναπνέουμε, η γη που καλλιεργούμε, οι πόλεις στις οποίες μεγαλώνουν τα παιδιά μας. Ακριβώς γι’ αυτό ο περιβαλλοντισμός είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να αφεθεί στον δογματισμό.
Ο ακτιβισμός
Ο ακτιβισμός είναι αναγκαίος. Χωρίς ακτιβισμό πολλά εγκλήματα σε βάρος της φύσης θα περνούσαν απαρατήρητα. Χωρίς περιβαλλοντικές οργανώσεις, δημοσιογράφους και ενεργούς πολίτες, πιθανότατα θα είχαμε περισσότερα αυθαίρετα έργα, μεγαλύτερη καταστροφή οικοτόπων και ακόμη λιγότερο έλεγχο στις αποφάσεις του κράτους. Άλλο όμως ακτιβισμός και άλλο η αντίληψη ότι κάθε δρόμος είναι καταστροφή, κάθε ανάπτυξη ύποπτη, κάθε κοπή δέντρου έγκλημα και κάθε συμβιβασμός προδοσία της φύσης.
Στην Κύπρο, η πολιτική οικολογία ταυτίστηκε για πολλά χρόνια σε μεγάλο βαθμό με την προσωπικότητα του Γιώργου Περδίκη. Ο ίδιος δεν περιόρισε ποτέ την οικολογία στα δέντρα, στις παραλίες και στα σκουπίδια. Συνέδεσε ευθέως την πολιτική οικολογία ακόμη και με το Κυπριακό, γράφοντας ότι η Κύπρος αποτελεί «μία ενιαία οικονομία, κοινωνία και οικοσύστημα» και εκφράζοντας παράλληλα τις γνωστές επιφυλάξεις του για τη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία.
Αυτό ακριβώς δείχνει και την αντίφαση. Διότι, αν υπάρχει ένα ζήτημα που θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται πραγματικά ως παγκύπριο οικολογικό πρόβλημα, αυτό είναι το Κυπριακό. Τα νερά δεν σταματούν στα οδοφράγματα. Οι πυρκαγιές δεν αναγνωρίζουν νεκρές ζώνες. Τα πουλιά δεν παρουσιάζουν διαβατήριο. Οι υπόγειοι υδροφορείς, η διάβρωση, η ερημοποίηση, οι καλλιέργειες, η ρύπανση και η κλιματική αλλαγή αφορούν ολόκληρο το νησί.
Η ίδια η Κυπριακή Δημοκρατία αναγνωρίζει σήμερα ότι η Κύπρος είναι ιδιαίτερα ευάλωτη στην κλιματική αλλαγή, κυρίως στα θέματα νερού, διάβρωσης των ακτών, υποδομών και τουρισμού. Αυτή είναι η μεγάλη εικόνα.
Και εδώ ίσως βρίσκεται η σημαντικότερη διαφορά ανάμεσα στην πολιτική οικολογία και στην οικολογία της καθημερινής καταγγελίας. Ο Χαράλαμπος Θεοπέμπτου υπήρξε από εκείνους που επιχείρησαν συστηματικά να ανοίξουν αυτή τη συζήτηση: χρήση γης, νερό, απόβλητα, ενέργεια, ποιότητα αέρα, βιώσιμες μεταφορές, κλιματική κρίση. Δηλαδή οικολογία ως δημόσια πολιτική και όχι απλώς ως αντίδραση στη λύση του Κυπριακού αλλα και στο επόμενο δέντρο που πρόκειται να κοπεί.
Η Κυριάκου Μάτση
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της λεωφόρου Κυριάκου Μάτση. Όταν άρχισε η ανάπλαση δημιουργήθηκε ένταση γύρω από τα δέντρα. Κι όμως, σύμφωνα με τον ίδιο τον Δήμο Λευκωσίας, βασική πρόνοια του έργου ήταν να σωθούν όσο το δυνατόν περισσότερα υφιστάμενα δέντρα, ενώ φυτεύτηκαν περίπου 90 νέα ώριμα δέντρα. Παράλληλα έγιναν νέα πεζοδρόμια, διαβάσεις, υποδομές για ΑμεΑ, στάσεις λεωφορείων, υπογειοποίηση υπηρεσιών και συνολική αναβάθμιση του δρόμου. Αν επικρατούσε η λογική ότι δεν επιτρέπεται να αγγιχτεί ούτε ένας κορμός, η ανάπλαση θα ήταν πρακτικά αδύνατη. Κάπου εδώ βρίσκεται η ουσία, ότι δηλαδή η οικολογία δεν μπορεί να σημαίνει ακινησία. Το ίδιο ισχύει για τον Ακάμα. Προφανώς ο Ακάμας πρέπει να προστατευθεί. Και προφανώς υπήρξαν σοβαροί λόγοι για τους οποίους περιβαλλοντικές οργανώσεις αντέδρασαν σε συγκεκριμένες εργασίες. Επίσημα έγγραφα αναφέρονται σε καταγγελίες για διαπλατύνσεις δρόμων, επιχωματώσεις και εργασίες για τις οποίες τέθηκαν ζητήματα τήρησης των προβλεπόμενων περιβαλλοντικών διαδικασιών. Δυστυχώς αυτές ήταν το πρόσχημα για μια νέα μεγάλη περίοδο ακινησίας, που στην πράξη εμπεδώνει στο μέσο κύπριο Πολίτη την λανθασμένη αντίληψη ότι προστατευόμενη περιοχή σημαίνει κατ’ ανάγκην κακοτράχαλος δρόμος, ελάχιστη πρόσβαση και απουσία στοιχειωδών οργανωμένων υποδομών, επειδή έτσι υπάρχει τεράστια απόσταση.
Ο σωστά οργανωμένος δρόμος δεν είναι εξ ορισμού εχθρός της φύσης. Ένα οργανωμένο σημείο στάσης, με νερό, τουαλέτες, κάδους και έλεγχο, μπορεί να προστατεύει περισσότερο ένα τοπίο από μια ανεξέλεγκτη κατάσταση στην οποία ο καθένας φτάνει όπου θέλει με το αυτοκίνητο, σταθμεύει όπου βρει και αφήνει πίσω του σκουπίδια. Προστασία δεν σημαίνει εγκατάλειψη.
Θέλουμε πράσινη ενέργεια, αλλά πού;
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η συζήτηση για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Όλοι ζητούμε πράσινη μετάβαση. Όταν όμως φτάνει η στιγμή να χωροθετηθούν φωτοβολταϊκά ή ανεμογεννήτριες, ξεσπούν νέες αντιδράσεις. Οι Οικολόγοι, για παράδειγμα, αντιτάχθηκαν σε μεγάλα φωτοβολταϊκά έργα επικαλούμενοι περιβαλλοντικές επιπτώσεις και απώλεια αγροτικής γης, υποστηρίζοντας ότι τα φωτοβολταϊκά πρέπει κατά προτεραιότητα να τοποθετούνται στις στέγες. Οι ενστάσεις μπορεί σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να είναι βάσιμες. Ένα φωτοβολταϊκό πάρκο που καταστρέφει δάσος δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε οικολογικό επειδή παράγει καθαρή ενέργεια, αλλά κάποτε πρέπει να απαντήσουμε και στο επόμενο ερώτημα δηλαδή πού ακριβώς θέλουμε να παράγεται η πράσινη ενέργεια;
Δεν μπορεί να λέμε όχι στα ορυκτά καύσιμα, όχι στα φωτοβολταϊκά στην ύπαιθρο, όχι στις ανεμογεννήτριες κοντά σε κοινότητες, όχι στα δίκτυα μεταφοράς και ύστερα να διερωτόμαστε γιατί η ενεργειακή μετάβαση καθυστερεί.
Η λύση δεν είναι η κατάργηση των περιβαλλοντικών ελέγχων. Είναι ο σοβαρός χωροταξικός σχεδιασμός ώστε να ξέρει εκ των προτέρων η κοινωνία πού μπορούν και πού δεν μπορούν να γίνουν τέτοια έργα.
Αμπελοπούλια και πέρδικες
Ανάλογη σύγχυση υπάρχει και στο κυνήγι. Στην Κύπρο η παγίδευση των λεγόμενων αμπελοπουλιών είναι παράνομη, ενώ για άλλα είδη υπάρχουν νόμιμες κυνηγετικές περίοδοι και συγκεκριμένα όρια κάρπωσης. Για την πέρδικα και τη φραγκολίνα, για παράδειγμα, καθορίζονται όρια ανά κυνηγό, ενώ το κυνήγι του τρυγονιού υπόκειται σε συνολικό όριο κάρπωσης. Επιστημονικά, βεβαίως, υπάρχουν λόγοι για διαφορετική μεταχείριση των ειδών. Πολιτικά όμως υπάρχει ένα πρόβλημα όταν οι κανόνες παρουσιάζονται στην κοινωνία ως ηθικά αξιώματα αντί να εξηγούνται με στοιχεία για τους πληθυσμούς, την αναπαραγωγή και τη διατήρηση κάθε είδους. Η οικολογία χρειάζεται επιστήμη. Όχι θρησκευτική πίστη. Και κυρίως χρειάζεται αναλογικότητα.
Δεν μπορεί ένα σύγχρονο κράτος να αντιμετωπίζει την ανάπτυξη ως εξ ορισμού απειλή, ούτε όμως και το περιβάλλον ως ενοχλητικό εμπόδιο που παραμερίζεται μόλις εμφανιστεί ένας επενδυτής.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η πολιτική μετατρέπεται σε ανταγωνισμό απόλυτων βεβαιοτήτων. Όταν από τη μία η ταυτότητα, η ασφάλεια και το εθνικό ζήτημα παρουσιάζονται με απλουστευτικά συνθήματα και από την άλλη η οικολογία μετατρέπεται σε έναν ατελείωτο κατάλογο απαγορεύσεων, η κοινωνία δεν αποκτά λύσεις. Αποκτά στρατόπεδα.
Σε αυτό ακριβώς το πεδίο συναντώνται, παρά τις τεράστιες ιδεολογικές διαφορές τους, διαφορετικές μορφές πολιτικού μαξιμαλισμού.
Η απάντηση στις σκληρές εθνικιστικές προσεγγίσεις που εκφράζονται στον δημόσιο χώρο, μεταξύ άλλων και από το ΕΛΑΜ, δεν μπορεί να είναι ένας εξίσου απόλυτος «πράσινος» λόγος. Ούτε η μία πολιτική ταυτότητα εξουδετερώνεται με την κατασκευή της αντίθετης.
Η οικολογία πρέπει να μετρά αποτελέσματα
Η Κύπρος χρειάζεται οικολογία που να μετρά αποτελέσματα. Περισσότερα δέντρα, αλλά και καλύτερους δρόμους. Προστατευμένο Ακάμα, αλλά και οργανωμένη πρόσβαση. Περισσότερες ανανεώσιμες πηγές, αλλά με σωστή χωροθέτηση. Προστασία των πτηνών, αλλά με κανόνες που στηρίζονται στην επιστήμη. Προστασία των ακτών, αλλά χωρίς να θεωρούμε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα εχθρική προς τη φύση.
Και πάνω απ’ όλα χρειάζεται να αντιληφθούμε ότι το μεγαλύτερο οικολογικό πρόβλημα της Κύπρου δεν είναι ένα δέντρο που κόπηκε σε μια λεωφόρο. Είναι ένα νησί μικρό, άνυδρο, θερμότερο χρόνο με τον χρόνο, διαιρεμένο πολιτικά αλλά ενιαίο οικολογικά, το οποίο εξακολουθεί να σχεδιάζει το νερό, την ενέργεια, τις πόλεις, τις μεταφορές και τη χρήση γης σαν να πρόκειται για πέντε διαφορετικές χώρες. Αν η πολιτική οικολογία θέλει να είναι πραγματικά χρήσιμη, εκεί βρίσκεται η μεγάλη της μάχη.






