Τα συμπεράσματα της ειδικής παιδαγωγού Στέλλας Κωνσταντίνου Αλλαγιώτου για άσκηση σωματικής και ψυχολογικής βίας στον Στυλιανό από το οικογενειακό του περιβάλλον αμφισβητήθηκαν κατά τη σημερινή αντεξέτασή της ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
Οι δικηγόροι του πατέρα του Στυλιανού, Κωνσταντίνου Καζαντζή, και της τρίτης κατηγορούμενης, λειτουργού των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, Βίκτωρα Ακάμα, υποστήριξαν ότι οι εκτιμήσεις της μάρτυρος δεν βασίζονταν σε άμεση αναφορά του παιδιού και ότι δεν έλαβε τα προβλεπόμενα μέτρα προστασίας του.
Η κ. Αλλαγιώτου, η οποία ήταν ειδική παιδαγωγός του Στυλιανού στην προδημοτική και την Α’ δημοτικού, διαφώνησε. Όπως ανέφερε, τα συμπεράσματά της βασίζονταν στη συμπεριφορά του παιδιού, στις επανειλημμένες αναφορές του προς την ίδια και σε όσα διαπίστωσε κατά την επαφή της μαζί του.
Κατά την αντεξέταση από τον κ. Καζαντζή, η μάρτυρας συμφώνησε ότι η εκπαιδευτική αξιολόγηση που είχε διενεργήσει δεν περιείχε διάγνωση της ψυχολογικής κατάστασης του παιδιού. Διευκρίνισε ότι επρόκειτο για «καθαρά εκπαιδευτική αξιολόγηση» και ότι δεν μπορούσε να προχωρήσει σε διάγνωση.
Για την εισήγησή της να εξεταστεί ο Στυλιανός από παιδονευρολόγο ώστε να αποκλειστεί η ΔΕΠΥ, είπε ότι το παιδί ήταν υπερκινητικό και είχε μικρό χρόνο παρατηρητικότητας. Πρόσθεσε ότι δεν γνώριζε αν τελικά εξετάστηκε ή αν αποκλείστηκε η ΔΕΠΥ.
Η ίδια επιβεβαίωσε ότι είχε εισηγηθεί την αναστολή της φοίτησης του παιδιού στην προδημοτική, κρίνοντας ότι δεν ήταν έτοιμο να φοιτήσει στο δημοτικό. Σύμφωνα με την ίδια, ένας ακόμη χρόνος ειδικής εκπαίδευσης θα του έδινε τη δυνατότητα να προετοιμαστεί καλύτερα και «ενδεχομένως να ηρεμούσε και συναισθηματικά».
Ο κ. Καζαντζής αναφέρθηκε και σε περιστατικό που η μάρτυρας περιέγραψε κατά την κυρίως εξέτασή της, σύμφωνα με το οποίο κάθε Δευτέρα πρωί έπρεπε να πλένει το πρόσωπο και τα χέρια του Στυλιανού, επειδή πήγαινε στο σχολείο λερωμένος. Η μάρτυρας αναγνώρισε ότι δεν είχε αναφέρει το περιστατικό στην κατάθεσή της το 2020, λέγοντας ότι της διέφυγε, επέμεινε όμως ότι συνέβαινε.
Για την κοινωνικοποίηση του παιδιού, ανέφερε ότι άλλα παιδιά δεν ήθελαν να παίζουν μαζί του και έλεγαν μπροστά του πως δεν ήθελαν να κάτσουν κοντά του επειδή «μυρίζει άσχημα». Σε υποβολή ότι οι εκπαιδευτικοί θα έπρεπε να μιλήσουν στα παιδιά, τα οποία, σύμφωνα με τον δικηγόρο, ασκούσαν bullying στον Στυλιανό, η μάρτυρας απάντησε ότι δεν επρόκειτο για bullying, αλλά για άρνηση των παιδιών να παίξουν μαζί του, ενώ οι εκπαιδευτικοί δεν μπορούσαν να τα εξαναγκάσουν.
Ο κ. Καζαντζής υποστήριξε ότι ο θυμός του Στυλιανού μπορεί να οφειλόταν στις μαθησιακές δυσκολίες και στην απόρριψη από τα άλλα παιδιά και όχι στο οικογενειακό του περιβάλλον. «Αυτό είναι δικό σας συμπέρασμα», απάντησε η μάρτυρας.
Μεγάλο μέρος της αντεξέτασης αφορούσε τις επανειλημμένες αναφορές που, σύμφωνα με την ίδια, έκανε ο Στυλιανός για τον πατέρα του. Η μάρτυρας ανέφερε ότι το παιδί έλεγε πως, όταν μεγαλώσει, θα σκοτώσει τον πατέρα του και θα τον «σφάξει όπως σφάζει τες τσούρες», αν εκείνος έκανε ξανά τη μητέρα του να κλαίει, συνοδεύοντας τα λόγια του με κίνηση στον λαιμό.
Η κ. Αλλαγιώτου συμφώνησε ότι ο Στυλιανός δεν της είχε μιλήσει ποτέ ευθέως για άσκηση βίας από τον πατέρα του. Επέμεινε, ωστόσο, ότι μέσα από τις συζητήσεις μαζί του και τη συμπεριφορά του είχε αντιληφθεί ενδείξεις ψυχολογικής και σωματικής βίας. Για τις αναφορές του παιδιού ότι θα σκοτώσει τον πατέρα του, είπε: «Μου τα έλεγε ξανά και ξανά μέσα σε ένα χρόνο. Δεν μπορούσα να τα αγνοήσω, έπρεπε να τα αναφέρω».
Η μάρτυρας εξήγησε επίσης ότι, όταν μιλούσε για διαθέσιμους πόρους και για απροθυμία του πατέρα να συνεργαστεί και να λάβει βοήθεια και οικονομική στήριξη, αναφερόταν και σε πρόταση προσωρινής μετακίνησης της οικογένειας σε άλλο σπίτι μέχρι να καταστεί κατοικήσιμο το δικό της. Η πρόταση, όπως είπε, δεν έγινε αποδεκτή.
Ο κ. Καζαντζής υποστήριξε ότι η άρνηση κάποιου να αποδεχθεί όσα του καταλογίζονται δεν σημαίνει ότι είναι απρόθυμος να συνεργαστεί και ότι τα συμπεράσματα της μάρτυρος για σύνδεση της συμπεριφοράς του παιδιού με τα βιώματά του στο σπίτι ήταν αυθαίρετα, αφού δεν είχε διαπιστωθεί αν ο Στυλιανός είχε ΔΕΠΥ.
Η μάρτυρας απάντησε ότι το παιδί συμπεριφερόταν με βάση όσα έβλεπε στο σπίτι, «σαν καθρέφτης», καθώς, όπως εξήγησε, ένα παιδί έξι ετών δεν μπορεί να φιλτράρει αν μια συμπεριφορά που βιώνει είναι καλή ή κακή.
Στη συνέχεια, ο κ. Ακάμας επικεντρώθηκε στις πολυθεματικές συναντήσεις και στις διαδικασίες αναφοράς και ενημέρωσης των αρμόδιων υπηρεσιών. Υπέβαλε ότι ο Στυλιανός δεν είχε πει στη μάρτυρα όσα εκείνη ανέφερε στην κατάθεση και την ένορκη μαρτυρία της. «Επιμένω στην κατάθεσή μου και στη μαρτυρία μου. Για να τα καταθέτω σημαίνει μου τα είπε», απάντησε.
Η μάρτυρας ανέφερε ότι σε πολυθεματική συνάντηση στις 10 Φεβρουαρίου 2011 είχε πει πως ο Στυλιανός είχε πάει ένα πρωί στο σχολείο με «αίμα πηχτό» στο κεφάλι, χρησιμοποιούσε αισχρολογίες, ο πατέρας του τον έβαζε να βλέπει να σφάζει κατσίκια και είχε δει σκυλιά να τρώνε ζωντανά ζώα στη φάρμα. Επιβεβαίωσε, μετά από σχετική υποβολή, ότι στους στόχους της συγκεκριμένης συνάντησης δεν περιλαμβανόταν η ενημέρωση των ΥΚΕ.
Για τις υπόλοιπες πολυθεματικές συναντήσεις, εξήγησε ότι δεν επαναλάμβανε ζητήματα βίας που είχαν ήδη αναφερθεί από άλλους συναδέλφους, θεωρώντας ότι είχαν ήδη τεθεί προς συζήτηση.
Ο κ. Ακάμας αναφέρθηκε στο εγχειρίδιο του Υπουργείου Παιδείας που ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο για τις ομάδες πρόληψης και αντιμετώπισης της βίας στην οικογένεια, καθώς και στις προβλέψεις για αναφορά περιστατικών και τήρηση γραπτών σημειώσεων από τους εκπαιδευτικούς. Η μάρτυρας είπε ότι δεν ήταν μέλος της ομάδας πρόληψης και αντιμετώπισης του σχολείου και ότι τα περιστατικά που περιέρχονταν στην αντίληψη των εκπαιδευτικών αναφέρονταν στην ομάδα, η οποία ήταν αρμόδια να τα χειριστεί περαιτέρω.
Σε ερώτηση για το αν έκανε γραπτή αναφορά σχετικά με τις ενδείξεις βίας, η μάρτυρας απάντησε αρνητικά. Όταν ο κ. Ακάμας της υπέβαλε ότι «τίποτε απολύτως» δεν έκανε από όσα έπρεπε, εκείνη απάντησε: «Αυτή είναι η άποψή σας». Διαφώνησε επίσης με τη θέση ότι το συμπέρασμά της περί «βαριάς σωματικής και ψυχολογικής βίας» από τον πατέρα στον Στυλιανό και στη μητέρα του ήταν «εντελώς αυθαίρετο και αστήρικτο».
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου θα συνεχιστεί στις 5 Οκτωβρίου. Η υπόθεση αφορά τη διερεύνηση των συνθηκών θανάτου του 14χρονου Στυλιανού Κωνσταντίνου, τον Σεπτέμβριο του 2019, με το Δικαστήριο να εξετάζει πιθανές ευθύνες τόσο εντός της οικογένειας όσο και από πλευράς κρατικών υπηρεσιών.
Πηγή: ΚΥΠΕ







