Ψηφιακή εκπαίδευση δύο ταχυτήτων καταγράφει για την Κύπρο η νέα έκθεση του Δικτύου ΕΥΡΥΔΙΚΗ, με την απόσταση μεταξύ μαθητών από διαφορετικά κοινωνικοοικονομικά περιβάλλοντα να παραμένει μεγάλη, την ώρα που το εκπαιδευτικό σύστημα προχωρεί στην ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών και Τεχνητής Νοημοσύνης. Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη από τα σημαντικά κενά επιμόρφωσης που δηλώνουν οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί. Η έκθεση «Digital education at school in Europe 2026» εξετάζει 38 ευρωπαϊκά εκπαιδευτικά συστήματα, αξιοποιώντας παράλληλα δεδομένα της διεθνούς έρευνας ICILS 2023 για την Κύπρο και άλλες συμμετέχουσες χώρες.
Μεγάλη η ψαλίδα
Ένα από τα ευρήματα που ξεχωρίζουν για την Κύπρο αφορά την πρόσβαση των μαθητών σε υπολογιστή για τις σχολικές τους εργασίες. Η διαφορά μεταξύ παιδιών από περισσότερο και λιγότερο ευνοημένα κοινωνικοοικονομικά περιβάλλοντα φτάνει τις 20,3 ποσοστιαίες μονάδες, μία από τις μεγαλύτερες αποκλίσεις μεταξύ των χωρών που συμμετείχαν στην έρευνα.
Μεγαλύτερη ψαλίδα καταγράφεται στη Ρουμανία, με 23.2 μονάδες, ενώ αμέσως μετά την Κύπρο βρίσκεται η Ελλάδα με 19.8 μονάδες και ακολουθούν Ουγγαρία με 19 και Σλοβακία με 18.7 μονάδες. Στην πρόσβαση σε tablet, η απόσταση μεταξύ των δύο κοινωνικοοικονομικών ομάδων στην Κύπρο φτάνει τις 14.7 μονάδες. Οι ανισότητες, ωστόσο, δεν περιορίζονται στο σπίτι. Η Κύπρος και η Λετονία είναι οι μόνες χώρες στις οποίες η έκθεση εντοπίζει στατιστικά σημαντικές διαφορές στην πρόσβαση σε Wi-Fi ανάλογα με την κοινωνικοοικονομική σύνθεση των σχολείων. Στην Κύπρο, το ποσοστό των μαθητών σε πιο μειονεκτούντα σχολεία που έχουν την εξεταζόμενη πρόσβαση σε Wi-Fi, ανέρχεται μόλις στο 4.3%, έναντι 28% στα πιο ευνοημένα σχολεία. Η έκθεση καταγράφει, πάντως, και μέτρα αντιμετώπισης του ψηφιακού χάσματος, σημειώνοντας ότι στην Κύπρο οικογένειες σε μειονεκτική θέση μπορούν να εξασφαλίσουν πλήρη αποζημίωση για την αγορά ψηφιακής συσκευής.
Η τεχνολογία μένει στο εργαστήριο
Αδυναμίες καταγράφονται και στις ίδιες τις σχολικές υποδομές. Η Κύπρος συγκαταλέγεται στις χώρες με συγκριτικά χαμηλή διαθεσιμότητα Wi-Fi. Παράλληλα, περίπου το 40% των μαθητών βρίσκεται σε σχολεία όπου ψηφιακές συσκευές είναι διαθέσιμες στις αίθουσες διδασκαλίας, την ώρα που στα εργαστήρια υπολογιστών η διαθεσιμότητα στις χώρες της ίδιας ομάδας, περιλαμβανομένης της Κύπρου, φτάνει στο 92%-99%. Η εικόνα παραπέμπει σε ένα σύστημα όπου η πρόσβαση στην τεχνολογία εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τα ειδικά εργαστήρια.
Χαμηλές επιδόσεις παρουσιάζει η Κύπρος και σε συγκεκριμένες κατηγορίες λογισμικού. Ψηφιακό περιεχόμενο που συνδέεται με σχολικά βιβλία είναι διαθέσιμο στο 57% των περιπτώσεων που εξετάζονται, τα ψηφιακά βιβλία στο 62%, ενώ το λογισμικό διαδραστικού πίνακα περιορίζεται στο 32%. Αντίθετα, τουλάχιστον το 90% των μαθητών βρίσκεται σε σχολεία όπου είναι διαθέσιμες πλατφόρμες συνεργασίας.
Σχεδιασμός υπάρχει αλλά...
Διαφορετική είναι η εικόνα σε επίπεδο σχεδιασμού. Η Κύπρος παρέχει στα σχολεία εθνική καθοδήγηση και πόρους για τον ψηφιακό τους σχεδιασμό, ενώ η πλειονότητα των μαθητών φοιτά σε σχολεία στα οποία ο σχεδιασμός για τις Τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνιών χαρακτηρίζεται αποτελεσματικός. Πάνω από το 50% των μαθητών βρίσκεται σε σχολεία όπου τα σχετικά σχέδια επανεξετάζονται σε συνεχή βάση, ενώ περίπου το ένα τρίτο σε σχολεία όπου η αναθεώρηση γίνεται ετησίως.
Η Κύπρος είναι, μάλιστα, μαζί με την Εσθονία, μία από μόλις δύο χώρες όπου υπάρχουν υποχρεωτικές απαιτήσεις σε ανώτατο επίπεδο για τη χρήση ψηφιακών μαθησιακών πόρων. Το Υπουργείο Παιδείας παρέχει ψηφιακά βιβλία και υποστηρικτικό υλικό για όλα τα μαθήματα μέσω της πλατφόρμας schools.ac.cy, με το υλικό να είναι υποχρεωτικό στα δημόσια σχολεία.
Στο αναλυτικό πρόγραμμα, η υποχρεωτική διδασκαλία ψηφιακών δεξιοτήτων στην Κύπρο αρχίζει σήμερα στην Α΄ Γυμνασίου, όπως και στη Μάλτα. Βρίσκεται, ωστόσο, σε εξέλιξη μεταρρύθμιση με στόχο η ψηφιακή εκπαίδευση να καταστεί υποχρεωτική για όλους τους μαθητές ήδη από το Δημοτικό και οι ψηφιακές δεξιότητες να ενσωματωθούν ευρύτερα στα αναλυτικά προγράμματα.
Την ίδια ώρα, η Τεχνητή Νοημοσύνη έχει ήδη περάσει στις τάξεις. Από το 2024/25 δεξιότητες που σχετίζονται με την ασφαλή και υπεύθυνη χρήση της ΤΝ έχουν ενταχθεί στο μάθημα της Πληροφορικής στο Γυμνάσιο και αξιολογούνται. Μεταξύ άλλων, οι μαθητές καλούνται να αναγνωρίζουν συστήματα ΤΝ στην καθημερινότητά τους, να διατυπώνουν και να βελτιώνουν prompts και να εξετάζουν κριτικά τις λύσεις που παράγει η ΤΝ.
Ο πήχης ανεβαίνει, η επιμόρφωση υστερεί
Εδώ αναδεικνύεται και ένα δεύτερο παράδοξο. Ενώ οι απαιτήσεις ψηφιακών δεξιοτήτων για τους μαθητές διευρύνονται, σημαντικό ποσοστό των εκπαιδευτικών δηλώνει ότι χρειάζεται περισσότερη κατάρτιση. Πάνω από 50% των εκπαιδευτικών στην Κύπρο δηλώνουν ότι χρειάζονται περαιτέρω επαγγελματική ανάπτυξη για να μπορούν να βοηθούν τους μαθητές να αξιολογούν την αξιοπιστία πληροφοριών στο διαδίκτυο, χωρίς να έχουν συμμετάσχει σε σχετική επιμόρφωση κατά τα δύο χρόνια πριν από την έρευνα. Ποσοστά άνω του 50% καταγράφονται επίσης σε Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία, Γερμανία και Μάλτα.
Την ίδια ώρα, η υποστήριξη που παρέχεται εντός των σχολείων παραμένει κυρίως τεχνικού χαρακτήρα, καθώς η έκθεση κατατάσσει την Κύπρο μαζί με Κροατία, Λιθουανία και Σερβία στις χώρες όπου ο ρόλος των ψηφιακών συντονιστών επικεντρώνεται πρωτίστως στην τεχνική και όχι στην παιδαγωγική υποστήριξη.
Ακόμη μεγαλύτερο είναι το κενό στις πλατφόρμες οπτικού προγραμματισμού. Στην Κύπρο, όπως και σε Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία και Μάλτα, περισσότεροι από έξι στους δέκα εκπαιδευτικούς δηλώνουν ανάγκη περαιτέρω κατάρτισης χωρίς να έχουν συμμετάσχει σε αντίστοιχη επαγγελματική ανάπτυξη. Η έκθεση παραπέμπει παράλληλα σε αντίστοιχα μεγάλο κενό ως προς τη χρήση της ΤΝ στη διδασκαλία και τη μάθηση.






