Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν περιμένει το σχολείο και το πανεπιστήμιο να προσαρμοστούν. Μαθητές και φοιτητές τη χρησιμοποιούν ήδη για να λύσουν ασκήσεις, να γράψουν εργασίες, να αναζητήσουν πληροφορίες ή, στην καλύτερη περίπτωση, να ελέγξουν και να βελτιώσουν τη δική τους δουλειά. Το ερώτημα πλέον δεν είναι εάν η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) θα μπει στην εκπαίδευση, αλλά τι πρέπει να αλλάξει από τη στιγμή που βρίσκεται ήδη μέσα στην τάξη.
Από τα αναλυτικά προγράμματα και την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών μέχρι τον τρόπο με τον οποίο ανατίθενται οι εργασίες και βαθμολογούνται μαθητές και φοιτητές, η νέα πραγματικότητα αναγκάζει σχολεία και πανεπιστήμια να επανεξετάσουν πρακτικές δεκαετιών. Τη συζήτηση ενισχύει και η τελευταία έκθεση του Δικτύου «ΕΥΡΥΔΙΚΗ» για την ψηφιακή εκπαίδευση στην Ευρώπη, τα ευρήματα της οποίας παρουσιάστηκαν λίαν προσφάτως. Η Κύπρος έχει ήδη εντάξει από το 2024/25 δεξιότητες που σχετίζονται με την ΤΝ στο μάθημα της Πληροφορικής στο γυμνάσιο, με τους μαθητές να καλούνται μεταξύ άλλων να διατυπώνουν prompts, να αξιολογούν τα αποτελέσματα και να χρησιμοποιούν την ΤΝ για την επίλυση προβλημάτων.
Επιμόρφωση καθηγητών
Η έκθεση καταγράφει παράλληλα σημαντικά κενά στην επιμόρφωση των εκπαιδευτικών. Περισσότεροι από τους μισούς εκπαιδευτικούς στην Κύπρο καταγράφουν κενό επαγγελματικής ανάπτυξης στην καθοδήγηση των μαθητών ώστε να αξιολογούν την αξιοπιστία των πληροφοριών στο διαδίκτυο, ενώ στον οπτικό προγραμματισμό το αντίστοιχο ποσοστό ξεπερνά το 60%. Τα στοιχεία αποκτούν ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον καθώς η Κύπρος σχεδιάζει επέκταση της ψηφιακής εκπαίδευσης από το γυμνάσιο ήδη στο δημοτικό.
Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, δύο άνθρωποι από τις δύο πλευρές της εκπαίδευσης, ο βοηθός διευθυντής Πληροφορικής και πρόεδρος του Συνδέσμου Καθηγητών Πληροφορικής (ΣΥΚΑΠ) Πέτρος Γαής και η καθηγήτρια Δέσπω Κτωρίδου, συντονίστρια του Προγράμματος Διοίκησης Πληροφοριακών Συστημάτων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, μιλούν στον «Π» για το πόσο έτοιμο είναι το εκπαιδευτικό σύστημα γι' αυτήν τη μετάβαση. Συγκλίνουν σε ένα κρίσιμο σημείο. Η απάντηση στην ΤΝ δεν βρίσκεται στην απαγόρευσή της, αλλά στην αλλαγή του τρόπου με τον οποίο διδάσκουμε, μαθαίνουμε και κυρίως αξιολογούμε.

η καθηγήτρια Δέσπω Κτωρίδου, συντονίστρια του Προγράμματος Διοίκησης Πληροφοριακών Συστημάτων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας
Στην τάξη
Σε επίπεδο σχολείου, ο Πέτρος Γαής θεωρεί ότι το αναλυτικό πρόγραμμα της Πληροφορικής διαθέτει ήδη τη βάση πάνω στην οποία μπορεί να ενταχθεί η ΤΝ. Οι γενικοί του στόχοι συμβαδίζουν σε σημαντικό βαθμό με τις απαιτήσεις της νέας εποχής, καθώς δίνεται έμφαση στην επίλυση προβλημάτων, στη δημιουργική και λογική σκέψη και στην εφαρμογή των μαθηματικών σε πραγματικές καταστάσεις.
Το κενό εντοπίζεται περισσότερο στο πώς οι στόχοι αυτοί μεταφέρονται στην καθημερινότητα της τάξης. «Στην πράξη, όμως, το διαθέσιμο διδακτικό υλικό δεν περιλαμβάνει αρκετές δραστηριότητες που να καλλιεργούν συστηματικά αυτές τις δεξιότητες», αναφέρει. Η ΤΝ, κατά τον ίδιο, μπορεί να βοηθήσει τον εκπαιδευτικό να δημιουργήσει πιο διαφοροποιημένα και εξατομικευμένα μαθησιακά περιβάλλοντα. Δεν χρειάζεται, επομένως, τόσο να αλλάξουν οι βασικοί στόχοι όσο ο τρόπος εφαρμογής τους.
Στο πανεπιστήμιο η πρόκληση είναι διαφορετική. Η Δέσπω Κτωρίδου επισημαίνει ότι οι τυπικές διαδικασίες αναθεώρησης των προγραμμάτων σπουδών δεν μπορούν να συμβαδίσουν με την ταχύτητα των τεχνολογικών εξελίξεων. Η ουσιαστική ένταξη της ΤΝ απαιτεί, όπως αναφέρει, καλλιέργεια κριτικού αλφαβητισμού σε όλα τα γνωστικά αντικείμενα και αλλαγή της αξιολόγησης, με έμφαση στην κριτική σκέψη, την προφορική υποστήριξη και τα συνδυαστικά projects αντί των παραδοσιακών γραπτών εργασιών.
Κριτική σκέψη και αξιολόγηση
Η αλλαγή δεν αφορά μόνο το τι θα διδάσκεται, αλλά και το τι πρέπει πλέον να μπορεί να κάνει ένας μαθητής ή φοιτητής. Για τον Πέτρο Γαή, το σχολείο πρέπει να μαθαίνει στον μαθητή να αντιλαμβάνεται και να ορίζει σωστά ένα πρόβλημα, να θέτει τις κατάλληλες ερωτήσεις και να χρησιμοποιεί σωστά prompts για την αναζήτηση πληροφοριών και τεκμηρίωσης. Εξίσου σημαντικό είναι να μην αποδέχεται άκριτα τις απαντήσεις της ΤΝ, αλλά να μπορεί να τις αξιολογεί και να συνθέτει τις πληροφορίες.
Το σημερινό πρόγραμμα, σημειώνει, θέτει σε κάποιον βαθμό αυτές τις βάσεις, χρειάζονται όμως περισσότερες ευκαιρίες για συστηματική καλλιέργεια και εφαρμογή τους.
Αντίστοιχη μετατόπιση περιγράφει η Δέσπω Κτωρίδου για την ανώτατη εκπαίδευση. Καθώς η ΤΝ μπορεί να αναλάβει ολοένα περισσότερες τεχνικές και διεκπεραιωτικές εργασίες, η αξία του αποφοίτου μετακινείται προς την ικανότητά του να ελέγχει, να συνθέτει και να αξιολογεί κριτικά το αποτέλεσμα που παράγει η τεχνολογία.
Στις δεξιότητες που θεωρεί απαραίτητες περιλαμβάνει την κατανόηση των ορίων, των μεροληψιών και της ηθικής χρήσης της ΤΝ, την αναλυτική και κριτική σκέψη, αλλά και ανθρώπινες δεξιότητες όπως η συναισθηματική νοημοσύνη, η προσαρμοστικότητα και η σύνθετη επίλυση προβλημάτων. Ως παράδειγμα φέρνει τη Διοίκηση Επιχειρήσεων, όπου η ΤΝ μπορεί πλέον να συντάξει ένα επιχειρηματικό σχέδιο ή να πραγματοποιήσει οικονομική ανάλυση σε δευτερόλεπτα. Ο φοιτητής καλείται πλέον να αξιολογήσει το αποτέλεσμα, να διαχειριστεί το ρίσκο και να λάβει αποφάσεις.
Έτοιμες απαντήσεις
Το δυσκολότερο ίσως στοίχημα βρίσκεται ήδη μπροστά στους εκπαιδευτικούς. «Δυστυχώς, σήμερα οι περισσότεροι μαθητές τείνουν να χρησιμοποιούν την ΤΝ κυρίως ως έναν εύκολο τρόπο για να βρίσκουν έτοιμες απαντήσεις και λύσεις», αναφέρει ο Πέτρος Γαής. Υπάρχουν, προσθέτει, και μαθητές που τη χρησιμοποιούν δημιουργικά για να ελέγξουν τη δική τους λύση, να αναζητήσουν διαφορετικές προσεγγίσεις ή να κατανοήσουν καλύτερα ένα θέμα.
Για να αλλάξει αυτή η κουλτούρα, θεωρεί ότι πρέπει να αλλάξουν και οι εργασίες. Προτείνει περισσότερα ανοικτά προβλήματα και projects, που δεν θα αξιολογείται αποκλειστικά η τελική απάντηση, αλλά η διαδικασία, οι επιλογές και η κατανόηση του μαθητή. Μεγαλύτερη βαρύτητα μπορεί να αποκτήσει και η παρουσίαση της εργασίας, ώστε ο μαθητής να εξηγεί τη σκέψη του και να τεκμηριώνει τις επιλογές του.
Στα πανεπιστήμια η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Η Δέσπω Κτωρίδου αναφέρει ότι μέρος των φοιτητών αντιμετωπίζει αρχικά την ΤΝ ως «σύντομο δρόμο» προς έτοιμες απαντήσεις. Με την κατάλληλη καθοδήγηση, όμως, μπορεί να μετατραπεί σε «βοηθό σκέψης» για παραγωγή ιδεών, επεξήγηση δύσκολων εννοιών, διόρθωση κώδικα ή εξάσκηση σε ξένες γλώσσες.
Αλλάζει η αξιολόγηση
Μαζί με τη διδασκαλία αλλάζει αναπόφευκτα και η αξιολόγηση. Στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, σύμφωνα με την κ. Κτωρίδου, επιχειρείται μετατόπιση από τις παραδοσιακές γραπτές εργασίες σε μορφές που απαιτούν κριτική ανάλυση, εφαρμογή σε πραγματικά δεδομένα και προφορική παρουσίαση ή υποστήριξη της εργασίας.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι φοιτητές μπορούν να χρησιμοποιήσουν την ΤΝ για την παραγωγή ενός αρχικού κειμένου και στη συνέχεια να κληθούν να το αξιολογήσουν, να διασταυρώσουν όσα αναφέρει και να ασκήσουν κριτική στο αποτέλεσμα. Παράλληλα, ενθαρρύνονται να δηλώνουν με διαφάνεια αν και πώς χρησιμοποίησαν την ΤΝ και τα prompts, ενώ στην αξιολόγηση μπορούν να λαμβάνονται υπόψη τα προσχέδια, τα στάδια της σκέψης και ο εντοπισμός λαθών της ΤΝ.
Η προσέγγιση αυτή συναντά εκείνη που περιγράφει ο Πέτρος Γαής για το σχολείο. Όσο πιο εύκολη γίνεται η παραγωγή μιας τελικής απάντησης, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά η δυνατότητα του μαθητή ή του φοιτητή να αποδείξει ότι κατανοεί αυτό που έχει παραδώσει.
Πρέπει να καθίσουν στα θρανία οι καθηγητές
Για να γίνουν όλα αυτά, προηγείται η ετοιμότητα των ίδιων των εκπαιδευτικών. Ο Πέτρος Γαής χαρακτηρίζει τη σημερινή εικόνα στα σχολεία «αρκετά ανομοιογενή». Υπάρχουν εκπαιδευτικοί που δεν έχουν ακόμη ασχοληθεί ουσιαστικά με την ΤΝ και άλλοι που προσπαθούν με προσωπική πρωτοβουλία, αυτομόρφωση και συμμετοχή σε σεμινάρια να αναπτύξουν τις γνώσεις τους.
«Αυτό, όμως, δεν είναι αρκετό», επισημαίνει. Χρειάζεται οργανωμένη και συνεχής επιμόρφωση που δεν θα περιορίζεται στην εκμάθηση εργαλείων, αλλά θα επικεντρώνεται στην παιδαγωγική αξιοποίησή τους. Προτείνει ακόμα τη δημιουργία δικτύων σχολείων και εκπαιδευτικών για ανταλλαγή καλών πρακτικών και συγκεκριμένων παραδειγμάτων εφαρμογής μέσα στην τάξη.
Ο τεράστιος αριθμός διαθέσιμων εργαλείων μπορεί, όπως εξηγεί, να λειτουργήσει αποθαρρυντικά για έναν εκπαιδευτικό. Γι' αυτό χρειάζονται καθοδήγηση, επιλεγμένα και δοκιμασμένα εργαλεία και πρακτικά παραδείγματα τα οποία μπορούν να μεταφερθούν στην καθημερινή διδασκαλία.
Στην ανώτατη εκπαίδευση, η Δέσπω Κτωρίδου περιγράφει το μοντέλο που εφαρμόζει το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, όπου η υποστήριξη των ακαδημαϊκών συνδυάζει την τεχνολογική ασφάλεια με την παιδαγωγική καθοδήγηση. Το IT Department παρέχει τις σχετικές υποδομές και το AI Learning Centre επικεντρώνεται στην εκπαίδευση και συμβουλευτική του προσωπικού.
Η επιμόρφωση περιλαμβάνει εργαστήρια για τη διατύπωση prompts και την αυτοματοποίηση εργασιών στην έρευνα και τη διδασκαλία, επανασχεδιασμό της αξιολόγησης, εξατομικευμένη υποστήριξη ανά μάθημα και κατευθυντήριες γραμμές για την ακαδημαϊκή ακεραιότητα, τη δεοντολογία και την προστασία των δεδομένων. Όπως επισημαίνει η κ. Κτωρίδου, στόχος δεν είναι απλώς οι ακαδημαϊκοί να μάθουν να χρησιμοποιούν εργαλεία ΤΝ, αλλά να μπορούν να επανασχεδιάσουν την εκπαιδευτική εμπειρία, ώστε η τεχνολογία να ενισχύει την ανθρώπινη διδασκαλία και την κριτική σκέψη.







