Ένας ψηφοφόρος κάθεται στον καναπέ του, παρακολουθεί ένα πολιτικό ντιμπέιτ ή σκρολάρει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, φορώντας «έξυπνα» ακουστικά ή μια κορδέλα κεφαλής που αγόρασε για να παρακολουθεί τον ύπνο και τη συγκέντρωσή του. Η συσκευή καταγράφει εγκεφαλικά σήματα και, σε συνδυασμό με λογισμικό τεχνητής νοημοσύνης, επιχειρεί να αναγνωρίσει αντιδράσεις και συναισθήματα. Το επόμενο πολιτικό μήνυμα που εμφανίζεται στην οθόνη του προσαρμόζεται σε αυτά τα δεδομένα.
Με αυτό το ιδιαίτερα παραστατικό «νοητικό πείραμα» ο αναπληρωτής καθηγητής Γνωστικής Νευροεπιστήμης του ΤΕΠΑΚ Νίκος Κωνσταντίνου περιέγραψε ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων τις προεκτάσεις που μπορεί να αποκτήσει η σύνδεση της νευροτεχνολογίας με την τεχνητή νοημοσύνη, κρούοντας τον κώδωνα για τη νοητική ιδιωτικότητα, αλλά και για κινδύνους με άμεση πολιτική και δημοκρατική διάσταση.
Ο κ. Κωνσταντίνου υποστήριξε ότι το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο η δυνατότητα συλλογής εγκεφαλικών σημάτων, αλλά το ενδεχόμενο οι αλγόριθμοι να αξιοποιούν τέτοιες πληροφορίες για να προσαρμόζουν σε πραγματικό χρόνο το περιεχόμενο που βλέπει ο χρήστης. Στην προεκλογική περίοδο, όπως εξήγησε, αυτό θα μπορούσε να σημαίνει προσαρμογή ενός πολιτικού μηνύματος στη βάση μιας αντίδρασης ή ενός συναισθήματος που έχει ανιχνευθεί δευτερόλεπτα προηγουμένως, με στόχο να επηρεαστεί η στάση του ψηφοφόρου.
«Δεν μιλούμε για απλή παραβίαση» προσωπικών δεδομένων, ήταν το μήνυμα της παρέμβασής του, θέτοντας το ζήτημα στη διάσταση της χειραγώγησης της σκέψης και των συναισθημάτων. Όπως ανέφερε, σε αντίθεση με μια κάμερα, απέναντι στην οποία κάποιος μπορεί να ελέγξει τη στάση του σώματος, τον τρόπο που μιλά ή τις εκφράσεις του προσώπου του, η καταγραφή εγκεφαλικών αντιδράσεων μπορεί να παρακάμπτει αυτό το «φίλτρο» της συνειδητής συμπεριφοράς.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο ζήτημα της συγκατάθεσης. Κατά τον ίδιο, δεν είναι αρκετό ένα προϊόν να ζητεί απλώς από τον χρήστη να αποδεχθεί τους όρους λειτουργίας του, εάν τα δεδομένα που παράγονται αφορούν αντιδράσεις τις οποίες ο ίδιος ενδεχομένως να μην αντιλαμβάνεται. «Πώς μπορεί να δώσει συγκατάθεση για δεδομένα που δεν ξέρει ότι παράγει;», ήταν ουσιαστικά το ερώτημα που έθεσε. Προειδοποίησε ακόμη ότι τα δεδομένα αποτελούν πλέον «την πρώτη ύλη» για την εκπαίδευση νέων αλγορίθμων, με τους πολίτες να κινδυνεύουν, όπως είπε, να μετατρέπονται εν αγνοία τους σε «δωρητές των δεδομένων και των σκέψεών τους».
«Είμαστε ακόμη πολύ μακριά»
Στη συζήτηση καταγράφηκε, ωστόσο, και σαφής επιστημονική επιφύλαξη ως προς το πόσο κοντά βρίσκεται σήμερα η τεχνολογία σε μια πραγματική «ανάγνωση» της ανθρώπινης σκέψης.
Ο Ανδρέας Δημητρίου, εκ μέρους της Κυπριακής Ακαδημίας Επιστημών, Γραμμάτων και Τεχνών, τόνισε ότι άλλο είναι η χαρτογράφηση συγκεκριμένων λειτουργιών του εγκεφάλου και άλλο η δυνατότητα να γνωρίζουμε πώς παράγονται σύνθετες σκέψεις. «Ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν είναι υπολογιστής», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι η επιστήμη παραμένει πολύ μακριά από τη γενικευμένη αποκωδικοποίηση του ανθρώπινου νου. Τάχθηκε, πάντως, ξεκάθαρα υπέρ της νομοθετικής ρύθμισης και της ρητής προστασίας της νοητικής ιδιωτικότητας.
Στο σημείωμά του προς την Επιτροπή επισημαίνει, άλλωστε, ότι η σημερινή έρευνα μπορεί υπό συγκεκριμένες συνθήκες να αντλήσει πληροφορίες για όσα ένα άτομο αντιλαμβάνεται ή προσπαθεί να εκφράσει, όχι όμως να αποκτήσει ελεύθερη πρόσβαση στο σύνολο των σκέψεων, των αναμνήσεων και των προθέσεών του. Η διάκριση αυτή θεωρείται κρίσιμη ώστε να αποφεύγονται τόσο οι υπερβολές όσο και η υποτίμηση πραγματικών κινδύνων.
Αντίστοιχα, η καθηγήτρια Γλωσσικών Διαταραχών και Κλινικής Νευροψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου Φώφη Κωνσταντινίδου υπογράμμισε ότι η νευροτεχνολογία δεν πρέπει να εξετάζεται μόνο μέσα από τους κινδύνους της, καθώς ήδη χρησιμοποιείται και σε θεραπευτικές εφαρμογές για ανθρώπους με νευρολογικές παθήσεις και προβλήματα προσβασιμότητας. Έθεσε, όμως, το ερώτημα του τρόπου ρύθμισης των εφαρμογών που βγαίνουν πέρα από το αυστηρά ιατρικό πεδίο, επισημαίνοντας ότι η συλλογή δεδομένων που επηρεάζουν τις επιλογές μας αποτελεί ήδη πραγματικότητα μέσα από τις ψηφιακές πλατφόρμες.
Κοινή συνισταμένη ανάμεσα στους επιστήμονες ήταν τελικά η ανάγκη να υπάρξουν κανόνες πριν η τεχνολογία προχωρήσει περισσότερο. Όπως συνοψίστηκε στη συνεδρίαση, η νοητική ιδιωτικότητα, η ψυχική ακεραιότητα και η ελευθερία της σκέψης δεν μπορούν να αφεθούν να προστατεύονται απλώς από τα σημερινά τεχνικά όρια των συστημάτων.








