Ας το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή. Η δημόσια παρέμβαση της Ειρήνης Χαραλαμπίδου για δημοσιογράφο δεν αποτελεί από μόνη της πρόβλημα. Οι πολιτικοί έχουν κάθε δικαίωμα να ασκούν κριτική στα Μέσα Ενημέρωσης, όπως και οι δημοσιογράφοι έχουν υποχρέωση να ασκούν έλεγχο στην εξουσία. Αυτό ονομάζεται Δημοκρατία. Το ζήτημα αρχίζει όταν η κριτική παύει να αφορά το γενικότερο έργο και μετατρέπεται σε δημόσια απαξίωση προσώπων, με υπαινιγμούς περί ανεπάρκειας, γνώσεων και επαγγελματικής αξίας. Και δυστυχώς η κυρία Χαραλαμπίδου στην προσπάθειά της να υπερασπιστεί τον πρόεδρο του κόμματός της έπεσε στη λούμπα που η ίδια έχει υπερασπιστεί με σθένος τα προηγούμενα χρόνια, ειδικά στις επιτροπές που συμμετείχε στη Βουλή. Είναι αναφαίρετο δικαίωμά της να κατηγορήσει και τη Στέλλα Σάββα και τον Μιχάλη Σταύρου και τον οποιονδήποτε άλλο δημοσιογράφο επειδή απλά δεν της αρέσει, επειδή θεωρεί πως μεροληπτεί. Δικαιούται. Είναι η άποψή της. Και ας αφήσουμε τα περί… προεκλογικής περιόδου. Το ένιωθε, ήθελε να το πει, να το κάνει. Η φράση ωστόσο, «μου λείπει η δεοντολογία, το επίπεδο, οι γνώσεις και η διαχείριση του Σωτήρη Παρούτη» δεν ονομάζεται κριτική, αλλά προσωπική επίθεση σε έναν δημοσιογράφο. Δεν είναι «μου αρέσει περισσότερο ο τρόπος που χειρίστηκε τη συνέντευξη ένας άλλος δημοσιογράφος». Είναι μια συνολική αποδόμηση απέναντι σε έναν επαγγελματία, δημόσια και με πολιτικό βάρος. Κι εδώ βρίσκεται η ειρωνεία: η ίδια, η οποία πολλές φορές καταγγέλλει την τοξικότητα των social media, χρησιμοποιεί ακριβώς την ίδια μέθοδο. Μια ατάκα, μια γενικότητα, μια δημόσια υποτίμηση που αφήνει το πλήθος να ολοκληρώσει την επίθεση.
Η πολιτική επικοινωνία αρχίζει να μοιάζει με τη λογική των influencers και των εύκολων εντυπώσεων, και δυστυχώς όταν αυτό γίνεται από ανθρώπους που υποτίθεται ότι υπερασπίζονται τη σοβαρότητα του δημόσιου λόγου, τότε η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο αντιφατική. Διότι η διαφορά ενός πολιτικού από τους κάθε λογής Φειδίες του διαδικτύου δεν πρέπει να είναι μόνο το αξίωμα, αλλά και το μέτρο. Φυσικά, η όλη στάση δεν μας αποδεικνύει τίποτα περισσότερο πως επί της ουσίας το πολιτικό σύστημα πάντα νοσούσε γιατί επέλεγε τη λογική των φωνών και αοριστολογικών αντί των επιχειρημάτων. Παλιά φώναζαν στα καφενεία, μετά στις τηλεοράσεις, τώρα στα social.
Βγες και πες η Στέλλα, ο Μιχάλης γιατί α και β. Αυτό ονομάζεται κριτική, ονομάζεται άποψη. Η ανάρτησή της στο Χ ήταν μια αδόκιμη σύγκριση που άναψε μια σπίθα, άλλαξε τον δημόσιο διάλογο εταφέροντάς τον και πυροδοτώντας αναλύσεις περί κριτικής. Και μετά; Έκανε αυτό που υποτίθεται δεν είναι οι άλλοι. Γενικούρες περί «κανένας δεν είναι υπεράνω κριτικής», κάτι σαν τα «γιατί οι άλλοι είναι καλύτεροι;». Δεν αρκεί να επικαλείσαι την ελευθερία της έκφρασης όταν έχεις ήδη συμβάλει σε ένα κλίμα απαξίωσης. Και η ευθύνη των δημόσιων προσώπων δεν σταματά στο δικαίωμα να μιλούν, αλλά ξεκινάει κυρίως από τον τρόπο που επιλέγουν να το κάνουν. Και ειδικά οι έμπειροι πολιτικοί που προσπαθούν να υπερασπιστούν το «δεν είμαστε όλοι ίσοι». Και με τέτοιου είδους τακτικές αποδόμησης, συμβάλλεις στην απαξίωση των θεσμών, πολιτικών ή και δημοσιογράφων.







