Της Μερόπης Τσιμίλλη
Είναι με μεγάλο θυμό, αν όχι με οργή, που παρακολουθώ και το τελευταίο (;) επεισόδιο του σκανδαλώδους serial «Κτήριο Σχολείων Φανερωμένης», όπως και όλα τα προηγηθέντα επεισόδια για τα οποία και τοποθετήθηκα επικριτικά με σειρά άρθρων.
Στο σημερινό άρθρο μου, θα αρχίσω από το τέλος του πεντάχρονου σήριαλ και συγκεκριμένα από την απόφαση στέγασης στο Κτήριο του Τμήματος Αρχαιολογίας και της Ερευνητικής Μονάδας Αρχαιολογίας.
Τι σημαίνει για τους ιθύνοντες η χρησιμοποίηση του κτηρίου από το Πανεπιστήμιο
Πέρα από άλλες ουσιώδεις διαφωνίες, τις οποίες και θα εκφράσω στη συνέχεια, θα ανέμενε κανείς οι θριαμβολογίες για αυτή την απόφαση να έχουν ως κύριο άξονα τη σημασία αξιοποίησης ενός ιστορικού κτηρίου ως ανώτατου εκπαιδευτηρίου. Όμως, στα περισσότερα ρεπορτάζ που γράφτηκαν τονίζεται ότι με τη φοιτητική παρουσία η περιοχή θα γίνει ελκυστική με ενίσχυση της κίνησης και της εμπορικής δραστηριότητας στην περιοχή, με τη δημιουργία (και άλλων) καφετεριών και μικρών επιχειρήσεων, και με ενίσχυση της νυκτερινής ζωής.
Ο Δήμαρχος Λευκωσίας, Χαράλαμπος Προύντζος θριαμβολογεί και εκείνος με τα ίδια επιχειρήματα, αλλά και για την επιστροφή «των πολιτών (και αλλού, «των κατοίκων») στο ιστορικό κέντρο». Ποιων πολιτών και ποιων κατοίκων κύριε Δήμαρχε; Σχεδόν όλα τα κτήρια μετατρέπονται σε φοιτητικές εστίες. Και, σε ποια περιοχή θα έρθουν κάτοικοι; Σε μια περιοχή με καφετερίες, μπαράκια και νυκτερινή ζωή και χωρίς σχολεία; Άλλωστε, το δηλώσατε ότι βιάζεστε να ολοκληρωθεί η «ανάπλαση» το ταχύτερο «ώστε η παρουσία περισσότερων φοιτητών να αρχίσει να αποδίδει άμεσα οφέλη για την πόλη, την οικονομία…»
Εκείνο που αποκαλύπτεται είναι ότι το κριτήριο των ιθυνόντων δεν είναι ούτε ακαδημαϊκό ούτε πολιτιστικό ούτε κοινωνικό. Είναι μόνο «η κάθοδος των φοιτητών του Πανεπιστημίου Κύπρου στην Εντός των Τειχών Πόλη», για να ενισχυθεί η οικονομική δραστηριότητα (ποιών αλήθεια;). Άλλωστε αυτό ήταν το όραμά τους, όπως το διατύπωσε αυτολεξεί ο κ. Πετρίδης (πρώην υπ. Οικονομικών): «Η Λευκωσία δεν θα γίνει ποτέ Λεμεσός. Στην παλιά πόλη δεν θα έρθουν μαζικά fintech ή ναυτιλιακές εταιρείες. Το συγκριτικό πλεονέκτημα της πρωτεύουσας είναι ένα: Τα πανεπιστήμια και η ακαδημαϊκή ζωή… Οι φοιτητές είναι αυτοί που δημιουργούν οικονομική δραστηριότητα ακόμη και στις νεκρές ώρες της πόλης, που δημιουργούν πολιτισμό, που φέρνουν νέες χρήσεις και νέες επιχειρήσεις».
Δυστυχώς και ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου υπέκυψε (;) στη χρήση παρόμοιου τύπου επιχειρημάτων: πως και αυτή η διευθέτηση θα φέρει εκατοντάδες φοιτητές και ερευνητές στην παλιά πόλη όπως αν τελεσφορούσε η αρχική συμφωνία για εγκατάσταση στο κτήριο του Τμήματος Αρχιτεκτονικής. Σημειώνεται ότι είχε μεσολαβήσει η (εκβιαστική) εκδήλωση πρόθεσης από τον Αρχιεπίσκοπο να χρησιμοποιήσει το κτήριο για εγκατάσταση θρησκευτικού σχολείου.
Περί του κόστους της νέας συμφωνίας
Το άλλο σκέλος αυτής της νέας αυτής συμφωνίας αφορά στο κόστος ανακαίνισης του κτηρίου. Εδώ χρειάζεται να θυμίσουμε πως το κόστος, όπως και στο Μνημόνιο Συναντίληψης (14 Απριλίου 2021), θα το επωμιστεί εξ ολοκλήρου το κράτος, ενώ το κτήριο θα ανήκει στην Αρχιεπισκοπή. Να θυμίσουμε επίσης ότι, με βάση την αρχική συμφωνία, το κράτος θα πληρώνει ετήσιο μίσθιο στην Αρχιεπισκοπή, €150 χιλ. αρχικά, αναπροσαρμοζόμενο ανά διετία σε ποσοστό της τάξης του 5%. Να θυμίσουμε ακόμα ότι, από το 2021 (που αποφάσισαν και έκλεισαν τα σχολεία) το κράτος πληρώνει ετήσιο μίσθιο €80 χιλ. μέχρι να τελειώσει η ανακαίνιση. Επιπλέον, το μίσθιο για τα πρώτα 10 έτη προκαταβλήθηκε. Όσο για την μελλοντική μίσθωση θα ήταν για περίοδο 25 ετών με δικαίωμα τριών ανανεώσεων και στο τέλος κάθε εικοσιπενταετίας το μίσθιο θα αναπροσαρμόζεται με βάση τις τιμές αγοράς.
Σχεδόν 2 χρόνια αργότερα (24 Φεβρουαρίου 2023) ανακοινώθηκε ότι το Υπουργικό Συμβούλιο ενημερώθηκε στην τελευταία προ των εκλογών συνεδρία του ότι δεν θα γινόταν απλώς ανακαίνιση, της οποίας το κόστος προϋπολογιζόταν στα €6 εκατ., αλλά και ανέγερση τριώροφου στην αυλή του υφιστάμενου κτηρίου και ότι την ενέκρινε, όπως βέβαια και την αύξηση του συνολικού κόστους στα περίπου €11 εκ.
Και αφού ο καιρός περνούσε, φτάνουμε στον Δεκέμβριο του 2025, όταν ο Υπουργός Οικονομικών, Μάκης Κεραυνός απέρριψε την ανέγερση του νέου κτηρίου, στη βάση του ότι η αρχική συμφωνία (Μνημόνιο Συναντίληψης) του 2021 «είναι ετεροβαρής εις βάρος του κράτους και των φορολογουμένων», προσθέτοντας μάλιστα ότι τόσο ο προηγούμενος όσο και ο νυν Γ. Ελεγκτής είχαν επίσης χαρακτηρίσει τη συμφωνία ως ανισοβαρή. Αυτή η απόφαση ικανοποίησε βέβαια όλους όσους (δυστυχώς λίγους) είχαμε εκφράσει την αντίθεσή μας στην αρχική συμφωνία – και όχι μόνο για την οικονομική της πτυχή.
Όμως, ξαφνικά διαβάζουμε ότι Υπ. Οικονομικών, Δήμος Λευκωσίας, Πανεπιστήμιο Κύπρου και Αρχιεπισκοπή κατέληξαν σε νέα συμφωνία, με μόνα στοιχεία διαφοροποίησης την μη ανέγερση τριώροφου και, συνακόλουθα, τη «μείωση του προϋπολογισμού στα 10 εκατομμύρια ευρώ, έναντι των 15 εκατομμυρίων που ζητούσε αρχικά το Πανεπιστήμιο Κύπρου».
Επικαλούμαι τη στοιχειώδη αριθμητική λογική για να απαντηθεί το πώς τα €6 εκατ. του 2021 που έγιναν €11 εκατ. το 2023 λόγω και ανέγερσης τριώροφου, μετατράπηκαν σε €15 εκατ. έτσι που τώρα να εγκριθεί -και να χαιρόμαστε!- το ότι θα είναι μόνο (!) €10 εκατ.. Είναι θέμα άγνοιας ή εσκεμμένης πρόθεσης παραπλάνησης; Και όχι μόνο για αυτό καθαυτό το κόστος, αλλά και για το ό,τι γίνεται επίκληση της αρχικής συμφωνίας ως να περιλάμβανε (πράγμα μη αληθές) ανέγερση κτηρίου.
Ας σημειωθεί επίσης πως το κλείσιμο των Σχολείων ήταν ενταγμένο στο «Σχέδιο Δράσης για την Ανάπλαση και την Αναζωογόνηση της εντός των τειχών Λευκωσίας», το οποίο περιλάμβανε επιδοτήσεις για μαζική αγορά και ανακαίνιση κτηρίων για φοιτητές εστίες και, γενικότερα, για «ενίσχυση επιχειρηματικότητας». Από τον συνολικό προϋπολογισμό των €40 εκατ., τα €25 εκατ. (62.5%) θα προέρχονταν από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Άρα, για το κτήριο Φανερωμένης ο φορολογούμενος θα πλήρωνε €2.25 εκατ. (37.5%), ενώ τώρα που έπαψε να υφίσταται το συγκεκριμένο Ταμείο, θα πληρώσει €10 εκατ..
Περί μεγαλοεπενδυτών και «εξευγενισμού», εν ολίγοις
Ο πρώην δήμαρχος Κωνσταντίνος Γιωρκάτζης εξέφραζε το 2025 την ανησυχία του για την καθυστέρηση λήψης απόφασης για τη χρησιμοποίηση του Κτηρίου Φανερωμένης. Τι είδους ανησυχία όμως; «Επενδύθηκαν χρήματα από ιδιώτες βασισμένους στις εξαγγελίες της Πολιτείας. Αγοραπωλησίες ακινήτων έγιναν στη βάση της προσδοκίας ότι η Αρχιτεκτονική θα λειτουργήσει στη Φανερωμένη. Αν το κράτος αλλάξει στάση υπάρχει θέμα αξιοπιστίας».
Όμως, οι περισσότερες αγοραπωλησίες έγιναν όχι μετά, αλλά πριν τις εξαγγελίες της Πολιτείας, από επιτήδειους που είχαν την πληροφορία από υψηλά δώματα ότι επέκειτο η εξαγγελία. Τέσσερεις (!) μεγαλοεπενδυτές φρόντισαν να αγοράσουν τις περισσότερες περιουσίες και, μαζί με τους λίγους εναπομείναντες παλιούς ιδιοκτήτες, έσπευσαν, πήραν τα χρήματα από το Ταμείο Ανάκαμψης για να ανακαινίσουν τα σπίτια, τα οποία, παρότι σε άθλια κατάσταση νοίκιαζαν, με καθόλου ευτελή ενοίκια, σε φτωχούς μετανάστες και πρόσφυγες. Και τώρα απαιτούν να τους βρούμε φοιτητές-ενοικιαστές.
Επίλογος
Αυτό που συμβαίνει δεν είναι αναζωογόνηση. Είναι ο γνωστός «εξευγενισμός», ο οποίος, κάτω από το «λούστρο» που πονηρά του προσδίδει η λέξη, δεν έχει τίποτα, μα τίποτα το ευγενικό. Είναι το είδος της «ανάπτυξης» που επιδιώκει το σύστημα, το μεθοδευμένο ξεπούλημα στους λίγους για να εκμεταλλεύονται τους πολλούς. Δεν μπορεί το κέντρο της πρωτεύουσας να έχει μόνο περαστικούς φοιτητές. Χρειάζεται να έχει δομή πόλης, με γειτονιές, με κατοικίες, με κατοίκους, να είναι ανθρώπινη. Χρειάζεται να έχει σχολεία και γιαυτό και η πρώτη πράξη για να δημιουργηθεί «ζωτικός» χώρος για τους επενδυτές ήταν το κλείσιμό τους, το οποίο, για πολλοστή φορά, θα αποκαλέσω εγκληματικό.
18 Μαΐου 2026







