Γράφει ο Μιχάλης Νικηφόρου
Εδώ και χρόνια υφίσταται ένας θεσμός που φαίνεται να έχει ξεπεραστεί από τις σύγχρονες ανάγκες. Οι κρατικές εξοχικές κατοικίες στο Τρόοδος, οι οποίες κατασκευάστηκαν τη δεκαετία του 1960, εξακολουθούν να αποτελούν προνόμιο για μια συγκεκριμένη κατηγορία πολιτών, κυρίως δημόσιους υπαλλήλους και συνταξιούχους πρώην δημοσίους υπαλλήλους.
Ως εκπρόσωπος του ωρομίσθιου κυβερνητικού προσωπικού, θεωρώ καθήκον μου να αναδείξω μια σαφή αδικία. Χιλιάδες ωρομίσθιοι εργαζόμενοι του κράτους, οι περισσότεροι εκ των οποίων έχουν χαμηλά εισοδήματα, αποκλείονται από τη χρήση αυτών των κατοικιών. Παρά ταύτα, καταβάλλουν κανονικά φόρους και συμβάλλουν στη συντήρησή τους.
Το ερώτημα που τίθεται είναι απλό: γιατί υφίστανται εργαζόμενοι δύο ταχυτήτων;
Η συντήρηση των 54 κατοικιών χρηματοδοτείται από δημόσιους πόρους και, όπως έχει επισημανθεί επανειλημμένα από την Ελεγκτική Υπηρεσία, το σχετικό κόστος εγείρει σοβαρά ζητήματα βιωσιμότητας και ορθής διαχείρισης. Οι σχετικές εκθέσεις καταγράφουν προβλήματα και εισηγούνται την επανεξέταση του υφιστάμενου πλαισίου λειτουργίας.
Δεν είναι τυχαίο ότι στο παρελθόν το Υπουργικό Συμβούλιο εξέτασε την αξιοποίηση των κατοικιών μέσω της μεθόδου BOT (Build – Operate – Transfer), με στόχο την ανάληψή τους από ιδιώτη επενδυτή και τη μείωση του κόστους για το κράτος. Η προσέγγιση αυτή καταδεικνύει ότι ακόμη και η ίδια η Πολιτεία αναγνωρίζει τις αδυναμίες του υφιστάμενου μοντέλου.
Ωστόσο, το ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Πρόκειται πρωτίστως για θέμα δικαιοσύνης και ισότητας.
Δεν είναι αποδεκτό να διατηρούνται προνόμια που παραπέμπουν σε παρωχημένες πρακτικές. Δεν συνάδει με τις αρχές μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής δημόσιας διοίκησης ο αποκλεισμός ενός χαμηλόμισθου ωρομίσθιου εργαζομένου, ο οποίος συμβάλλει καθημερινά στη λειτουργία του κράτους, από παροχές που ο ίδιος χρηματοδοτεί.
Δεν προτείνεται η αφαίρεση δικαιωμάτων από οποιαδήποτε ομάδα. Αντιθέτως, εισηγούμαστε είτε την επέκταση της δυνατότητας χρήσης των εξοχικών κατοικιών και στο ωρομίσθιο προσωπικό, βάσει δίκαιων κοινωνικών και εισοδηματικών κριτηρίων, είτε έναν συνολικό επανασχεδιασμό του θεσμού, ώστε να εξυπηρετεί ουσιαστικά το δημόσιο συμφέρον και την κοινωνική δικαιοσύνη.
Η Πολιτεία οφείλει να εγκαταλείψει πρακτικές του παρελθόντος. Οι αρχές της αξιοκρατίας, της ισότητας και της διαφάνειας πρέπει να εφαρμόζονται καθολικά.
Οι χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι του κράτους δεν ζητούν προνόμια, αλλά το αυτονόητο: ίσες ευκαιρίες πρόσβασης σε παροχές που χρηματοδοτούν και οι ίδιοι. Η αποκατάσταση αυτής της ανισότητας αποτελεί ζήτημα σεβασμού και ουσιαστικής κοινωνικής δικαιοσύνης.
Μέλος τοπικής επιτροπής, Τμήμα Δημοσίων Έργων Λευκωσίας






