Η αγάπη για έναν τόπο δεν αποδεικνύεται από τα τραγούδια που γράψαμε γι’ αυτόν ούτε από τις σημαίες που υψώνουμε ούτε από τη συγκίνηση με την οποία μιλάμε για τη γη μας, την ιστορία μας, τα τραύματά μας. Δεν μετριέται από το πόσες φορές χρησιμοποιούμε τις λέξεις «πατρίδα», «ρίζες», «κληρονομιά». Μετριέται από τον τρόπο που του συμπεριφερόμαστε.
Έναν τόπο που αγαπάς, είτε είσαι πολίτης είτε το κράτος, δεν τον γεμίζεις σκουπίδια. Δεν κρύβεις τα απόβλητα κάτω απ’ το χαλί. Δεν πετάς τα μπάζα σου στα χωράφια και στις χαράδρες του. Δεν αφήνεις πλαστικά στις ακτές του. Δεν κτίζεις κάθε ελεύθερη σπιθαμή γης επειδή μπορεί να αποφέρει χρήμα. Δεν κόβεις τις πλαγιές του για να αποκτήσεις οικοδομικά υλικά μέχρι να γίνει see through. Δεν αλλοιώνεις το τοπίο. Δεν παρακολουθείς κάθε καλοκαίρι τη γη να καίγεται και τον χειμώνα επιστρέφεις στην ίδια αδιαφορία. Και ό,τι δεν μπορείς να διαχειριστείς στη στεριά δεν μπορείς να το ρίχνεις στη θάλασσα.
Στην Κύπρο έχουμε μια παράξενη σχέση με το «δικό μας». Το σπίτι μας μπορεί να είναι πεντακάθαρο. Η αυλή περιποιημένη. Το αυτοκίνητο πλυμένο. Το οικόπεδό μας καθαρό. Μόνο που λίγα μέτρα έξω από την ιδιοκτησία μας αρχίζει ένας διαφορετικός κόσμος. Το χωράφι του άλλου. Η άκρη του δρόμου. Ο δημόσιος χώρος. Η παραλία. Το δάσος. Η θάλασσα. Εκεί το «δικό μου» τελειώνει. Και μαζί του τελειώνει και η ευθύνη.
Μόνο που χωρίς «δικό μας» δεν υπάρχει κοινός τόπος. Δεν υπάρχει ταυτότητα. Δεν υπάρχει ο τόπος μας και οι άνθρωποί του, το «ψωμί» που σου δίνει ο ήλιος και η θάλασσα να φας. Είναι έτσι που η θάλασσα μετατρέπεται σε υπόνομο κι εσύ κολυμπάς μες στα ίδια τα σκατά σου.
Την ίδια ώρα κτίζουμε. Παντού. Στις ακτές. Στους λόφους. Εκεί όπου κάποτε υπήρχε ένα χωράφι εμφανίζεται ένας δρόμος. Ύστερα ένα οικόπεδο, ένα σπίτι, μια γειτονιά. Κοιτάζει κανείς τον Πενταδάκτυλο. Ένα βουνό βαθιά χαραγμένο στην εικόνα, στην ιστορία και στη μνήμη της Κύπρου. Βλέπεις πάνω του τις πληγές της εκμετάλλευσης. Στην Ανδρολύκου το ίδιο. Προσπαθείς να αγναντέψεις τη θάλασσα και το μόνο που βλέπεις είναι ένα τσιμεντένιο τείχος να υψώνεται μπροστά σου.
Η γη μας και η θάλασσά μας στη συνείδησή μας δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα αναλώσιμο φιλέτο. Συντελεστής δόμησης, τσιμέντο, σκουπιδότοπος, υπόνομος. Η μόνη του αξία είναι να μπορέσουμε να βγάλουμε λεφτά από αυτό. Το βουνό να δώσει πέτρα. Η ακτή να δώσει κλίνες. Το χωράφι να γίνει οικόπεδο. Ο λόφος να αποκτήσει κατοικίες με θέα. Κι όλα πια εύκολα έγιναν εμπόρευμα.
Είμαστε ένας λαός που μιλά για τη χαμένη γη, την κατεχόμενη γη, την πατρογονική γη, την επιστροφή στις ρίζες μας. Η γη είναι συνδεδεμένη με τη μνήμη και τον πόνο μας. Πώς γίνεται, όμως, να πονάνε τόσο για τη γη που χάσαμε και να σεβόμαστε τόσο λίγο τη γη που μας έμεινε; Πώς γίνεται να αναγνωρίζουμε εύκολα τον κίνδυνο όταν έρχεται απ’ έξω, τον Τούρκο, τον εισβολέα, τον μετανάστη που θα μας αλλάξει το dna μας, αλλά να μην βλέπουμε πως ο πραγματικός «βάρβαρος» είναι μέσα από τα τείχη;
Τον τόπο μας δεν χρειάζεται κανείς να μας τον πάρει. Μπορούμε να τον καταστρέψουμε από μόνοι μας.






