Την ώρα που οι ευρωπαϊκές πόλεις ψάχνουν τρόπους να περιορίσουν το αυτοκίνητο στα κέντρα τους, στη Λευκωσία καταφέραμε για ακόμη μία φορά να πρωτοτυπήσουμε. Εμείς ψάχνουμε τρόπο να το ξαναβάλουμε.
Και δεν μιλάμε για έναν δρόμο που έκλεισε χθες επειδή κάποιος ξύπνησε ένα πρωί και αποφάσισε να τοποθετήσει δύο πασσάλους. Μιλάμε για τη Μακαρίου, για ένα έργο εκατομμυρίων, με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, συγκεκριμένο σχεδιασμό και συγκεκριμένη φιλοσοφία για το πώς θέλαμε να αλλάξει το κέντρο της πρωτεύουσας. Πληρώσαμε λοιπόν για να αλλάξουμε τη Λευκωσία και τώρα συζητούμε πώς θα πληρώσουμε για να αλλάξουμε την αλλαγή. Αν αυτό δεν είναι κυπριακός προγραμματισμός, τότε τι είναι;
Εδώ και καιρό παρακολουθούμε μια συζήτηση που σε κάποια σημεία της ξεπερνά ακόμη και τα όρια του παραλόγου. Ακούμε ότι η Μακαρίου πρέπει να ανοίξει περισσότερο στα αυτοκίνητα για να βοηθηθούν τα καταστήματα, λες και η οικονομική επιβίωση μιας εμπορικής περιοχής το 2026 εξαρτάται από το αν ο πελάτης μπορεί να περάσει με το αυτοκίνητό του μπροστά από τη βιτρίνα. Με αυτή τη λογική, ας ανοίξουμε και τη Λήδρας. Να περνούν τα αυτοκίνητα ανάμεσα στα τραπεζάκια. Μπορούμε να κάνουμε και drive through τα καταστήματα για να τελειώνουμε.
Το ακόμη καλύτερο είναι ότι όλα αυτά συζητούνται για ένα έργο στο οποίο έχουν ήδη δαπανηθεί εκατομμύρια ευρώ και το οποίο συνδέεται με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και συγκεκριμένους όρους. Όταν η υπουργός Μεταφορών Εύη Τσολάκη είπε το αυτονόητο, ότι δηλαδή αν οι αλλαγές προκαλέσουν οικονομικό κόστος αυτό δεν σημαίνει πως θα το φορτωθεί το κράτος, ξαφνικά μπήκε στη συζήτηση και μια μικρή λεπτομέρεια που συνήθως ξεχνάμε. Ποιος θα πληρώσει.
Γιατί μέχρι εκείνη τη στιγμή υπήρχε μια αξιοθαύμαστη άνεση. Αλλάξτε το ένα, ανοίξτε το άλλο, ανατρέψτε τον σχεδιασμό. Με ξένα κόλλυβα, άλλωστε -όπως έλεγε και η γιαγιά μου-, όλοι κάνουν μνημόσυνα.
Και σαν να μην έφταναν αυτά, η Μακαρίου έγινε περίπου παγκύπριο ζήτημα! Στη Βουλή βρέθηκε μέχρι και δημοτικός σύμβουλος της Λεμεσού για να τοποθετηθεί για δρόμο της Λευκωσίας. Προφανώς στη Λεμεσό λύθηκαν όλα. Το κυκλοφοριακό αποτελεί μακρινή ανάμνηση, οι δρόμοι λειτουργούν ρολόι και δεν απέμεινε κανένα άλλο πρόβλημα, οπότε περίσσεψε χρόνος για να σωθεί και η Μακαρίου. Μέσα σε αυτό το πανηγύρι, όμως, υπάρχει ένα ερώτημα που σχεδόν αποφεύγουμε να απαντήσουμε. Τι ακριβώς θέλουμε να κάνουμε με τη Λευκωσία; Γιατί το ζήτημα δεν είναι μόνο η Μακαρίου. Είναι αν έχουμε αποφασίσει ότι το κέντρο μιας σύγχρονης πόλης πρέπει να σχεδιάζεται πρώτα για τον άνθρωπο ή αν εξακολουθούμε να θεωρούμε αυτονόητο ότι κάθε δρόμος πρέπει πρωτίστως να εξυπηρετεί το αυτοκίνητο.
Στην Ευρώπη αυτή η συζήτηση έχει προχωρήσει εδώ και χρόνια. Περιορίζουν την κυκλοφορία, δημιουργούν ζώνες χαμηλών εκπομπών, αποδίδουν δημόσιο χώρο στους πεζούς και προσπαθούν να κάνουν τα κέντρα τους τόπους όπου ο κόσμος θα θέλει να περπατήσει, να καθίσει, να ψωνίσει και να ζήσει. Εμείς ακόμη μετράμε την επιτυχία ενός δρόμου με το πόσο κοντά στη βιτρίνα μπορεί να φτάσει ο προφυλακτήρας. Και ίσως αυτό να λέει περισσότερα για τη Λευκωσία από οποιαδήποτε μελέτη για τη Μακαρίου. Ξοδέψαμε εκατομμύρια για να αλλάξουμε τη φιλοσοφία μιας πόλης και τώρα είμαστε έτοιμοι να συζητήσουμε την ανατροπή της επειδή η αλλαγή αποδείχθηκε τελικά πιο δύσκολη από τα ωραία λόγια περί βιώσιμης κινητικότητας. Δεν είναι λοιπόν η Μακαρίου που πρέπει να αποφασίσει προς τα πού θα πάει.
Εμείς πρέπει.
Γιατί κάποια στιγμή πρέπει να διαλέξουμε αν θέλουμε μια πρωτεύουσα που κοιτάζει προς την Ευρώπη ή μια πρωτεύουσα που κοιτάζει από τον καθρέφτη προς τα πίσω. Και αν τελικά η μεγάλη μας αγωνία είναι να ξαναφέρουμε το αυτοκίνητο εκεί απ’ όπου πληρώσαμε εκατομμύρια για να το περιορίσουμε, τότε τουλάχιστον ας σταματήσουμε να βαφτίζουμε κάθε ανάπλαση «βιώσιμη κινητικότητα». Ας την πούμε με το πραγματικό της όνομα. Ένα πανάκριβο πήγαινε έλα μέχρι να επιστρέψουμε εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε.






