Του δρος Κωνσταντίνο Γιαλλουρίδη
Στις 2 Μαρτίου 2026, ιρανικό μη επανδρωμένο αερόχημα, έπληξε τις Βρετανικές στρατιωτικές Βάσεις στην Κύπρο και προκάλεσε «περιορισμένες ζημιές». Το περιστατικό ανακοινώθηκε αρχικά από τις ίδιες τις Βρετανικές Βάσεις και ακολούθως από τα βρετανικά Μέσα Ενημέρωσης, τα οποία προχώρησαν ακόμη και σε εικασίες περί πιθανής πυραυλικής επίθεσης σε κυπριακό έδαφος. Οι αναφορές αυτές οδήγησαν σε επίσημη δήλωση της κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η έντονη δημοσιότητα που ακολούθησε προκάλεσε διεθνή αναστάτωση, ακυρώσεις πτήσεων με συνεπακόλουθες ζημιές για την κυπριακή οικονομία.
Λίγες μόλις ώρες πριν από το περιστατικό, η βρετανική κυβέρνηση είχε ανακοινώσει, χωρίς προηγούμενη διαβούλευση ή συνεννόηση με τη Λευκωσία, ότι αποφάσισε να επιτρέψει τη χρήση των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο προς υποστήριξη της αμερικανικής επίθεσης κατά του Ιράν.
Η Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω του εκπροσώπου της, εξέφρασε δυσαρέσκεια για τον τρόπο με τον οποίο οι Βρετανικές Βάσεις χειρίστηκαν το ζήτημα και υπογράμμισε ότι «η Κύπρος δεν έχει συμμετάσχει σε στρατιωτικές επιχειρήσεις και δεν θα συμμετάσχει με οποιονδήποτε τρόπο», επισημαίνοντας ότι διαχρονικά επιδιώκει ανθρωπιστικό ρόλο και να είναι «μέρος της λύσης και ποτέ μέρος του προβλήματος».
Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν επιθυμεί, και δεν δύναται, να εμπλακεί σε πολεμικές συγκρούσεις και αυτό είναι ζήτημα τόσο εθνικού συμφέροντος όσο και άσκησης κυρίαρχης εθνικής βούλησης.
Το περιστατικό με το μη επανδρωμένο αεροσκάφος επαναφέρει στο προσκήνιο θεμελιώδη ερωτήματα σχετικά με τη συνέχιση της βρετανικής παρουσίας και το νομικό καθεστώς των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο.
Κατά την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας, η Βρετανία επέβαλε τη διατήρηση τμήματος του πρώην αποικιακού εδάφους υπό τη μορφή στρατιωτικών βάσεων. Με άλλα λόγια η κυριαρχία της Κύπρου θα αναγνωριζόταν μόνο υπό τον όρο ικανοποίησης των βρετανικών απαιτήσεων για στρατιωτικές βάσεις. Δημιουργήθηκαν δύο κυρίαρχες περιοχές Βάσεων επί κυπριακού εδάφους, στο Ακρωτήρι και στη Δεκέλεια, οι οποίες καλύπτουν συνολικά περίπου 254 τετραγωνικά χιλιόμετρα, σχεδόν το 3% της έκτασης του νησιού.
Η απόσχιση των περιοχών αυτών από την κυριαρχία της, κατά τη σύσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας, επέτρεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο να διατηρήσει έδαφος ιδιαίτερης γεωστρατηγικής σημασίας για την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.
Βάσει της Συνθήκης Εγκαθιδρύσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας του 1960, το Ηνωμένο Βασίλειο κατέβαλε οικονομική ενίσχυση προς την Κύπρο για τη χρήση στρατιωτικών εγκαταστάσεων και υποδομών που συνδέονταν με τη λειτουργία των βάσεων. Η ρύθμιση αυτή ίσχυσε έως το 1965, με καταβολή 12 εκατομμυρίων λιρών.
Έκτοτε, το Ηνωμένο Βασίλειο αρνήθηκε να καταβάλει τα οποιαδήποτε ποσά.
Ενδεικτική εδώ είναι η περίπτωση των Νήσων Τσάγκος (Chagos), στα οποία το Ηνωμένο Βασίλειο διατηρεί επίσης στρατιωτικές Βάσεις μετά την απόσχισή τους από την πρώην αποικία του Μαυρικίου. Το Διεθνές Δικαστήριο με τη γνωμοδότησή του ημερ. 25 Φεβρουαρίου 2019 έκρινε ότι η απόσχιση των Τσάγκος από τον Μαυρίκιο παραβίασε το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του τελευταίου και ότι η διαδικασία αποαποικιοποίησης δεν ολοκληρώθηκε νομίμως. Κατά συνέπεια, η συνεχιζόμενη διοίκηση των Τσάγκος από το Ηνωμένο Βασίλειο, περιλαμβανομένης της στρατιωτικής βάσης στο Ντιέγκο Γκαρσία, συνιστά διαρκώς παράνομη διεθνή πράξη.
Στο πλαίσιο αυτό, το Ηνωμένο Βασίλειο συμφώνησε στην καταβολή σημαντικών ποσών στον Μαυρίκιο σε σχέση με τη συνέχιση των στρατιωτικών διευθετήσεων.
Ο τέως Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας, Κώστας Κληρίδης, έκρινε ότι η υπόθεση Τσάγκος παρέχει «νομικό εργαλείο» στην Κυπριακή Δημοκρατία, χωρίς ωστόσο να υπάρξει περαιτέρω αξιοποίηση.
Κανένα κράτος δεν επιθυμεί να είναι αποικία. Ωστόσο το πρόσφατο περιστατικό με την επίθεση στην Κύπρο αναδεικνύει ότι η βρετανική κυβέρνηση εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την Κύπρο ως εάν τελούσε υπό βρετανική αποικιακή διοίκηση.
Οι αποφάσεις της βρετανικής κυβέρνησης, φαίνεται πλέον να υπερβαίνουν τα όρια των «κυρίαρχων» Βρετανικών Βάσεων όπως έχουν καθοριστεί από την Συνθήκη Εγκαθίδρυσης και επανακαθορίζουν αυθαίρετα ζητήματα που άπτονται της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας, θέτοντας ενδεχομένως σε κίνδυνο ολόκληρο το νησί.
Η χρησιμοποίηση των Βάσεων για στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν, χωρίς καν να τεθεί ζήτημα συναίνεσης ή έστω συνεννόησης με την κυπριακή κυβέρνηση, εγκυμονεί τον σοβαρό κίνδυνο εμπλοκής της Κύπρου σε ένοπλη σύρραξη, παρά τη ρητή πολιτική της Κυπριακής Δημοκρατίας να μην συμμετάσχει «με οποιονδήποτε τρόπο».
Παρέμβαση στη Δημοκρατία
Ως εκ τούτου το Ηνωμένο Βασίλειο ως μία από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις, φαίνεται να χρησιμοποιεί τις Βάσεις του στην Κύπρο, με τρόπο που παρεμβαίνει ουσιωδώς στο δικαίωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας να διαμορφώνει και να ασκεί ελεύθερα και ανεξάρτητα τη δική της εξωτερική πολιτική.
Η όλη μεταχείριση της Κύπρου από το Ηνωμένο Βασίλειο καταδεικνύει έλλειψη στοιχειώδους σεβασμού προς την ανεξαρτησία της και την ασφάλεια των πολιτών της. Ενδεικτικά, μόνο οι κάτοικοι εντός των Βρετανικών Βάσεων έλαβαν προσωπικό προειδοποιητικό μήνυμα για την επικείμενη απειλή.
Ανεξάρτητα από τις συνεχιζόμενες επιπτώσεις της τουρκικής κατοχής του 36% του εδάφους της Κύπρου, το καθεστώς των Βρετανικών στρατιωτικών Βάσεων στην Κύπρο πρέπει να επανεξεταστεί είτε διπλωματικά είτε δικαστικά είτε και τα δύο, υπό το φως των νέων δεδομένων.
Ειδικότερα η κυβέρνηση και ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, οφείλουν να διερευνήσουν προσεκτικά ποιες νομικές ρυθμίσεις επιτρέπουν στη βρετανική κυβέρνηση να λαμβάνει αποφάσεις των οποίων οι συνέπειες εκτείνονται πέραν των διοικητικών ορίων των Βάσεων και επηρεάζουν το σύνολο του νησιού.
Είναι αυτονόητο ότι ελλείψει τέτοιων ρυθμίσεων, το Ηνωμένο Βασίλειο θα πρέπει να κληθεί να λογοδοτήσει για πράξεις ή παραλείψεις που συνιστούν παραβίαση των υποχρεώσεών του αναφορικά με τη χρήση των στρατιωτικών βάσεων.
Εφόσον ανακύπτει ζήτημα διεθνούς ευθύνης του Ηνωμένου Βασιλείου, η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει στο παρόν τουλάχιστο στάδιο να προβεί σε διαβήματα διαμαρτυρίας, προκειμένου να καταστήσει σαφείς τις θέσεις της, καθώς και να επιφυλαχθεί ρητώς των νόμιμων δικαιωμάτων της για τυχόν οφειλόμενες οικονομικές αποζημιώσεις.
Ευρύτερα, το καθεστώς διοίκησης των Βρετανικών Βάσεων και ο τρόπος λήψεως αποφάσεων, καθώς και το ζήτημα της οικονομικής αντιπαροχής για τη συνεχιζόμενη χρήση κυπριακού εδάφους, χρήζουν συνολικής αναθεώρησης.






