Χωρίς να προδικάζω το σύνολο των νομικών ζητημάτων που εγείρει η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στις 8 Ιουνίου 2026 (Υπόθεση αρ. 6/25(i)) για το έργο υδατοκαλλιέργειας στην περιοχή Μονής–Βασιλικού, θεωρώ ότι ορισμένες από τις θέσεις που διατυπώνονται στη σχετική ανακοίνωση της Νομικής Υπηρεσίας αναδεικνύουν ευρύτερα θεσμικά και νομικά ζητήματα που αξίζουν προσεκτικό προβληματισμό.
Η παρατήρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι στην υπόθεση προβλήθηκαν ισχυρισμοί που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, τις πιθανές επιπτώσεις του έργου σε προστατευόμενα είδη και οικοτόπους της περιοχής, καθώς και τη συμμόρφωση της διαδικασίας αδειοδότησης με τις απαιτήσεις του ενωσιακού περιβαλλοντικού δικαίου. Ωστόσο, τα ζητήματα αυτά δεν εξετάστηκαν επί της ουσίας από το Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την προσφυγή ως εκπρόθεσμη. Υπό την έννοια αυτή, η απόφαση δεν έκρινε κατά πόσον το έργο είναι περιβαλλοντικά αποδεκτό ούτε κατά πόσον τηρήθηκαν οι σχετικές απαιτήσεις του ενωσιακού περιβαλλοντικού δικαίου. Η διάκριση αυτή έχει σημασία, καθώς ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται δημόσια η έκβαση της υπόθεσης ενδέχεται να δημιουργεί την εντύπωση ότι τα ζητήματα αυτά κρίθηκαν και επιλύθηκαν δικαστικά, ενώ στην πραγματικότητα δεν αποτέλεσαν αντικείμενο δικαστικής κρίσης ως προς την ουσία τους.
Πρώτον, οι περιβαλλοντικές οργανώσεις δεν απολαμβάνουν «προνομιακό καθεστώς» στο ενωσιακό δίκαιο, όπως αναφέρει η Νομική Υπηρεσία. Ο ιδιαίτερος ρόλος που τους αναγνωρίζεται συνδέεται με τη λειτουργία τους ως φορέων προάσπισης του δημόσιου περιβαλλοντικού συμφέροντος και με τις απαιτήσεις της Σύμβασης του Aarhus και του ενωσιακού δικαίου για ουσιαστική συμμετοχή του κοινού και αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε περιβαλλοντικές υποθέσεις. Η πρόσβαση αυτή δεν συνιστά προνόμιο· αντιθέτως, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του συστήματος περιβαλλοντικής διακυβέρνησης και λογοδοσίας που έχει διαμορφωθεί σε διεθνές και ενωσιακό επίπεδο. Η ειδική μεταχείριση που αναγνωρίζεται στις περιβαλλοντικές οργανώσεις δεν αποσκοπεί στην παροχή προνομίων, αλλά στην αντιμετώπιση των ιδιαίτερων δυσκολιών που παρουσιάζει η δικαστική προστασία διάχυτων περιβαλλοντικών συμφερόντων.
Δεύτερον, η ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών προθεσμιών για προσφυγή κατά διοικητικών πράξεων στο πλαίσιο του άρθρου 146 του Συντάγματος συνιστά αναμφίβολα σύνθετο ζήτημα διοικητικού δικαίου. Η υπόθεση, ωστόσο, αναδεικνύει ένα ευρύτερο ερώτημα: ποιο είναι το κατάλληλο σημείο ισορροπίας μεταξύ της ασφάλειας δικαίου και της ανάγκης διασφάλισης αποτελεσματικής πρόσβασης των περιβαλλοντικών οργανώσεων στη δικαιοσύνη; Όταν η γνώση μιας διοικητικής πράξης τεκμαίρεται με βάση τη γενική δημοσιότητα ενός έργου ή τη διαθεσιμότητα πληροφοριών στο διαδίκτυο, ανακύπτει το ερώτημα κατά πόσο μια τέτοια προσέγγιση ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της Σύμβασης του Aarhus και του ενωσιακού δικαίου για ευρεία και αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε περιβαλλοντικές υποθέσεις.
Τρίτον, το γεγονός ότι ένα έργο εντάσσεται στο Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ή εξυπηρετεί σημαντικούς οικονομικούς, κοινωνικούς ή αναπτυξιακούς στόχους δεν μπορεί από μόνο του να καθορίσει την περιβαλλοντική του αποδοχή. Η υλοποίηση τέτοιων έργων προϋποθέτει πάντοτε συμμόρφωση με τις θεμελιώδεις αρχές του περιβαλλοντικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένης της αρχής της πρόληψης και της υποχρέωσης αποφυγής πρόκλησης σημαντικής βλάβης στο περιβάλλον. Οι στόχοι της ανάπτυξης και της περιβαλλοντικής προστασίας δεν βρίσκονται σε σχέση ανταγωνισμού. Η πραγματική πρόκληση είναι η επίτευξή τους μέσα από διαδικασίες που διασφαλίζουν τη νομιμότητα, τη διαφάνεια και την περιβαλλοντική βιωσιμότητα των σχετικών αποφάσεων.
Η συζήτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το φως του άρθρου 7Α του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα κάθε προσώπου σε ασφαλές, καθαρό, υγιές και βιώσιμο περιβάλλον και αναγνωρίζει τη σημασία της πρόσβασης στη δικαιοσύνη και της αποτελεσματικής θεραπείας για την προστασία του. Η προστασία του περιβάλλοντος και η βιώσιμη ανάπτυξη δεν αποτελούν αντιθετικούς στόχους. Σε ένα κράτος δικαίου, το ζητούμενο δεν είναι η επιλογή μεταξύ των δύο, αλλά η διασφάλιση ότι οι αναπτυξιακές αποφάσεις λαμβάνονται μέσα από διαδικασίες νόμιμες, διαφανείς, επαρκώς αιτιολογημένες και περιβαλλοντικά τεκμηριωμένες.
Ιωάννα Χατζηγιάννη
Επίκουρη Καθηγήτρια Ευρωπαϊκού και Περιβαλλοντικού Δικαίου, Πανεπιστήμιο Κύπρου
Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Terra Cypria







