Τη δεκαετία του 1920, ο Διευθυντής Νιούχαμ αναδιάρθρωσε την Αγγλική Σχολή, που ήταν γνωστή ως Σχολή Νιούχαμ, δημιουργώντας Εμπορικό Κολλέγιο. Το πρόγραμμα σπουδών διαμορφώθηκε για να προετοιμάζει τους αποφοίτους για απασχόληση τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα [1]. Η δεκαετία του 1920 ήταν μια δύσκολη περίοδος για μια μεγάλη μερίδα της κοινωνίας. Οι υποχρεωτικές εκποιήσεις περιουσιών, η μεγάλη αύξηση των μεταναστευτικών ροών στα αστικά κέντρα, το κλείσιμο βιοτεχνιών στις πόλεις και η μετατροπή των ανεξάρτητων μικροτεχνιτών σε μισθωτούς στις φάμπρικες δημιούργησαν μαζική εξαθλίωση.[2]
Η ανάπτυξη της σχολής, σε συνδυασμό με τις οικονομικές δυσκολίες που περνούσε ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας, δημιούργησε μεγάλες οικονομικές πιέσεις στη λειτουργία της. Λόγω της οικονομικής κατάστασης της χώρας ήταν δύσκολο να πληρωθούν τα δίδακτρα. Σε επιστολή του προς τον Αποικιακό Γραμματέα (16 Ιουνίου 1923), ο Νιούχαμ έθετε το ζήτημα των οικονομικών δυσχερειών: «Όπως γνωρίζετε, η χώρα αντιμετωπίζει σοβαρή οικονομική δυσχέρεια και, κατά συνέπεια, είναι πολύ δύσκολο να εισπραχθούν τα σχολικά δίδακτρα... Ο συνολικός μισθός μου (ως επιθεωρητή σχολείων) θα διατεθεί εξ ολοκλήρου για τη διατήρηση της λειτουργίας του σχολείου» [3]. Σε άλλη επιστολή του προς τον αποικιακό γραμματέα, (Ιανουάριο 1924), ο Νιούχαμ πρότεινε το σχολείο να πάψει να είναι ιδιωτικό ίδρυμα και να γίνει δημόσιο [4].
Η επιβίωση της Σχολής Νιούχαμ έγινε εφικτή μόνο με παρέμβαση του κυβερνήτη Στορς, ο οποίος το 1928 ξεκίνησε μια εκστρατεία συγκέντρωσης κεφαλαίων με σκοπό να καταστήσει τη σχολή μόνιμη και δημόσια [5]. Στην ανακοίνωσή τoυ ο κυβερνήτης Στορς ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι για χρόνια εκπλήρωνε ένα σημαντικό ρόλο στην ζωή της Κύπρου και θα ήταν καταστροφή αν σταματούσε να λειτουργεί. [6] Τελικά, ως αποτέλεσμα της έκκλησής του συγκεντρώθηκε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό, το οποίο επέτρεψε στη σχολή να λειτουργήσει κανονικά κατά τη διάρκεια των δύσκολων χρόνων που ακολούθησαν, χωρίς όμως να γίνουν οι απαραίτητες επενδύσεις
Το Μνημόνιο του Νιούχαμ [7]
Στις 20 Απριλίου 1931, 6 μήνες πριν από τα Οκτωβριανά, ο Νιούχαμ υπέβαλε στο Γραφείο Παιδείας μνημόνιο για τη Σχολή. Ανέφερε ότι όταν ιδρύθηκε, οι αποικιακές αρχές δεν είχαν μεγάλες προσδοκίες. Δεν ανάμεναν μεγάλο αριθμό μαθητών και πίστευαν ότι οι πλείστοι θα προέρχονταν από μη ελληνορθόδοξες κοινότητες αφού η ελληνορθόδοξη κοινότητα είχε τα δικά της σχολεία. Δήλωνε επίσης ότι όταν ιδρύθηκε, υπήρχε καχυποψία και αντίδραση από την ελληνορθόδοξη κοινότητα. Αρκετοί ελληνορθόδοξοι μαθητές στέλνονταν σε σχολεία της Σμύρνης και της Βηρυτού κάτι που διακόπηκε με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου.
Κατά τον Νιούχαμ, η σχολή κέρδισε την εμπιστοσύνη των ελληνορθοδόξων διότι δεν ήταν ούτε κοσμικό ούτε ιεραποστολικό σχολείο και έδινε την ευκαιρία σε κάθε κοινότητα να παρέχει θρησκευτική καθοδήγηση στους μαθητές της, ενώ όλες οι θρησκευτικές ή πολιτικές συζητήσεις απαγορεύονταν. Όπως παραδέχεται ο Νιούχαμ όμως, σημαντικότερος λόγος που η σχολή προσέλκυσε τους ελληνορθόδοξους ήταν γιατί λειτουργούσε ως εναλλακτική λύση για όσους αποτύχαιναν στο γυμνάσιο. Οι μαθητές που αποτύγχαναν δεν επαναλάμβαναν την τάξη και προτιμούσαν να συνεχίσουν στη Σχολή στην ηλικία των 15 ή 16 ετών. Δεν παρέμεναν όμως για μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού πολλοί όταν αποκτούσαν γνώση της αγγλικής γλώσσας, αποχωρούσαν προκειμένου να βρουν εργασία. Οι μαθητές που παρέμεναν στις ανώτερες τάξεις για να παρακολουθήσουν εμπορικά μαθήματα ήταν λίγοι. Σαν αποτέλεσμα, περίπου το 50% των μαθητών ήταν καινούργιοι κάθε χρόνο. Στο μνημόνιο, ο Νιούχαμ αναφέρεται και στα οικονομικά της σχολής που δεν ήταν σε καλή κατάσταση. Μετά βίας καλύπτονταν τα τρέχοντα έξοδα, το οικοτροφείο λειτουργούσε με ζημιά, υπήρχαν ανεξόφλητα χρέη και προβλήματα με την είσπραξη των διδάκτρων. Ταυτόχρονα αντιμετώπιζε ανταγωνισμό από ιεραποστολικά σχολεία στη Βηρυτό και στη Λάρνακα. Τέλος, χαρακτήριζε τη σχολή ως Επαγγελματική Σχολή (Utilitarian school) με επίπεδο αντίστοιχο του επιπέδου ενός επαρχιακού δημόσιου σχολείου στη Βρετανία πριν 30 χρόνια. Ενώ ο Νιούχαμ δεν δίνει πολλές λεπτομέρειες για την οικονομική κατάσταση, ήταν γνωστό ότι η επιβίωση στηριζόταν στις πρωτοβουλίες του Κυβερνήτη Storrs, καθώς και σε βοήθεια που λάμβανε από τις αποικιακές Αρχές.
Φαίνεται ότι οι διάφορες συγκυρίες όπως ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος βοήθησαν στην αύξηση του αριθμού των ελληνορθόδοξων μαθητών. Παρ’ όλο που το μνημόνιο δίνει μεγάλη έμφαση στην πολιτική έναντι των θρησκευτικών ομάδων, αυτή η πολιτική ήταν ευθυγραμμισμένη με την πολιτική που χάραξε ο υπουργός Αποικιών λόρδος Κίμπερλυ το 1882. Ιδιαίτερα αρνητικό ήταν το γεγονός της συνεχούς μετακίνησης μαθητών. Σαν αποτέλεσμα, περίπου το 50% των μαθητών ήταν καινούργιοι κάθε χρόνο κάτι που στερούσε την ευκαιρία στη σχολή να αποκτήσει φυσιογνωμία και να εμπεδώσει υψηλό ακαδημαϊκό επίπεδο. Τέλος, από το μνημόνιο έλειπε το όραμα του Νιούχαμ.

Αξιολόγηση μετά τα Οκτωβριανά
Τα Οκτωβριανά του 1931 ήταν μια μεγάλη, βίαιη εξέγερση των Ελληνοκυπρίων εναντίον της βρετανικής αποικιακής διοίκησης στην Κύπρο. Ξέσπασαν με αφορμή την αυξανόμενη δυσαρέσκεια για τη βρετανική πολιτική και την άρνηση των Βρετανών να συζητήσουν την Ένωση με την Ελλάδα. Η εξέγερση κορυφώθηκε με τον εμπρησμό του κυβερνείου στη Λευκωσία από διαδηλωτές. Λίγους μήνες μετά τα Οκτωβριανά, είχαμε επιθεώρηση/αξιολόγηση της Σχολής από τον διευθυντή του Γραφείου Παιδείας, Τζέι Αρ Κούλεν. Στην αρχή της αξιολόγησης, [8] ο συμφωνεί με την περιγραφή του Νιούχαμ ότι έχει το επίπεδο ενός τυπικού αγγλικού επαρχιακού δημόσιου σχολείου με ορισμένα χαρακτηριστικά κατώτερου βρετανικού ιδιωτικού σχολείου.
Επισυναπτόταν κατάλογος του προσωπικού με τα προσόντα του, τα οποία όπως σημειώνει δεν ενέπνεαν ιδιαίτερο σεβασμό. Οι εκπαιδευτικοί εκπλήρωναν τα καθήκοντά τους, χωρίς όμως να καταβάλλουν οποιαδήποτε προσπάθεια να διακριθούν. Χρησιμοποιούν τυπικές κυπριακές μεθόδους μάθησης, βασισμένες στη σκληρή και μηχανική αποστήθιση, με ελάχιστη επεξήγηση και περιορισμένη σύνδεση με την πράξη. Θεωρούσε ατυχές ότι οι Βρετανοί καθηγητές, από τους οποίους θα ανέμενε κανείς να προσδώσουν σταθερότητα, είναι σχεδόν πάντοτε περαστικοί, χωρίς ενδιαφέρον να παραμείνουν και να ασκήσουν ουσιαστική επιρροή. Και αυτό οφειλόταν κυρίως στους χαμηλούς μισθούς.
Για τους μαθητές, ανέφερε, ότι δεν εγγράφονται από τις κατώτερες τάξεις, αλλά έρχονταν στο σχολείο αφού είχαν φοιτήσει για κάποια χρόνια αλλού. Το σχολείο εμφανιζόταν ως μια κάποια λύση, στο οποίο προσέφευγαν οι αδύνατοι μαθητές που απορρίπτονταν από το σύστημα των γυμνασίων. Στην πλειονότητά τους, αυτοί οι μαθητές ήταν μάλλον θορυβώδεις τύποι, που συνέβαλλαν ελάχιστα στην πρόοδο του σχολείου. Όσο για τα κτήρια θεωρήθηκαν ακατάλληλα. Δεν υπήρχε ούτε μία αίθουσα κατάλληλη για διδασκαλία τάξης κανονικού μεγέθους. Οι αίθουσες ήταν μικρές, σκοτεινές και αποπνικτικές. Το μέγεθος του πληθυσμού του σχολείου υπερέβαινε τις δυνατότητες των κτιριακών εγκαταστάσεων.
Το πρόγραμμα του σχολείου χαρακτηρίστηκε ως κατεξοχήν επαγγελματικό (Utilitarian). Δεν διδάσκονταν θεωρητικά μαθήματα. Δινόταν μεγάλη έμφαση στα αγγλικά (που αποτελούσαν τη βάση όλου του προγράμματος), με στόχο την προετοιμασία για τις κρατικές εξετάσεις αγγλικών. Οι απαιτήσεις των εξετάσεων καθόριζαν τα όρια των ενδιαφερόντων και του επιπέδου των μαθητών. Γι’ αυτό, τα αποτελέσματα στα μαθηματικά, τη γεωγραφία και τα γαλλικά ήταν χαμηλά. Προτεινόταν η βελτίωση, είτε με τη συμπερίληψη στο αναλυτικό πρόγραμμα ενός μαθήματος επιστήμης και μιας σύγχρονης γλώσσας, είτε με την αναβάθμιση του επιπέδου των εξετάσεων.
Η αξιολόγηση σε γενικές γραμμές ήταν αρνητική τόσο για τους εκπαιδευτικούς, που ήταν η ραχοκοκαλιά της σχολής, όσο και για το αναλυτικό πρόγραμμα, το οποίο δεν ανταποκρινόταν στις ανάγκες του αποικιακού καθεστώτος. Τα κτήρια θεωρήθηκαν προβληματικά και ο Κούλεν σημείωνε την ανάγκη για 6 νέες αίθουσες διδασκαλίας. Ιδιαίτερα αρνητική ήταν η αξιολόγηση των μαθητών οι οποίοι στην πλειονότητά τους ήταν περαστικοί από τη σχολή. Η εκτίμηση ότι ήταν του επιπέδου μιας επαρχιακής δημόσιας σχολής στη Βρετανία πριν από 30 χρόνια, ολοκλήρωνε την αξιολόγηση.
Συνέπειες
Μετά την εξέγερση του Οκτώβρη 1931, αλλά και με φόντο τη διάχυτη δυσφορία της δεκαετίας του 1920, η οποία οδήγησε και στην ανάδυση επαναστατικών τάσεων, διαμορφώθηκαν οι βασικές γραμμές της πολιτικής με την οποία οι Βρετανοί θα διοικούσαν την Κύπρο τη δεκαετία του 1930. Πέρα από την αστυνόμευση και τον αυταρχισμό, η νέα προσέγγιση της Αποικιακής Διοίκησης, στόχευε με συστηματικό τρόπο να αποσπάσει τη συναίνεση ενός τμήματος του πληθυσμού στην βρετανική κυριαρχία. Καταργήθηκαν οι εκλογές και οι αιρετοί μέχρι τότε αποικιακοί αξιωματούχοι. Για παράδειγμα, οι δήμαρχοι διορίζονταν με κύριο κριτήριο την ετοιμότητα να εφαρμόσουν την κυβερνητική πολιτική. Μέχρι τα μέσα του 1935 μπορεί να πει κάποιος ότι η κυβέρνηση απολάμβανε σχετική υποστήριξη από τα μεσαία στρώματα που πίστευαν σε ένα πιο ήρεμο περιβάλλον. [9]
Πριν από τα Οκτωβριανά, η αστική τάξη της Κύπρου ήταν μεν ενωτική, αλλά και μετριοπαθής αγγλόφιλη. Στο πλαίσιο των φιλοβρετανικών αισθημάτων τους δεν υπήρχε αντίφαση μεταξύ της άσκησης εθνικιστικής πολιτικής και επιδίωξης διορισμού σε ανώτερη θέση του αποικιακού καθεστώτος, όπως έγινε με τον διορισμό του Νεοπτόλεμου Πασχάλη σε δημόσιο κατήγορο. Εξάλλου, ήταν πάγιο αίτημα, η ανάδειξη Κυπρίων, που πάντα προέρχονταν από την ανώτερη κοινωνική τάξη, σε ψηλές θέσεις στη διοίκηση και δικαστική εξουσία. Κατά συνέπεια, οι αποικιοκράτες ήταν απογοητευμένοι από την αστική τάξη η οποία, με τα Οκτωβριανά, έχασε κάθε επιρροή τόσο μέσα στην ελληνοκυπριακή κοινότητα όσο και ανάμεσα στους Βρετανούς.
Ο Κυβερνήτης Σταμπς, λίγο πριν από τη συμπλήρωση της θητείας του στην Κύπρο, υπέβαλε υπόμνημα προς το υπουργείο Αποικιών (Οκτώβρης 1933), κάνοντας διάκριση μεταξύ των «αξιοσέβαστων» ή «Κυπρίων ανώτερης τάξης» και των ιδιοτελών «δημαγωγών» [10] θεωρώντας απαραίτητο ο νέος κυβερνήτης να μεταρρυθμίσει τη Μέση Εκπαίδευση με την εισαγωγή της «αγγλικής ατμόσφαιρας». Περιέγραψε τους ελληνόφωνες της Κύπρου με τους πιο υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς, παρατηρώντας ότι δεν υπάρχει ανάμεσά τους μια τάξη στις υπηρεσίες της οποίας μπορούσε η κυβέρνηση να υπολογίζει. Η εισήγησή του ήταν ότι έπρεπε ως κυβέρνηση να «εκθρέψουμε μια τέτοια τάξη». [11]
Αυτό προσπάθησαν να κάνουν με τις μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση, τόσο στη δημοτική το 1933, όσο και στη μέση το 1935. Αλλά αυτά δεν ήταν αρκετά. Ο νέος κυβερνήτης Πάλμερ πίστευε ότι υπήρχε ανάγκη για τη δημιουργία Σχολής Μέσης Εκπαίδευσης, με «αγγλικό χαρακτήρα», που θα διοικείτο με βάση τις αρχές που υποστήριζε το καθεστώς και με δηλωμένο στόχο να προετοιμάζει υποψηφίους για τη Δημόσια Υπηρεσία και για ανώτερες σπουδές. [12] Παράλληλα, θα δημιουργούσε μια αστική τάξη πάνω στην οποία θα μπορούσαν οι αποικιακές αρχές να στηριχτούν. Αυτή η νέα σχολή δεν θα ήταν απλά μια συνέχεια της Σχολής του Νιούχαμ (που τα προβλήματα την έκαναν να παραπαίει), αλλά μια διαφορετική σχολή με νέα επιβλητικά κτήρια, νέο αναλυτικό πρόγραμμα, οικοτροφεία, επαγγελματίες εκπαιδευτικούς, νέους τρόπους διοίκησης και νέους προσανατολισμούς.
*Απόφοιτου εκπαιδευτικού και πρώην υποδιευθυντή της Αγγλικής Σχολής
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Demetriades The English School Nicosia 1900-1960 σελ 104
[2] Ρολάνδος Κατσιαούνης, Η Διασκεπτική, 1946-1948 , σσ. 25-26.
[3] SA1/973/1923.
[4] SA1/1320/1926/1. Newham to Chief Secretary, 10th January 1924.
[5] SA1/1373/28.
[6] SA1/1373/28
[7] SA1:638/1932
[8] SA1/638/1932
[9] Heraclidou, Imperial control in Cyprus, σ. 70.
[10] Rappas, Cyprus in the 1930s σ. 29-30
[11] Κατσιαούνης, Διασκεπτική, 1946-1948, σ. 40.
[12] Heraclidou, Imperial control in Cyprus,, σ. 67.







