Στη Δράμα, όπως και στην Καλαμάτα, πριν μία εβδομάδα, δύο γυναίκες δολοφονήθηκαν από τους συζύγους τους μέσα στα σπίτια τους, δεχόμενες και οι δύο πολλαπλές μαχαιριές, σύμφωνα με τα ευρήματα των ιατροδικαστικών εξετάσεων. Στη Δράμα ο δράστης, αστυνομικός στο επάγγελμα, ο οποίος φέρεται να είχε προηγουμένως απειλήσει ότι θα τη σκοτώσει, εντοπίστηκε λίγο αργότερα, νεκρός, ενώ ο δράστης της Καλαμάτας συνελήφθη. Οι ειδήσεις αυτές έφτασαν και στην Κύπρο ως νέες υποθέσεις-σοκ. «Οικογενειακή τραγωδία», «τη ζήλευε υπερβολικά», έγραψαν διάφορα ελληνικά ΜΜΕ, σε δημοσιεύματα τα οποία αναδημοσιεύθηκαν και στην Κύπρο.
Κάθε φορά που μια γυναίκα δολοφονείται από τον σύζυγο, τον σύντροφο ή τον πρώην σύντροφό της, η δημόσια συζήτηση μοιάζει να ακολουθεί την ίδια, σχεδόν προβλέψιμη διαδρομή. Πρώτα έρχεται το σοκ. Μετά οι λεπτομέρειες, συχνά με τρόπο ωμό, σχεδόν ανατριχιαστικό. Και ύστερα, σχεδόν μηχανικά, οι λέξεις που μαλακώνουν το έγκλημα. «Οικογενειακή τραγωδία», «έγκλημα πάθους», «εν βρασμώ ψυχής», «τη ζήλευε», «δεν άντεξε τον χωρισμό», «την αγαπούσε παράφορα».
Μόνο που αυτές οι λέξεις δεν είναι αθώες. Δεν περιγράφουν απλώς. Ερμηνεύουν. Και συχνά, χωρίς να το λένε ευθέως, μετακινούν το βάρος από την πράξη του δράστη στο συναίσθημά του. Από τη γυναίκα που δολοφονήθηκε, στον άνδρα που «θόλωσε». Από τη βία, στην «αγάπη» που δήθεν ξέφυγε. Από την ευθύνη, στην παρόρμηση.
Αυτό είναι το επόμενο βήμα που οφείλουμε να συζητήσουμε. Όχι μόνο ότι οι γυναικοκτονίες πρέπει να καταδικάζονται. Αυτό, πλέον, θα έπρεπε να είναι αυτονόητο. Το ζήτημα είναι πώς μιλάμε για αυτές. Γιατί όταν μια γυναικοκτονία παρουσιάζεται ως προσωπική κατάρρευση, ως στιγμιαία απώλεια ελέγχου ή ως αποτέλεσμα ζήλιας, τότε παύει να φαίνεται ως αυτό που είναι: η ακραία κατάληξη μιας σχέσης εξουσίας, ελέγχου και ιδιοκτησιακής αντίληψης πάνω στη ζωή μιας γυναίκας.
Η ζήλια δεν σκοτώνει. Ο χωρισμός δεν σκοτώνει. Η απόρριψη δεν σκοτώνει. Σκοτώνει ο άνθρωπος που πιστεύει ότι έχει δικαίωμα να τιμωρήσει μια γυναίκα επειδή έφυγε, επειδή αντιστάθηκε, επειδή αποφάσισε ότι η ζωή της δεν του ανήκει. Και αυτή η διαφορά δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι η ουσία.
Όταν λέμε «οικογενειακή τραγωδία», κρύβουμε τον δράστη μέσα στην οικογένεια. Όταν λέμε «έγκλημα πάθους», ντύνουμε τη βία με συναίσθημα. Όταν λέμε «την αγαπούσε υπερβολικά», παραποιούμε την αγάπη και την κάνουμε άλλοθι. Όταν αναζητούμε διαρκώς τι τον οδήγησε εκεί, κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε ποια δεν πρόλαβε να φύγει, να σωθεί, να ζήσει.
Η γλώσσα έχει δύναμη. Διαμορφώνει την κοινωνική ανοχή. Επηρεάζει το πώς αντιλαμβανόμαστε το έγκλημα, τον θύτη, το θύμα. Αν κάθε γυναικοκτονία περιγράφεται ως μεμονωμένο ξέσπασμα, τότε δεν βλέπουμε το μοτίβο. Δεν βλέπουμε τα προειδοποιητικά σημάδια, τις απειλές, τον έλεγχο, την κλιμάκωση της βίας, τη στιγμή που μια γυναίκα κινδυνεύει περισσότερο επειδή ακριβώς προσπαθεί να φύγει.
Και για αυτό χρειάζεται προσοχή. Από τα μέσα ενημέρωσης, από την Πολιτεία, από όλους μας. Η γυναικοκτονία δεν είναι μια «κακή στιγμή». Δεν είναι μια ιδιωτική υπόθεση που ξέφυγε. Δεν είναι η τραγωδία ενός ζευγαριού. Είναι κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα. Είναι η πιο βίαιη έκφραση μιας κουλτούρας που ακόμη δυσκολεύεται να δεχθεί ότι μια γυναίκα έχει το δικαίωμα να λέει «όχι», να φεύγει, να χωρίζει, να συνεχίζει.
Αν θέλουμε πραγματικά να σταθούμε απέναντι στις γυναικοκτονίες, πρέπει να αρχίσουμε από το αυτονόητο να τις ονομάζουμε σωστά. Όχι για λόγους πολιτικής ορθότητας. Αλλά γιατί μόνο όταν ονομάζεις σωστά τη βία μπορείς και να την αντιμετωπίσεις. Γιατί κάθε φορά που βαφτίζουμε μια γυναικοκτονία «τραγωδία» αφαιρούμε κάτι από την ευθύνη του δράστη. Και κάθε φορά που αποτυγχάνουμε να την πούμε με το όνομά της αφήνουμε χώρο στην επόμενη σιωπή, στην επόμενη ανοχή, στην επόμενη γυναίκα που δεν θα προλάβει να σωθεί.







