Του Χρυσόστομου Περικλέους
Ένα μυθιστόρημα κατεξοχήν πολιτικό, χωρίς όμως να κάνει πολιτική.
‘Ένα μυθιστόρημα που αναδεικνύει τη γυναίκα χωρίς, ωστόσο, να αναδίδει φεμινισμό.
Μια ερωτική ιστορία μακράν από του να είναι ρομάντζο.
Ο έρωτας ως φυσική έλξη κι άλλοτε ως αστραποβόλο κτύπημα, φωτιά που καίει.
Στο πανάρχαιο δίδυμο κυνηγοί/καρποσυλλέκτες,
ο άνδρας να άγεται από το macho, το μαχητικό ένστικτο, κυνηγός. Ο ένας να έλκεται από την πολιτική δράση πιο πολύ όταν υπάρχει ένταση και αντιπαράθεση, ο άλλος να άγεται από το ένστικτο της φυσικής δύναμης και της βίας. Και μες στο καμίνι της δράσης να μπλέκεται και ο έρωτας, αλλά πάντα δεύτερος. Και στον ένα και στον άλλο.
Η γυναίκα πιο κοντά στη γη, καρποσυλλέκτης, να κινείται ανάμεσα στο αίσθημα και τις κοινωνικές συμβάσεις. Κι όταν μπλέκεται στην πολιτική δράση, να μη χάνει μέσα σ’ αυτήν τη γυναικεία ευαισθησία, να θέγεται από τον έρωτα και να δίνεται σ’ αυτόν. Στη γυναίκα ο έρωτας πάντα πρώτος.
Η Κατερίνα Λιασή, με το πρώτο της μυθιστόρημα, Καλοκαίρια βαθιά χωμένα στην άμμο, βακχικόν, 2025, υπερβαίνει το πρωτόλειο. Σφικτά δομημένος ο μύθος, λειτουργική η διαδοχή των εικόνων, πειστικοί οι χαρακτήρες. Τρία κορίτσια, η Αντριάνα, η Μάρθα, η Φεριντέ, στην περιοχή της Φανερωμένης εκεί που έσμιγαν η ελληνική κι η τουρκική συνοικία της Λευκωσίας, στα χρόνια της αθωότητας πριν ενσκήψει η καταιγίδα του 1963-64. Ο μύθος ξετυλίγεται, απ’ εκεί και πέρα, μέσα στη δεκαετία ’64-74. Η ένοπλη βία, οι σκοτωμοί, ο φόβος, το κλίμα ανασφάλειας, κόβουν μαχαίρι την ανέμελη ξεγνοιασιά και σπάνε τους κρίκους στη φιλία των τριών κοριτσιών. Η Φεριντέ χάνεται στον τουρκομαχαλλά, η Αντριάνα με την οικογένειά της φεύγουν στον Στρόβολο.
Με την επιστροφή της Αντριάνας, πτυχιούχου νομικής πλέον, από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, βγαίνει στη σκηνή ο Δήμος, φιλική κι ερωτική σχέση από παλιά με την Αντριάνα, περίπου λογοδοσμένοι. Παρότι καθηγητής φιλόλογος, αρνείται τη δημοσιοϋπαλληλική ασφάλεια, στρατεύεται στις τάξεις του ΑΚΕΛ και συμμετέχει στην πολιτική αναμέτρηση της Αριστεράς με τη φασιστική Δεξιά και τα πλοκάμια της χούντας στην Κύπρο. Βρισκόμαστε στο 1973, εποχή κορύφωσης της φασιστικής βίας.
Ο Δήμος στο λιμάνι για να παραλάβει την Αντριάνα, προσμένει, τώρα που πάνε ευθεία στον γάμο, το ερωτικό σμίξιμο που του αρνείται ως τώρα. Καθώς όμως την αγκαλιάζει, την νιώθει απόμακρη, σχεδόν ψυχρή. Αυτής ο νους της να τρέχει αλλού, στον Νικήτα.
Ο Νικήτας, πολυτάλαντος γόης, πρώην αγωνιστής της ΕΟΚΑ, διαβόητος στις μάχες του 1963-64, τώρα πλεγμένος βαθιά στην ένοπλη βία της ΕΟΚΑ Β’, να ξεπαστρέψουν τον Παπά και να φέρουν την Ένωση. Τον είδε τότε στις μάχες του ’64, ένοπλο με το μπερέ της ΕΟΚΑ, να καταχειροκροτείται από το πλήθος στην Πλατεία Μεταξά -αυτή έφηβη μαθήτρια- κι εκεί που τυχαία έπεσε απάνω της το βλέμμα του, μαγνητικό, ένιωσε για πρώτη φορά γυναίκα. Τώρα, στο πλοίο της επιστροφής από τη Θεσσαλονίκη, τον βλέπει ξανά, κι εκεί που σταυρώνονται οι ματιές τους, της κολλά κυριολεκτικά επιμένοντας πως του θυμίζει κάτι, κι εκείνη, που τον αναγνώρισε αμέσως και ταράχτηκε όπως τότε, ομολογεί.
Από εκείνη τη στιγμή, καταρρέει ο κόσμος που είχε οικοδομήσει ως τότε. Να παντρευτεί τον Δήμο, και να μπει σε μια ζωή ρουτίνας που την απέλπιζε. Γιατί δεν δόθηκε στον Δήμο τόσον καιρό αφήνεται μετέωρο. Ωστόσο, η απωθημένη μέσα της ερωτική διάθεση, ξυπνώντας απροσδόκητα την εφηβική φαντασίωση, θα εκραγεί τελικά ασυγκράτητη στο σμίξιμό της με τον Νικήτα, αδιαφορώντας για όσα της έλεγαν οι δικοί της για ΕΟΚΑ Β’ και τέτοια, αφημένη στην ορμή και τη γοητεία του.
Οι δραματικές πολιτικές εξελίξεις, η επέλαση της φασιστικής βίας, το κύμα του φόβου και της σιωπής των απλών ανθρώπων όταν δεν είναι αδιαφορία, δεν αποτελούν πεδίο σχολιασμού ή κριτικής ανάλυσης. Βγαίνουν στην επιφάνεια όπως βιώνονται από τους ανθρώπους. Η ανάδειξη της γυναίκας ως ενεργού συντελεστή του κοινωνικού βίου βγαίνει από μόνη της μέσα από την εκδίπλωση του μύθου. Δεν υπάρχει αντιπαράθεση ανδρός/γυναικός, δεν υπάρχει φεμινιστική ρητορική. Η γυναίκα αναδεικνύεται μέσα από τη δράση και εν γένει την παρουσία στα κοινωνικά δρώμενα.
Κι ο έρωτας, που η γυναίκα δίνεται ολοκληρωτικά σ’ αυτόν, δεν είναι ο ρομαντικός έρωτας ευτυχισμένων ημερών. Το ασυγκράτητο ερωτικό σμίξιμο της Αντριάνας με τον Νικήτα γκρεμίζεται στο βάραθρο όταν τον βλέπει, ένοπλο πραξικοπηματία, να συλλαμβάνει τον Δήμο και άλλους, μαζί κι αυτήν, και να εξαφανίζεται μετά την εισβολή, αφήνοντάς την στο απόλυτο κενό. Η Κλειώ, συντρόφισσα του Δήμου στο Κόμμα και κρυφά ερωτευμένη μαζί του, που τον κερδίζει μετά την απιστία της Αντριάνας και του προσφέρει τον στερημένο έρωτα, τον χάνει σκοτωμένο στον Πενταδάκτυλο μετά που είχε αφεθεί από τη φυλακή κι είχε τρέξει να υπερασπιστεί την πατρίδα.
Μέσα στη δίνη του πολέμου, γκρεμίζονται όνειρα, χάνονται άνθρωποι, χάνεται η Κύπρος.







