Ο εγκέφαλος αλλάζει συνεχώς, ακόμη και τις ημέρες που τίποτα δεν μοιάζει να αλλάζει. Μια αντίδραση γίνεται λίγο πιο εύκολη, μια διαδρομή λίγο πιο οικεία, μια προσδοκία λίγο πιο αυτόματη.
Αυτή η αθόρυβη ικανότητα ονομάζεται νευροπλαστικότητα: η δυνατότητα του νευρικού συστήματος να μεταβάλλεται λειτουργικά και δομικά μέσα από τη μάθηση και την εμπειρία. Η νευροπλαστικότητα, όμως, δεν έχει από μόνη της θετική κατεύθυνση. Οι ίδιες διεργασίες που επιτρέπουν την προσαρμογή μπορούν να υποστηρίξουν την αλλαγή ή να παγιώσουν παλιές αντιδράσεις.
Η πλαστικότητα δεν είναι από μόνη της θεραπεία. Ενισχύει τη δυνατότητα μάθησης, δεν καθορίζει όμως τι θα μάθει ο εγκέφαλος. Το περιβάλλον, οι σχέσεις, η συμπεριφορά και η επανάληψη δίνουν κατεύθυνση στην αλλαγή. Και η αλλαγή σπάνια έρχεται ως μια μεγάλη στιγμή μεταμόρφωσης. Χτίζεται μέσα από όσα κάνουμε ξανά και ξανά.
Ένα τρέξιμο δεν κάνει κάποιον δρομέα. Ένα ποίημα δεν κάνει κάποιον ποιητή. Μία παρόρμηση για χρήση που δεν έγινε πράξη δεν τελειώνει τον εθισμό. Ένα ήρεμο πρωινό δεν θεραπεύει το άγχος.
Αλλά η επανάληψη έχει σημασία. Η κατάθλιψη, το άγχος, το τραύμα και ο εθισμός έχουν διαφορετικές αιτίες. Σε πολλές από αυτές τις καταστάσεις, όμως, συναντάται ένα κοινό επίπεδο: ο τρόπος με τον οποίο ο εγκέφαλος μαθαίνει από αυτό που ακολουθεί ένα δύσκολο συναίσθημα.
Το αρνητικό συναίσθημα δεν είναι μόνο κάτι που νιώθουμε. Μπορεί επίσης να είναι μια στιγμή κατά την οποία αυτό που ακολουθεί αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τη μάθηση. Όταν εμφανίζεται φόβος, ντροπή, θλίψη, παρόρμηση ή σωματική διέγερση, ο εγκέφαλος δεν καταγράφει μόνο τη δυσφορία. Μαθαίνει και τι συμβαίνει μετά.
Αν ο φόβος ακολουθείται επανειλημμένα από διαφυγή, η διαφυγή μαθαίνεται ως δρόμος προς την ασφάλεια. Αν η παρόρμηση ακολουθείται από χρήση, η χρήση μαθαίνεται ως ανακούφιση. Αν η ντροπή ακολουθείται επανειλημμένα από απόσυρση ή κρύψιμο, η απομάκρυνση μαθαίνεται ως τρόπος προστασίας.
Το συναίσθημα αρχίζει έτσι να κουβαλά μια πρόβλεψη. Με τον καιρό, αυτή μπορεί να οργανώσει και την ιστορία που λέμε για τον εαυτό μας: «Δεν είμαι ασφαλής», «κάτι δεν πάει καλά με μένα», «τίποτα δεν θα αλλάξει». Το οικείο αρχίζει να μοιάζει αληθινό.
Τα αρνητικά συναισθήματα μας προειδοποιούν για κίνδυνο, απώλεια ή ανάγκη. Γίνονται όμως επιβλαβή όταν συνδέονται σταθερά με τις ίδιες προβλέψεις και αντιδράσεις.
Η αλλαγή χρειάζεται κάτι περισσότερο από κατανόηση. Ένας άνθρωπος μπορεί να ξέρει ότι είναι ασφαλής και παρ’ όλα αυτά να νιώθει απειλή. Μπορεί να ξέρει ότι μια παρόρμηση θα περάσει και να νιώθει ότι πρέπει να την υπακούσει. Το νευρικό σύστημα χρειάζεται επαναλαμβανόμενες εμπειρίες που προσφέρουν διαφορετικά στοιχεία, ιδιαίτερα όταν ενεργοποιείται η παλιά πρόβλεψη.
Αυτή την αρχή αξιοποιούν πολλές παρεμβάσεις. Στην έκθεση, το άτομο παραμένει σε μια κατάσταση που φοβάται και βιώνει μια διαφορετική κατάληξη από αυτήν που ανέμενε. Στη συμπεριφορική ενεργοποίηση, μια μικρή πράξη, όπως ένας περίπατος ή μια συζήτηση, μπορεί να δείξει ότι η δράση εξακολουθεί να οδηγεί κάπου.
Η ενσυνειδητότητα εκπαιδεύει τη σχέση ανάμεσα στο εσωτερικό γεγονός και στη συμπεριφορά. Μια σκέψη μπορεί να εμφανιστεί χωρίς να γίνει αλήθεια. Μια παρόρμηση μπορεί να ανέβει χωρίς να γίνει πράξη. Η αναπνοή μπορεί να υποστηρίξει τη ρύθμιση της σωματικής διέγερσης, ενώ ο ύπνος συμβάλλει στη σταθεροποίηση νέων εμπειριών.
Τίποτα από αυτά δεν σημαίνει ότι κάποιος μπορεί να ξεπεράσει την κατάθλιψη, το τραύμα ή τον εθισμό με θετική σκέψη ή περισσότερη πειθαρχία. Ο εγκέφαλος αλλάζει μέσα σε ένα σώμα, μια ιστορία, ένα περιβάλλον και ένα σύνολο σχέσεων. Η βιολογία, η ασφάλεια, η φαρμακευτική αγωγή, το στρες και η υποστήριξη έχουν σημασία.
Αλλά η επαναλαμβανόμενη διαφορετική εμπειρία έχει κι αυτή σημασία. Ένα τρέξιμο γίνεται άλλο ένα τρέξιμο, μετά μια εβδομάδα τρεξίματος, μετά ένας μαραθώνιος. Μια πρόταση γίνεται σελίδα, μετά χειρόγραφο, μετά βιβλίο. Μια παρόρμηση που περνά χωρίς να γίνει πράξη γίνεται ένδειξη ότι μπορούμε να αντέξουμε τη δυσφορία χωρίς διαφυγή. Ένα ήρεμο πρωινό γίνεται ένδειξη ότι το νευρικό σύστημα μπορεί να ξαναμάθει την ασφάλεια.
Ο εγκέφαλος δεν αλλάζει επειδή το απαιτήσαμε μία φορά. Αλλάζει επειδή επιστρέφουμε, ξανά και ξανά, σε εμπειρίες που του διδάσκουν κάτι διαφορετικό. Ο στόχος δεν είναι να σβήσουμε το αρνητικό συναίσθημα. Ο φόβος, η θλίψη, η ντροπή, η ματαίωση και η παρόρμηση είναι μέρος του να είσαι άνθρωπος. Ο στόχος είναι να διδάξουμε στον εγκέφαλο ότι αυτές οι καταστάσεις δεν χρειάζεται να γίνουν ταυτότητα, πρόβλεψη ή πεπρωμένο.
Ίσως αυτό να είναι τελικά η αλλαγή: όχι να γίνουμε εντελώς καινούργιοι άνθρωποι, αλλά να δώσουμε στον εγκέφαλο αρκετές νέες εμπειρίες ώστε η παλιά διαδρομή να μην είναι πια η μόνη διαθέσιμη.
*Υποψήφιου διδάκτορα στη Μεταφραστική Νευροφαρμακολογία, Εργαστήριο Μεταφραστικής Νευροφαρμακολογίας, Κέντρο Εφαρμοσμένης Νευροεπιστήμης, Πανεπιστήμιο Κύπρου






