Κάθε φορά που ακούω να επανέρχεται η συζήτηση για το ενιαίο κράτος, συνειδητοποιώ ότι γνωρίζουμε ελάχιστα για την τελευταία φορά που αυτό αποτέλεσε πραγματικό αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Σκέφτηκα πως η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα μπορούσε να γίνει ένα ενδιαφέρον άρθρο. Ξαναγύρισα στα βιβλία και στα ντοκουμέντα. Τελικά, αποδείχθηκε πως ήταν μόνο η αφετηρία του.
Διάβασα επιστολές, απομνημονεύματα, υπηρεσιακά έγγραφα, δημοσιογραφικές διασκέψεις και εφημερίδες της εποχής, τα πρόσφατα δημοσιευμένα αρχεία της ΚΥΠ και, βέβαια, το υλικό που ήρθε στο φως μέσα από τον Φάκελο της Κύπρου.
Κάπου ανάμεσα σε όλες αυτές τις πηγές βρέθηκα μπροστά σε κάτι που δεν γνώριζα.
Στις 13 Ιουλίου 1974, μόλις δύο ημέρες πριν από το πραξικόπημα, οι δύο συνταγματικοί εμπειρογνώμονες των δύο πλευρών, ο Μιχάλης Δεκλερής και ο Ορχάν Αλντικατσί, είχαν ολοκληρώσει το τελευταίο κοινό κείμενο στο οποίο είχαν συμφωνήσει. Το κείμενο προοριζόταν να τεθεί ενώπιον των δύο διαπραγματευτών, του Γλαύκου Κληρίδη και του Ραούφ Ντενκτάς, στις 16 Ιουλίου, ώστε να ληφθούν οι επόμενες πολιτικές αποφάσεις. Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι αυτό από μόνο του άξιζε ένα άρθρο. Όσο, όμως, συνέχιζα να διαβάζω, άρχισα να συνειδητοποιώ ότι η πιο ενδιαφέρουσα ιστορία βρισκόταν αλλού. Οι εφημερίδες των ημερών εκείνων μου αποκάλυψαν κάτι απρόσμενο. Περίμενα ότι μια τόσο προχωρημένη φάση των συνομιλιών θα είχε απασχολήσει έντονα τη δημόσια ζωή. Δεν είχε. Οι ειδήσεις για τις συνομιλίες ήταν ελάχιστες. Κάποιες ημέρες απουσίαζαν εντελώς από τις εφημερίδες.
Δεν ήταν μόνο οι εφημερίδες. Ήταν σαν ολόκληρη η δημόσια ζωή να είχε στραμμένο το βλέμμα της αλλού. Στη μεγάλη δημοσιογραφική διάσκεψη του Προέδρου Μακαρίου, στις 5 Ιουλίου 1974, υποβλήθηκαν σαράντα έξι ερωτήσεις. Μόνο μία αφορούσε τις ενδοκυπριακές συνομιλίες. Ο ίδιος απάντησε σύντομα και απαισιόδοξα, εκτιμώντας ότι οι τουρκικές θέσεις σχεδόν εκμηδένιζαν τα περιθώρια αισιοδοξίας.
Λίγες ημέρες αργότερα, μετά την εισβολή, όταν ο Γλαύκος Κληρίδης ερωτήθηκε σε ποιο στάδιο βρίσκονταν οι συνομιλίες πριν από τα γεγονότα, απάντησε συνοπτικά ότι οι δύο συνταγματολόγοι είχαν σημειώσει πρόοδο και εργάζονταν πάνω σε κοινές φόρμουλες για τα επίδικα ζητήματα. Και αυτή η απάντηση χάθηκε μέσα στην τραγωδία των ημερών. Τότε κατάλαβα ότι στην Κύπρο του Ιουλίου του 1974 εξελίσσονταν δύο παράλληλες ιστορίες.
Η μία γραφόταν μπροστά στα μάτια όλων. Οι σχέσεις Μακαρίου και Χούντας είχαν οδηγηθεί σε οριακό σημείο. Η ΕΟΚΑ Β΄, οι συγκρούσεις, οι φόβοι και οι φήμες μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον. Ήταν η ιστορία της πολιτικής κρίσης που οδηγούσε στο πραξικόπημα και, λίγες ημέρες αργότερα, στην τουρκική εισβολή.
Η άλλη γραφόταν σχεδόν αθόρυβα. Ήταν η ιστορία ανθρώπων που οι περισσότεροι Κύπριοι δεν γνώριζαν καν τα ονόματά τους και που συνέχιζαν να εργάζονται πάνω στις δυσκολότερες πτυχές μιας πιθανής συνταγματικής λύσης, χωρίς σχεδόν κανείς να παρακολουθεί τη δουλειά τους.
Ήμουν πια βέβαιη ότι το σημαντικότερο εύρημα της έρευνάς μου δεν θα ήταν το κοινό κείμενο της 13ης Ιουλίου. Γιατί εκεί άρχισα να συνειδητοποιώ ότι δεν μου έλειπε μόνο ένα ιστορικό γεγονός. Μου έλειπε η γνώση ολόκληρης της διαδρομής που οδηγεί σε μια σύγκλιση.
Γνωρίζουμε ελάχιστα για τον τρόπο με τον οποίο γεννιούνται οι συγκλίσεις στις διαπραγματεύσεις. Συνήθως βλέπουμε μόνο τους ηγέτες. Τις συναντήσεις τους. Τις δηλώσεις τους. Τα αδιέξοδα. Δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτε για τη δουλειά που προηγείται.
Κι όμως, οι συγκλίσεις δεν εμφανίζονται ξαφνικά σε μια διάσκεψη κορυφής. Είναι το αποτέλεσμα αμέτρητων ωρών εργασίας. Άνθρωποι με διαφορετικές γνώσεις εξετάζουν δεκάδες εναλλακτικές, απορρίπτουν λύσεις που δεν στέκουν, δοκιμάζουν νέες διατυπώσεις, προσπαθούν να συμφιλιώσουν ανάγκες που αρχικά μοιάζουν ασυμβίβαστες.
Όταν τελικά οι ηγέτες καλούνται να αποφασίσουν, δεν ξεκινούν από λευκό χαρτί. Πίσω από κάθε σύγκλιση έχουν προηγηθεί χρόνια επεξεργασίας, δοκιμών, αδιεξόδων και νέων προσπαθειών. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι διαπραγματεύσεις μπορούν να διεξάγονται δημόσια. Η εμπιστευτικότητα είναι συχνά αναγκαία προϋπόθεση για να μπορέσουν οι δύο πλευρές να δοκιμάσουν ιδέες χωρίς τον φόβο της άμεσης πολιτικής φθοράς.
Οι κοινωνίες, όμως, θα έπρεπε να γνωρίζουν πολύ περισσότερα για τα κοινά σημεία στα οποία καταλήγουν οι δύο πλευρές. Όχι μόνο το περιεχόμενό τους. Κυρίως το σκεπτικό που οδήγησε σε αυτά.
Ποιο πρόβλημα επιχειρούσε να λύσει κάθε πρόταση. Ποιες άλλες λύσεις εξετάστηκαν και γιατί εγκαταλείφθηκαν. Ποια ήταν τα διλήμματα. Ποιο ήταν το τίμημα κάθε επιλογής.
Γιατί μόνο τότε η κοινωνία μπορεί πραγματικά να συμμετέχει στον δημόσιο διάλογο. Διαφορετικά, οι πολίτες καλούνται να εγκρίνουν ή να απορρίψουν προτάσεις που εμφανίζονται μπροστά τους σαν τετελεσμένα, χωρίς να έχουν παρακολουθήσει τη διαδρομή που οδήγησε σε αυτές. Χωρίς να έχουν πιστέψει πραγματικά σε αυτές. Αυτό είναι, ίσως, το σημαντικότερο μάθημα που μου άφησε αυτή η έρευνα.
Οι κοινωνίες πρέπει να συνοδεύουν, όσο αυτό είναι δυνατόν, την πορεία των διαπραγματεύσεων. Να κατανοούν σταδιακά πώς διαμορφώνονται τα κοινά σημεία, όχι για να συμφωνούν υποχρεωτικά με αυτά, αλλά για να μπορούν να τα κρίνουν με γνώση.
Μια κοινωνία που γνωρίζει γιατί διαμορφώθηκε μια τέτοια κοινή θέση δύσκολα θα πειστεί ότι αποτελεί απλώς μια αυθαίρετη υποχώρηση ενός ηγέτη.
Και ένας νέος ηγέτης θα δυσκολευτεί περισσότερο να εγκαταλείψει όσα οικοδομήθηκαν επί χρόνια, όταν οι πολίτες γνωρίζουν ήδη τη λογική πάνω στην οποία στηρίχθηκαν.
Τελικά, η μεγαλύτερη αδυναμία των διαπραγματεύσεων δεν βρίσκεται μέσα στις αίθουσες όπου διεξάγονται. Βρίσκεται έξω από αυτές. Στην απόσταση που χωρίζει τη δουλειά των διαπραγματευτών από τη γνώση της κοινωνίας.
Καμιά λύση δεν μπορεί να αποκτήσει πραγματικά κοινωνικά θεμέλια, αν η κοινωνία δεν έχει συμμετάσχει, έστω νοητικά, στη διαδρομή που οδήγησε σε αυτήν. Η γνώση δεν εγγυάται τη συμφωνία. Εγγυάται, όμως, ότι η κοινωνία δεν θα βρεθεί ξανά μπροστά στις αποφάσεις ως ένας απλός θεατής της Ιστορίας.






