Υπάρχει έλλειψη νοσηλευτών και το Υπουργείο Υγείας, μεταξύ άλλων μέτρων που λαμβάνει, κατέθεσε πρόταση - νομοσχέδιο για τη διευκόλυνση στην εργοδότηση νοσηλευτών από τρίτες χώρες, με ταυτόχρονη διασφάλιση της γνώσης της ελληνικής γλώσσας. Συμφωνούν ιδιωτικά νοσηλευτήρια και κέντρα αποκατάστασης. Αντιδρούν οι συντεχνίες των νοσηλευτών και τελικά η Βουλή, η Επιτροπή Υγείας δηλαδή, αρχικά διστάζει να το συζητήσει, λόγω των αντιδράσεων που θα υπάρξουν σε περίπτωση ψήφισης.
Στη συζήτηση για τις πανεπιστημιακές κλινικές, φοιτητές Ιατρικής, ακαδημαϊκοί και άλλοι φορείς αναδεικνύουν εδώ και χρόνια την ανάγκη δημιουργίας τους, για αναβάθμιση των υπηρεσιών υγείας. Εμφανίζονται αντιδράσεις από συντεχνίες γιατρών και - για ακόμη μία φορά - στασιμότητα.
Τελικά, στον τομέα της υγείας ποιος αποφασίζει; Ποιος διοικεί; Ποιος κυβερνά;
Το ερώτημα είναι, μάλλον, ρητορικό. Όπως όλα δείχνουν, τον πρώτο λόγο δεν τον έχει το κράτος ή η Βουλή, αλλά οι συντεχνίες. Και, δυστυχώς, σε πολλές περιπτώσεις, ασθενείς και σύστημα υγείας καταλήγουν όμηροι των αποφάσεων και των συμφερόντων τους.
Ας πάρουμε για αρχή το νομοσχέδιο για τους νοσηλευτές από τρίτες χώρες.
Το νομοσχέδιο προνοεί ότι νοσηλευτές από τρίτες χώρες θα μπορούν να εγγράφονται στο Μητρώο Νοσηλευτών και να εργάζονται στην Κύπρο, με δύο βασικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με το υφιστάμενο καθεστώς: δεν θα απαιτείται η κατοχή μεταπτυχιακού τίτλου και το επίπεδο γνώσης της ελληνικής γλώσσας θα αναβαθμιστεί από στοιχειώδες σε ικανοποιητικό.
Παράλληλα, τίθεται σαφές ποσοτικό όριο, καθώς οι νοσηλευτές από τρίτες χώρες δεν θα μπορούν να υπερβαίνουν το 10% του συνολικού αριθμού των νοσηλευτών. Στην πράξη, το νομοσχέδιο αυτό αφορά έναν πολύ συγκεκριμένο και περιορισμένο αριθμό επαγγελματιών, απόφοιτους νοσηλευτικής, που έχουν σπουδάσει στην Κύπρο ή στην Ελλάδα, σε προγράμματα τα οποία λειτουργούν στην ελληνική γλώσσα ή συνοδεύονται από εκπαίδευση σε αυτήν.
Και εδώ προκύπτει το βασικό ερώτημα: Γιατί αυτοί οι άνθρωποι να μην μπορούν να εργαστούν;
Σήμερα, απόφοιτοι από τρίτες χώρες, που έχουν σπουδάσει στα ίδια πανεπιστήμια με τους Ευρωπαίους συναδέλφους τους, με τα ίδια προγράμματα σπουδών και την ίδια εκπαίδευση, δεν έχουν το ίδιο δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας, χωρίς πρόσθετες προϋποθέσεις. Πρόκειται για μια στρέβλωση που δύσκολα δικαιολογείται.
Κανείς δεν υποστηρίζει ότι το συγκεκριμένο μέτρο θα λύσει το πρόβλημα της έλλειψης νοσηλευτών. Οι ανάγκες είναι πολύ μεγαλύτερες και απαιτούν ευρύτερες παρεμβάσεις. Όμως, ακόμη και αν πρόκειται για μερικές δεκάδες επαγγελματιών, το ερώτημα παραμένει: Γιατί να μην αξιοποιηθούν;
Κεφάλαιο πανεπιστημιακές κλινικές. Ένα θέμα, που συζητείται πάνω από μια δεκαετία. Πρόκειται για τη μεταρρύθμιση, που στοχεύει στη θεσμοθέτηση πανεπιστημιακών κλινικών εντός του συστήματος υγείας, με στόχο την ενίσχυση της εκπαίδευσης, της έρευνας και της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας. Παρά τις κατά καιρούς προσπάθειες και τα διαφορετικά νομοθετικά σχέδια που κατατέθηκαν, η μεταρρύθμιση δεν προχώρησε. Οι αντιδράσεις, κυρίως από τις συντεχνίες των γιατρών, αποτέλεσαν έναν από τους βασικούς παράγοντες καθυστέρησης.
Και για να μην παρεξηγηθούμε, οι συντεχνίες έχουν ρόλο και λόγο. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι ανησυχίες τους είναι βάσιμες και οι παρεμβάσεις τους συμβάλλουν στη βελτίωση πολιτικών αποφάσεων. Δεν είναι όλα άσπρο ή μαύρο. Ωστόσο, υπάρχει μια λεπτή, αλλά κρίσιμη γραμμή, που δεν πρέπει να ξεπερνιέται. Και αυτή αφορά τη μετατροπή του συνδικαλιστικού λόγου, σε καθοριστικό παράγοντα λήψης αποφάσεων.
Όταν μεταρρυθμίσεις που, από όλους τους υπόλοιπους, θεωρούνται αναγκαίες για τη λειτουργία του συστήματος υγείας καθυστερούν ή ακυρώνονται υπό το βάρος αντιδράσεων απο τις συντεχνίες ιατρών ή και νοσηλευτών, τότε το πρόβλημα δεν είναι επιμέρους, είναι συστημικό.
Και έτσι μέχρι να βρεθεί μια Βουλή ή ένας Πρόεδρος, ο οποίος θα είναι όντως έτοιμος να «σπάσει αυγά», και δεν θα μένει στις προεκλογικές υποσχέσεις και στα «θα», θα συνεχίσουν να μας διοικούν οι συντεχνίες. νοσηλε






