Γλυκό, αρωματικό και άρρηκτα συνδεδεμένο με το κυπριακό καλοκαίρι, το σύκο δεν είναι μόνο μια νόστιμη επιλογή για το καθημερινό τραπέζι. Το φρούτο αυτό προσφέρει φυτικές ίνες, κάλιο, μαγνήσιο και άλλα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά, ενώ μπορεί να αποτελέσει μέρος μιας ισορροπημένης διατροφής.
Οι ποικιλίες του σύκου στην Κύπρο
Η Κύπρος διαθέτει αρκετές ποικιλίες σύκων, οι οποίες διαφέρουν ως προς το χρώμα, το μέγεθος, τη γεύση, αλλά και την εποχή κατά την οποία ωριμάζουν. Οι κυριότερες είναι:
Σμυρνέικα: Μονόφορη ποικιλία, με μεγάλο και ανοικτό ομφαλό και κοκκινωπή, αρωματική και γλυκιά σάρκα. Χρειάζεται επικονίαση από άγρια συκιά για να ωριμάσει τους καρπούς της. Ωριμάζει κυρίως από τα τέλη Ιουλίου έως τον Αύγουστο.
Βασιλικά: Ποικιλία με μέτριου μεγέθους, επιμήκεις καρπούς, βαθύ βαζανί χρώμα και κόκκινη σάρκα. Ξεχωρίζει για την καλή γεύση της. Η κύρια περίοδος συγκομιδής είναι συνήθως μέσα στο καλοκαίρι, από τον Ιούλιο έως τον Αύγουστο.
Βαζανάτα: Χαρακτηριστική ποικιλία που συναντάται στην Κύπρο, με μέτριους έως μεγάλους καρπούς, βαζανί φλούδα και σάρκα που μπορεί να είναι από ξανθή έως κόκκινη. Είναι ζωηρή και παραγωγική. Ωριμάζει κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες, με τη συγκομιδή να εκτείνεται συνήθως από τον Ιούλιο έως τον Αύγουστο.
Βάρδικα ή Βάρτικα: Παραδοσιακή κυπριακή ποικιλία με λευκοπράσινη φλούδα και κόκκινη σάρκα. Οι καρποί της είναι σχετικά μεγάλοι και εύγευστοι. Η ωρίμανσή της τοποθετείται κυρίως μέσα στο καλοκαίρι, συνήθως από τον Ιούλιο και μετά.
Ναπολιτάνα Νέγρα: Σκουρόχρωμη ποικιλία ιταλικής προέλευσης, η οποία καλλιεργείται και στην Κύπρο. Οι καρποί της έχουν χαρακτηριστικό σκούρο χρώμα και γλυκιά σάρκα. Η συγκομιδή της πραγματοποιείται κατά την καλοκαιρινή περίοδο, κυρίως από τον Ιούλιο έως τον Αύγουστο.
Τζεντίλ Μπιάνκα: Ιταλικής προέλευσης ποικιλία με ανοιχτόχρωμους καρπούς, που διαφοροποιείται εμφανώς από τις σκούρες ποικιλίες. Ωριμάζει κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, με την ακριβή περίοδο να εξαρτάται από την περιοχή και τις συνθήκες καλλιέργειας.
Στην Κύπρο συναντώνται επίσης παραδοσιακές τοπικές ονομασίες, όπως αντελούνικα, λευκαρίτικα, κοτσινιά ή κούτσινα, κρεμότικα και αρκοντικά. Τα αντελούνικα, για παράδειγμα, περιγράφονται ως μεγάλα σύκα με λευκόχρωμη εξωτερική επιφάνεια, κόκκινο εσωτερικό και γλυκόξινη γεύση.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η περίοδος ωρίμανσης δεν είναι απόλυτα ίδια κάθε χρόνο. Επηρεάζεται από την ποικιλία, την περιοχή καλλιέργειας, το υψόμετρο και τις καιρικές συνθήκες. Για αυτό οι αναφορές στους μήνες είναι ενδεικτικές και όχι αυστηρές ημερομηνίες.

Πλούσιο σε φυτικές ίνες
Ένα από τα σημαντικότερα διατροφικά χαρακτηριστικά του σύκου είναι η περιεκτικότητά του σε φυτικές ίνες. Σύμφωνα με τα διατροφικά δεδομένα του USDA, 100 γραμμάρια φρέσκων σύκων περιέχουν περίπου 2,9 γραμμάρια φυτικών ινών.
Οι φυτικές ίνες συμβάλλουν στην ομαλή λειτουργία του πεπτικού συστήματος και μπορούν να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση της δυσκοιλιότητας, καθώς αυξάνουν τον όγκο των κοπράνων και διευκολύνουν την κινητικότητα του εντέρου.
Κάλιο για την καρδιά και τους μυς
Το σύκο αποτελεί επίσης πηγή καλίου. Τα 100 γραμμάρια φρέσκου σύκου παρέχουν περίπου 232 mg καλίου.
Το κάλιο είναι απαραίτητος ηλεκτρολύτης και παίζει σημαντικό ρόλο στη λειτουργία των μυών και της καρδιάς. Παράλληλα, συμβάλλει στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, μεταξύ άλλων βοηθώντας τα νεφρά να αποβάλλουν περίσσεια νατρίου.
Περιέχει σημαντικά μέταλλα
Εκτός από το κάλιο, τα σύκα περιέχουν μικρότερες ποσότητες μαγνησίου, ασβεστίου, σιδήρου, χαλκού και μαγγανίου, καθώς και βιταμίνες, μεταξύ των οποίων βιταμίνη Κ και ορισμένες βιταμίνες του συμπλέγματος Β.
Αυτό σημαίνει ότι, παρότι ένα σύκο δεν μπορεί από μόνο του να καλύψει τις ημερήσιες ανάγκες του οργανισμού, η κατανάλωσή του μπορεί να συμβάλει στη συνολική πρόσληψη απαραίτητων μικροθρεπτικών συστατικών.
Χρειάζεται μέτρο
Η γλυκιά γεύση του σύκου οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στα φυσικά σάκχαρα που περιέχει. Τα 100 γραμμάρια φρέσκου σύκου αποδίδουν περίπου 74 θερμίδες και 19,2 γραμμάρια υδατανθράκων.
Για αυτό, όπως συμβαίνει και με κάθε φρούτο, η ποσότητα έχει σημασία, ιδιαίτερα για όσους χρειάζεται να προσέχουν συνολικά την πρόσληψη υδατανθράκων και σακχάρων.
Φρέσκο ή αποξηραμένο;
Εδώ υπάρχει μια σημαντική διαφορά. Κατά την αποξήρανση απομακρύνεται μεγάλο μέρος του νερού και έτσι τα θρεπτικά συστατικά, αλλά και οι θερμίδες και τα φυσικά σάκχαρα, γίνονται πολύ πιο συμπυκνωμένα.
Ενδεικτικά, 100 γραμμάρια αποξηραμένων σύκων αποδίδουν περίπου 249 θερμίδες και περιέχουν 9,8 γραμμάρια φυτικών ινών, έναντι περίπου 74 θερμίδων και 2,9 γραμμαρίων φυτικών ινών στα 100 γραμμάρια φρέσκων σύκων.
Τα αποξηραμένα σύκα είναι επίσης καλή πηγή καλίου, αλλά επειδή είναι πιο θερμιδικά και συμπυκνωμένα, χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή στην ποσότητα.
Ένα εύκολο και θρεπτικό καλοκαιρινό σνακ
Το φρέσκο σύκο μπορεί να καταναλωθεί μόνο του ή να συνδυαστεί με γιαούρτι, ξηρούς καρπούς, τυρί ή να προστεθεί σε σαλάτες. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να αποτελέσει ένα χορταστικό σνακ ή μέρος ενός γεύματος.
Όπως επισημαίνουν οι ειδικοί στη διατροφή, κανένα μεμονωμένο φρούτο δεν παρέχει όλα τα θρεπτικά συστατικά που χρειάζεται ο οργανισμός. Η ποικιλία στην κατανάλωση φρούτων και λαχανικών είναι επομένως σημαντικότερη από την αναζήτηση ενός «θαυματουργού» τροφίμου.
Το σύκο είναι ένα ιδιαίτερα γευστικό καλοκαιρινό φρούτο, με φυτικές ίνες, κάλιο και άλλα χρήσιμα μικροθρεπτικά συστατικά. Η κατανάλωσή του μπορεί να ενταχθεί σε μια ισορροπημένη διατροφή, με το φρέσκο σύκο να αποτελεί συνήθως την πιο ελαφριά επιλογή σε σχέση με το αποξηραμένο.






