Το κόστος διαμονής σε οίκους ευγηρίας στην Κύπρο εξελίσσεται σε μια σκληρή πραγματικότητα για εκατοντάδες οικογένειες, που καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανάγκη φροντίδας των ηλικιωμένων και στις οικονομικές τους δυνατότητες. Με τιμές που ξεκινούν από 1.400-1.500 ευρώ τον μήνα για βασική διαμονή και φτάνουν μέχρι και τις 5.000 ευρώ σε πιο απαιτητικές περιπτώσεις, η πρόσβαση σε αξιοπρεπή φροντίδα καθίσταται για πολλούς εξαιρετικά δύσκολη. Σε περιπτώσεις ηλικιωμένων που είναι κλινήρεις ή χρειάζονται αυξημένη φροντίδα και επίβλεψη, το κόστος μπορεί να ξεπεράσει τις 2.000 ευρώ, ιδιαίτερα όταν απαιτείται διαμονή σε μονόκλινο δωμάτιο. Αν προστεθούν υπηρεσίες όπως φυσικοθεραπεία, εργοθεραπεία ή άλλες εξειδικευμένες παρεμβάσεις, το συνολικό ποσό αυξάνεται δραματικά.
Επιδότηση εκτός πραγματικότητας
Ο πρόεδρος του Παγκύπριου Συνδέσμου Οίκων Ευγηρίας, Λούης Γρηγοριάδης, επισημαίνει ότι οι δομές καλούνται να καλύψουν ένα ευρύ φάσμα αναγκών, σε ένα περιβάλλον συνεχώς αυξανόμενου κόστους. Όπως αναφέρει, η αύξηση στο κόστος ενέργειας και λειτουργίας έχει επιβαρύνει σημαντικά τη βιωσιμότητα των οίκων, χωρίς αντίστοιχη αναπροσαρμογή της κρατικής στήριξης. Το ανώτατο ποσό που καταβάλλει το κράτος για επιδότηση διαμονής ανέρχεται στα 1.300 ευρώ, ποσό που καθορίστηκε το 2024 και παραμένει αμετάβλητο. Σύμφωνα με τον κ. Γρηγοριάδη, το ποσό αυτό αντιστοιχεί περίπου σε 45 ευρώ ημερησίως, καλύπτοντας διαμονή, σίτιση και 24ωρη φροντίδα. «Τουλάχιστον στα 1.500 ευρώ θα έπρεπε να είναι η μέγιστη κρατική βοήθεια», σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι η υφιστάμενη επιδότηση δεν ανταποκρίνεται στο σημερινό κόστος.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του Παρατηρητηρίου Τρίτης Ηλικίας, Δήμος Αντωνίου, τονίζει ότι η φροντίδα ηλικιωμένων δεν περιορίζεται στα βασικά. «Διαμονή σε οίκο ευγηρίας δεν σημαίνει απλά διασφαλίζω στον ηλικιωμένο ένα κρεβάτι και ένα πιάτο φαΐ», αναφέρει, εξηγώντας ότι οι ανάγκες περιλαμβάνουν από αναλώσιμα, όπως πάνες και γάζες, μέχρι εξειδικευμένο προσωπικό και συνεχή ιατρική παρακολούθηση. Όπως σημειώνει, η επιδότηση λειτουργεί συμπληρωματικά στο εισόδημα του ηλικιωμένου. Για παράδειγμα, σε σύνταξη 700 ευρώ, το κράτος καλύπτει τη διαφορά μέχρι το ανώτατο όριο. Ωστόσο, στην πράξη, πολλές οικογένειες καλούνται να συνεισφέρουν επιπλέον, είτε για απρόβλεπτα έξοδα είτε για τη φαρμακευτική αγωγή.
Την ίδια ώρα, εγείρεται και ζήτημα φορολόγησης. «Δεν είναι δυνατόν οι ηλικιωμένοι και οι οικογένειές τους να επιβαρύνονται με 9% ΦΠΑ», υπογραμμίζει, σημειώνοντας ότι η Κύπρος συγκαταλέγεται στις ελάχιστες χώρες της Ευρώπης που επιβάλλουν τέτοια φορολογία σε υπηρεσίες φροντίδας.
Πληρότητα και ελλείψεις
Παράλληλα με το αυξανόμενο κόστος, εντείνεται και η πίεση στις διαθέσιμες δομές. Τους τελευταίους μήνες καταγράφεται αυξημένη πληρότητα σε οίκους ευγηρίας, με αποτέλεσμα τη δημιουργία λιστών αναμονής. Το φαινόμενο αυτό συνδέεται με τον περιορισμένο αριθμό οίκων αλλά και με την απουσία νέων επενδύσεων τα τελευταία 15 χρόνια. Σύμφωνα με τον κ. Γρηγοριάδη, πρόκειται για έναν τομέα που δεν θεωρείται ελκυστικός για επενδυτές, λόγω του υψηλού λειτουργικού κόστους αλλά και των φορολογικών επιβαρύνσεων. Ταυτόχρονα, οι επιλογές κρατικής φροντίδας έχουν περιοριστεί σημαντικά. Από πέντε κρατικές δομές, που λειτουργούσαν στο παρελθόν, σήμερα παραμένει μόνο μία, γεγονός που περιορίζει σημαντικά τις επιλογές για άτομα με χαμηλά εισοδήματα. Ο κ. Αντωνίου προειδοποιεί ότι το πρόβλημα θα ενταθεί τα επόμενα χρόνια, καθώς ο πληθυσμός γερνά με αυξημένους ρυθμούς. Τονίζει ότι η Πολιτεία οφείλει να διασφαλίσει όχι μόνο την πρόσβαση σε δομές αλλά και σε υπηρεσίες μακροχρόνιας φροντίδας για ηλικιωμένους που παραμένουν στην κοινότητα.
Δεν προωθείται αύξηση
Πρόσφατα, το ζήτημα της επάρκειας της επιδότησης τέθηκε και σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, μέσω ερώτησης που κατέθεσε στις αρχές του έτους ο βουλευτής του ΑΚΕΛ Νίκος Κέττηρος προς τον υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Μαρίνο Μουσιούττα. Στην απάντησή του, ο υπουργός επανέλαβε ότι το ανώτατο ποσό επιδότησης ανέρχεται στα 1.300 ευρώ και παραχωρείται υπό συγκεκριμένα εισοδηματικά και κοινωνικά κριτήρια, κυρίως σε χαμηλοσυνταξιούχους και δικαιούχους του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος. Όπως σημείωσε, το κράτος καλύπτει τη διαφορά μεταξύ εισοδήματος και κόστους διαμονής μέχρι το καθορισμένο όριο. Ωστόσο, από την τοποθέτηση δεν προκύπτει πρόθεση για αύξηση του ποσού, παρά το γεγονός ότι το κόστος διαμονής έχει αυξηθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια, αφήνοντας ανοιχτό το ζήτημα της επάρκειας της στήριξης σε μια περίοδο όπου οι ανάγκες πολλαπλασιάζονται.







