Την ανάγκη συστηματικής διενέργειας αναλύσεων νερού και δημοσιοποίησης των αποτελεσμάτων τους, ώστε να απαντηθούν τα ερωτήματα που έχουν προκύψει για τη θάλασσα της Λεμεσού, υπογράμμισε ο μικροβιολόγος Δρ Πέτρος Καραγιάννης.
Μιλώντας στο ραδιόφωνο του Πολίτη 107.6 και 97.6 και στην εκπομπή «Δεύτερη Ματιά», ο Δρ Καραγιάννης ανέφερε ότι οι καταγγελίες πολιτών και το οπτικό υλικό που κυκλοφορεί δεν μπορούν να αγνοηθούν, τονίζοντας παράλληλα ότι οι απαντήσεις πρέπει να δοθούν μέσα από επιστημονικά δεδομένα.
«Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ούτε τις καταγγελίες ούτε το οπτικό υλικό που κυκλοφορεί. Από την άλλη πλευρά, για να εξαλειφθούν οποιεσδήποτε ανησυχίες, είναι απαραίτητο να παρουσιαστούν αποτελέσματα αναλύσεων νερού από διάφορες περιοχές», δήλωσε.
Όπως είπε, αυτό είναι «απολύτως αναγκαίο» και πρέπει να γίνεται συστηματικά, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν ενδείξεις ή υποψίες ότι ενδέχεται να υπάρχει πρόβλημα ρύπανσης.
«Υπάρχουν πολλά πιθανά σημεία προέλευσης της ρύπανσης»
Ο Δρ Καραγιάννης σημείωσε ότι η πιθανή επιβάρυνση της θάλασσας δεν συνδέεται αποκλειστικά με αποχετευτικά συστήματα.
«Δεν μιλάμε μόνο για αποχετευτικά συστήματα. Υπάρχουν πολλά πιθανά σημεία προέλευσης της ρύπανσης», ανέφερε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η ρύπανση μπορεί να προέρχεται από πλοία που βρίσκονται αγκυροβολημένα στον κόλπο της Λεμεσού, από σκάφη αναψυχής, από χερσαίες εγκαταστάσεις, από απορροές που καταλήγουν στη θάλασσα ή από άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες.
Παράλληλα, υπενθύμισε ότι κατά τους καλοκαιρινούς μήνες επικρατούν συνήθως νότιοι άνεμοι, οι οποίοι μεταφέρουν τα νερά προς τις παραλίες.
«Αν υπάρχει ρύπανση, αργά ή γρήγορα θα καταλήξει και στις ακτές όπου κολυμπά ο κόσμος», είπε.
«Αν η απόρριψη είναι συνεχής, μπορεί να δημιουργηθεί πρόβλημα»
Απαντώντας στο ερώτημα κατά πόσο η θάλασσα μπορεί να απορροφήσει μικρές επιβαρύνσεις, ο μικροβιολόγος εξήγησε ότι αυτό εξαρτάται από την έκταση και τη διάρκεια του φαινομένου.
«Αν πρόκειται για μικρές ποσότητες αποβλήτων ή μολυσμένου νερού, αυτές πιθανόν να αραιωθούν μέσα στον τεράστιο όγκο της θάλασσας», ανέφερε.
Πρόσθεσε ωστόσο ότι όταν η απόρριψη είναι συνεχής ή επαναλαμβανόμενη, «τα δεδομένα αλλάζουν και μπορεί να δημιουργηθεί πραγματικό πρόβλημα».
«Είτε 100 είτε 500 μέτρα, το νερό μετακινείται»
Σχολιάζοντας τη συζήτηση για αγωγό που καταλήγει πιο κοντά στην ακτή από ό,τι προβλέπεται, ο Δρ Καραγιάννης τόνισε ότι καθοριστικό στοιχείο είναι η ποιότητα του νερού και όχι μόνο η απόσταση.
«Όπως και να έχει, τα θαλάσσια ρεύματα και ο κυματισμός μετακινούν το νερό», είπε.
Όπως εξήγησε, είτε πρόκειται για απόσταση 100 μέτρων είτε για 500 μέτρα, εάν υπάρχει πρόβλημα στην ποιότητα του νερού, «αργά ή γρήγορα αυτό μπορεί να επηρεάσει την παραλία».
«Γι’ αυτό επιμένω ότι πρέπει να γίνουν αναλύσεις και να υπάρξουν σαφείς απαντήσεις με επιστημονικά δεδομένα», πρόσθεσε.
Ζητά πλήρη καταγραφή όλων των σημείων απόρριψης
Ο μικροβιολόγος υποστήριξε ότι για να εντοπιστεί η πραγματική αιτία του προβλήματος πρέπει πρώτα να καταγραφούν όλες οι πιθανές πηγές.
«Πρέπει να γίνει πλήρης καταγραφή όλων των πιθανών σημείων απόρριψης μολυσμένου νερού στη θάλασσα, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους», δήλωσε.
Όπως είπε, αυτό αφορά αποχετευτικά συστήματα, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, οικοδομικές δραστηριότητες αλλά και οποιαδήποτε άλλη πιθανή πηγή.
«Χωρίς καταγραφή όλων των πιθανών πηγών δεν μπορεί να εντοπιστεί η πραγματική αιτία», τόνισε.
Πιθανές επιπτώσεις στην υγεία
Ερωτηθείς για τους κινδύνους που μπορεί να προκύψουν από την επαφή με μολυσμένα νερά, ο Δρ Καραγιάννης ανέφερε ότι οι επιπτώσεις μπορεί να είναι πολλαπλές.
Σύμφωνα με τον ίδιο, μπορεί να παρουσιαστούν γαστρεντερικές λοιμώξεις, αναπνευστικά προβλήματα, δερματικές παθήσεις, καθώς και μολύνσεις στα μάτια ή στα αυτιά.
Ποια μικρόβια μπορεί να περιέχει το μολυσμένο νερό
Ο κ. Καραγιάννης εξήγησε ότι σε περίπτωση επιβάρυνσης από λύματα ή περιττώματα είναι δυνατόν να εντοπιστούν βακτήρια όπως το Escherichia coli (E. coli), η σαλμονέλα και το καμπυλοβακτηρίδιο (Campylobacter).
Παράλληλα ανέφερε ότι στο νερό μπορεί να μεταφέρονται και ιοί όπως η ηπατίτιδα Α, ο νοροϊός και ο ροταϊός.
Οι κίνδυνοι για την τροφική αλυσίδα
Ο μικροβιολόγος επεσήμανε ότι οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στους λουόμενους αλλά μπορεί να επηρεάσουν και τα θαλάσσια προϊόντα.
«Ορισμένοι οργανισμοί, όπως τα μύδια και τα στρείδια, φιλτράρουν μεγάλες ποσότητες νερού για να τραφούν», ανέφερε.
Όπως εξήγησε, εάν το νερό είναι μολυσμένο, οι οργανισμοί αυτοί μπορούν να συσσωρεύσουν μικροοργανισμούς και να τους μεταφέρουν στη συνέχεια στην τροφική αλυσίδα.
Υπενθύμισε μάλιστα ότι στην Κίνα, πριν από αρκετά χρόνια, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι προσβλήθηκαν από ηπατίτιδα Α έπειτα από κατανάλωση οστρακοειδών που δεν είχαν μαγειρευτεί επαρκώς.
«Η καλύτερη προστασία είναι η πρόληψη»
Σε ό,τι αφορά την προστασία των λουομένων, ο Δρ Καραγιάννης υποστήριξε ότι η καλύτερη άμυνα είναι η πρόληψη και η συστηματική παρακολούθηση της ποιότητας των νερών.
Όπως είπε, κατά την κολύμβηση είναι αναπόφευκτο να καταπίνουμε μικρές ποσότητες νερού, να αγγίζουμε τα μάτια μας ή να εισέρχεται νερό στα αυτιά.
Συνέστησε επίσης στα άτομα που έχουν ανοιχτές πληγές να τις καλύπτουν πριν μπουν στο νερό, είτε πρόκειται για θάλασσα είτε για πισίνα.
Παράλληλα υπενθύμισε ότι πέραν από μικρόβια και ιούς μπορεί να υπάρχουν και χημικές ουσίες οι οποίες δεν προκαλούν λοίμωξη αλλά ενδέχεται να ερεθίσουν τους βλεννογόνους της μύτης, του λαιμού ή του αναπνευστικού συστήματος.
«Χρειάζονται καταγραφή, έλεγχοι και διαφάνεια»
Κλείνοντας, ο Δρ Πέτρος Καραγιάννης συνόψισε τα μέτρα που θεωρεί απαραίτητα.
«Το βασικό μήνυμα είναι ότι χρειάζονται καταγραφή όλων των πιθανών σημείων απόρριψης στη θάλασσα, συστηματικοί και συχνοί δειγματοληπτικοί έλεγχοι και διαφάνεια στη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων», δήλωσε.
«Μόνο έτσι θα γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν υπάρχει πρόβλημα, από πού προέρχεται και πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί», κατέληξε.
Ακούστε ολόκληρη την παρέμβαση:






