Οι μαθητές της μέσης εκπαίδευσης επιστρέφουν σήμερα στα θρανία και μαζί τους φέρνουν όλα εκείνα τα προβλήματα που δεν έφυγαν ποτέ: τη βία, την παραβατικότητα, τις σοβαρές συναισθηματικές και μαθησιακές δυσκολίες, αλλά και τις εξαρτητικές συμπεριφορές. Απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα, μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικοί θα αναζητήσουν ξανά στήριξη από μια παραμελημένη Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας (ΥΕΨ), η οποία εδώ και χρόνια λειτουργεί με πολύ λιγότερο προσωπικό από αυτό που η ίδια η πολιτεία αναγνωρίζει ότι χρειάζεται.
Η ανάγκη δεν διαπιστώθηκε τώρα. Το Υπουργείο Παιδείας την κατέγραψε, την τεκμηρίωσε και ετοίμασε σχεδιασμό για ουσιαστική αναμόρφωσή της. Η πρόταση, η οποία υποβλήθηκε τον Νοέμβριο του 2025, προβλέπει την πρόσληψη 60 νέων εκπαιδευτικών ψυχολόγων σε βάθος τριετίας, με τις πρώτες 20 θέσεις να προγραμματίζονται για το 2027. Σχεδόν έναν χρόνο αργότερα, όμως, η ενίσχυση παραμένει στα χαρτιά και οι θέσεις των ψυχολόγων έχουν μετατραπεί σε αντικείμενο παζαρέματος μεταξύ των Υπουργείων Παιδείας και Οικονομικών.
Ζήτησε περικοπές το ΥΠΟΙΚ
Όπως κατέγραψε ο «Π» σε προηγούμενο ρεπορτάζ, το Υπουργείο Οικονομικών απέρριψε το αρχικό αίτημα για ένταξη 20 θέσεων στον προϋπολογισμό του 2027, επικαλούμενο τη μεγάλη αύξηση του προϋπολογισμού του Υπουργείου Παιδείας, ο οποίος φτάνει τα €1,7 δις.
Η συνέχεια, σύμφωνα με νεότερες πληροφορίες του «Π», δεν έφερε λύση αλλά μια πρόταση για τις μισές θέσεις και χωρίς πρόσθετη χρηματοδότηση. Κατόπιν πιέσεων από το Υπουργείο Παιδείας, το Υπουργείο Οικονομικών επανήλθε, προτείνοντας να ενταχθούν στον προϋπολογισμό του 2027 δέκα θέσεις εκπαιδευτικών ψυχολόγων. Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι δεν θα παραχωρηθεί επιπλέον κονδύλι και ότι το απαιτούμενο ποσό θα πρέπει να εξευρεθεί μέσα από τον προϋπολογισμό του ΥΠΑΝ. Η απάντηση του ΥΠΑΝ ήταν ότι ο προϋπολογισμός του είναι ήδη επιβαρυμένος και, χωρίς πρόσθετη χρηματοδότηση, δεν υπάρχει περιθώριο να ενταχθούν ούτε οι δέκα θέσεις.
Το «απαγορευτικό» κονδύλι
Για να προσληφθούν οι πρώτοι 20 εκπαιδευτικοί ψυχολόγοι, όπως προέβλεπε ο αρχικός σχεδιασμός, το κόστος για το 2027 υπολογίζεται, σύμφωνα με πληροφορίες του «Π», στις €210.000. Το ποσό αντιστοιχεί περίπου στο ένα τέταρτο του ετήσιου κόστους των θέσεων, καθώς μέχρι να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες έγκρισης, προκήρυξης και πρόσληψης δεν αναμένεται να απαιτηθεί ολόκληρη η ετήσια δαπάνη.
Αυτό είναι το ποσό που χωρίζει σήμερα τη διαπιστωμένη ανάγκη από την πράξη. Σε έναν προϋπολογισμό €1,7 δις, η κυβέρνηση δεν έχει ακόμη βρει €210.000 για να αρχίσει η ενίσχυση μιας υπηρεσίας που καλείται να στηρίξει περίπου 114 χιλιάδες μαθητές.
Τι αναφέρει η υπουργός Παιδείας
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η υπουργός Παιδείας Αθηνά Μιχαηλίδου δήλωσε την Παρασκευή, σε δημοσιογραφική διάσκεψη για την έναρξη της σχολικής χρονιάς, ότι στον προϋπολογισμό του 2027 θα περιληφθούν θέσεις εκπαιδευτικών ψυχολόγων. Δεν είπε, ωστόσο, πόσες θα είναι, εάν έχει εξασφαλιστεί η χρηματοδότησή τους και κατά πόσον πρόκειται για τις 20 θέσεις που προβλέπει ο σχεδιασμός ή για τις δέκα που πρότεινε στη συνέχεια το Υπουργείο Οικονομικών.
Η ασάφεια γίνεται μεγαλύτερη από τη γραπτή απάντηση που έδωσε η ίδια η Αθηνά Μιχαηλίδου στις 24 Αυγούστου σε ερώτηση του βουλευτή του ΑΚΕΛ Ανδρέα Πασιουρτίδη. Σε αυτήν αναφέρεται ότι η πρόταση για την αναβάθμιση της υπηρεσίας εξακολουθεί να εξετάζεται στο πλαίσιο του προϋπολογισμού του 2028.
Επομένως, ενώ ο σχεδιασμός προβλέπει έναρξη το 2027 με 20 προσλήψεις, η δημόσια τοποθέτηση της υπουργού περιορίζεται σε έναν απροσδιόριστο αριθμό θέσεων και η επίσημη γραπτή απάντησή της παραπέμπει την εξέταση του αιτήματος το 2028. Και ούτε η λέξη «εξετάζεται» αποτελεί έγκριση ούτε το 2028 συνιστά εγγύηση ότι η αναμόρφωση θα αρχίσει τότε.
Ένας για 1.700 μαθητές
Οι αριθμοί αποτυπώνουν το μέγεθος του κενού. Στην Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας εργάζονται συνολικά 71 ψυχολόγοι, εκ των οποίων 47 μόνιμοι, 19 εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου και πέντε εργοδοτούμενοι ορισμένου χρόνου.
Οι πέντε τελευταίοι προσελήφθησαν το 2026, μετά την αύξηση της οροφής απασχόλησης από 66 σε 71. Ο αριθμός των 71, όμως, δεν αποδίδει πλήρως τη δύναμη που είναι διαθέσιμη για τον γενικό μαθητικό πληθυσμό. Όπως διευκρινίζει η υπουργός, εάν ληφθεί υπόψη η μερική αποφόρτιση καθηκόντων ψυχολόγων για κάλυψη αναγκών σε ειδικά σχολεία, στην ίδια την υπηρεσία και στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, η πραγματική στελέχωση για περίπου 114 χιλιάδες μαθητές αντιστοιχεί σε 67 ψυχολόγους.
Η αναλογία διαμορφώνεται σε έναν ψυχολόγο ανά 1.700 μαθητές, έναντι ενός ανά 1.850 προηγουμένως. Η βελτίωση είναι μικρή μπροστά στο βάρος των αναγκών.
43 χιλιάδες κραυγές στήριξης
Οι παραπομπές δεν είναι απλώς αριθμοί σε έναν πίνακα. Πίσω από καθεμία βρίσκεται ένα παιδί που αντιμετωπίζει μια δυσκολία αρκετά σοβαρή ώστε να χρειάζεται την παρέμβαση ειδικού. Τα στοιχεία δείχνουν ότι μέσα σε πέντε σχολικές χρονιές οι παραπομπές ξεπέρασαν τις 43.000, ακολουθώντας σταθερά ανοδική πορεία:
7.229 παραπομπές το 2019-2020,
8.480 παραπομπές το 2021-2022,
9.316 παραπομπές το 2022-2023,
10.598 παραπομπές το 2023-2024.
Μέσα σε πέντε χρόνια καταγράφηκε αύξηση περίπου 47%. Μόνο το 2023-2024, 1.176 μαθητές, ποσοστό 11,1% των παραπομπών, οδηγήθηκαν στην υπηρεσία για προβλήματα που συνδέονταν με τη βία και τη συμπεριφορά. Άλλοι 941 μαθητές, ποσοστό 9%, αντιμετώπιζαν σοβαρές συναισθηματικές δυσκολίες, όπως κατάθλιψη, αγχώδεις διαταραχές και τραυματικές εμπειρίες.
Σε αυτά προστίθενται οι νέες μορφές εξάρτησης που περνούν την πόρτα των σχολείων. Το Υπουργείο Παιδείας έχει ήδη αναγνωρίσει περιπτώσεις μαθητών που χρειάστηκε να παραπεμφθούν σε εκπαιδευτικό ψυχολόγο λόγω έντονης εξάρτησης από το κινητό τηλέφωνο. Παράλληλα, 1.282 μαθητές της μέσης εκπαίδευσης χρειάστηκαν κατά τη σχολική χρονιά 2023-2024 συμβουλευτική παρέμβαση για εξαρτητικές συμπεριφορές που αφορούσαν το αλκοόλ, το κάπνισμα, τις παράνομες ουσίες και τον παθολογικό τζόγο, με 37 να παραπέμπονται σε εξειδικευμένα θεραπευτικά προγράμματα.
30-40 περιστατικά βίας ανά ψυχολόγο
Οι εκπαιδευτικοί ψυχολόγοι δεν αναλαμβάνουν μόνο την ατομική αξιολόγηση ενός παιδιού. Παρεμβαίνουν όταν ένα σχολείο βρίσκεται αντιμέτωπο με κρίση, συμμετέχουν στις ομάδες άμεσης παρέμβασης και συμβάλλουν στην πρόληψη και διαχείριση περιστατικών βίας, εκφοβισμού και παραβατικότητας.
Στηρίζουν, παράλληλα, τους εκπαιδευτικούς που βρίσκονται καθημερινά απέναντι σε παιδιά με σύνθετες ανάγκες, αλλά δεν διαθέτουν ούτε την εξειδίκευση ούτε τα εργαλεία για να τις διαχειριστούν μόνοι τους. Εκπαιδεύουν προσωπικό και γονείς, οργανώνουν βιωματικά εργαστήρια και βοηθούν τις σχολικές μονάδες να αναγνωρίζουν εγκαίρως συμπεριφορές που απαιτούν παρέμβαση.
Κάθε εκπαιδευτικός ψυχολόγος καλείται να διαχειριστεί ετησίως περίπου 30 έως 40 περιστατικά βίαιης ή παραβατικής συμπεριφοράς, πέρα από όλες τις υπόλοιπες αξιολογήσεις και παρεμβάσεις.






