Η συζήτηση στην κοινοβουλευτική επιτροπή Υγείας για τον ρόλο των προσωπικών γιατρών στο ΓεΣΥ προκάλεσε την έντονη αντίδραση του παθολόγου Ανδρέα Ιωάννου. Μιλώντας εκ μέρους του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου και εκπροσωπώντας προσωπικούς γιατρούς, απάντησε στις επικρίσεις βουλευτών για την εξυπηρέτηση των ασθενών και την έκδοση παραπεμπτικών.
«Μας προσβάλλετε, δίνουμε τα πάντα για να βγει η δουλεία. Στο ΓεΣΥ εφαρμόζοντα ποιοτικά κριτήρια και δείκτες ποιότητας και βρισκόμαστε σε συνεχή διαβούλευση με τον ΟΑΥ».
Είχαν προηγηθεί αναφορές μελών της επιτροπής σε προσωπικούς γιατρούς που, σύμφωνα με όσα υποστήριξαν, δεν εξετάζουν τους ασθενείς τους και περιορίζονται στην έκδοση παραπεμπτικών προς ειδικούς. Απαντώντας ειδικά στον χαρακτηρισμό «παραπεμπτικολόγοι», τον οποίο βουλευτής του ΑΚΕΛ απέδωσε σε γιατρούς, ο κ. Ιωάννου δήλωσε:
«Είναι προσβολή, τουλάχιστον για τους 150 ειδικούς παθολόγους που εγώ εκπροσωπώ να μας χαρακτηρίζουν παραπεμπτολόγους. Υπάρχουν συνάδερφοι που δίνουν τα πάντα για να βγει η δουλειά. Δεν δουλεύουμε μόνο με τα παραπεμπτικά. Υπάρχει ένα σεβαστός αριθμός συναδέρφων που κάνει αυτή τη δουλειά για πολλά χρόνια».
Στη συζήτηση τέθηκε επίσης το ανώτατο όριο των 2.500 δικαιούχων που μπορεί, βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας, να έχει εγγεγραμμένους ένας προσωπικός γιατρός. Βουλευτές ζήτησαν τη μείωσή του, υποστηρίζοντας ότι «είναι ένας πολύ μεγάλος αριθμός και οι γιατροί δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα». Ο κ. Ιωάννου αντέτεινε ότι «οι γιατροί με εμπειρία πολλών χρόνων που είχαν τα ιατρεία τους σε λειτουργία και πριν το ΓεΣΥ έχουν και τη γνώση και την οργάνωση και μπορούν να εξυπηρετήσουν όλους τους ασθενείς τους σωστά».
Αναφερόμενος, τέλος, στη διαφορετική κατάρτιση των γιατρών που ανέλαβαν καθήκοντα προσωπικού γιατρού, υπενθύμισε ότι κατά την έναρξη του ΓεΣΥ δεν υπήρχαν στην Κύπρο αρκετοί γιατροί με ειδικότητα στη γενική ιατρική. Στο Σύστημα εντάχθηκαν έτσι και ειδικοί παθολόγοι, ενώ γιατροί χωρίς ειδικότητα παρακολούθησαν ταχύρρυθμη εκπαίδευση.
«Οι ειδικοί που υπήρχαν τότε, ήταν παθολόγοι και ήταν γύρω στους 80, υπήρχαν κάποιοι λίγοι συνάδελφοι με ειδικότητα τη γενική ιατρική και οι υπόλοιποι ήταν γιατροί χωρίς ειδικότητα οι οποίοι πέρασαν από ταχύρρυθμη ειδική εκπαίδευση. Τώρα είμαστε γύρω στους 650 προσωπικούς γιατρούς, είμαστε γύρω στους 150 παθολόγους και άλλοι τόσοι σχεδόν της γενικής ιατρικής, οι γιατροί χωρίς ειδικότητα και βεβαίως οι παιδίατροι. Εκ των πραγμάτων υπάρχει ανομοιομορφία. Είμαστε γιατροί διαφορετικών ειδικοτήτων και προσπαθούμε να κάνουμε την ίδια δουλειά δηλαδή».






