Τον τελευταίο μήνα, τέσσερις διαφορετικές ανακοινώσεις-εκκλήσεις προς τους εθελοντές αιμοδότες είδαν το φως της δημοσιότητας, όλες με το ίδιο μήνυμα: Tα αποθέματα αίματος βρίσκονται σε χαμηλό, οριακό επίπεδο. Δεν πρόκειται, ωστόσο, για μεμονωμένα περιστατικά. Μια αναδρομή σε σχετικές ανακοινώσεις και δημοσιεύσεις δείχνει ότι μόνο τους τελευταίους έξι μήνες οι εκκλήσεις ξεπερνούν τις 10, σκιαγραφώντας μια εικόνα διαρκούς πίεσης στο σύστημα αιμοδοσίας.
Μέχρι πρότινος, τέτοιου είδους εκκλήσεις συνδέονταν κυρίως με περιόδους εορτών και τους καλοκαιρινούς μήνες, όταν παραδοσιακά μειωνόταν η προσέλευση των αιμοδοτών. Αυτό που καταγράφεται τον τελευταίο χρόνο, ωστόσο, συνιστά μια πρωτόγνωρη κατάσταση, με σοβαρές επιπτώσεις στο σύστημα υγείας της χώρας. Μεταγγίσεις, αιμοκαθάρσεις και θεραπείες αναβάλλονται, ενώ γιατροί και νοσηλευτές κρούουν εδώ και καιρό τον κώδωνα του κινδύνου για την επάρκεια αίματος.
Το πρόβλημα είναι εις γνώση των αρμόδιων αρχών, όπως και οι λόγοι που οδηγούν στη διαρκή αύξηση των αναγκών. Παρ' όλα αυτά, μέχρι σήμερα δεν έχουν ληφθεί εκείνες οι αποφάσεις που θα απέτρεπαν το σύστημα από το να φτάνει, κάθε φορά, ένα βήμα πριν από το χείλος του γκρεμού.

1 στους 10 αιμοδότης, αλλά…
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στους αριθμούς. Παρότι η Κύπρος συγκαταλέγεται στις χώρες με υψηλό ποσοστό εθελοντών αιμοδοτών, περίπου το 9% του πληθυσμού δίνει αίμα, τα δεδομένα δείχνουν ότι η ζήτηση αυξάνεται με ρυθμούς που το σύστημα δυσκολεύεται να ακολουθήσει. Σε ετήσια βάση συλλέγονται τουλάχιστον 70.000 μονάδες αίματος, αριθμός που αντιστοιχεί σε περίπου 190 μονάδες την ημέρα, με αυξομειώσεις ανάλογα με την περίοδο.
Την ίδια ώρα, οι ημερήσιες ανάγκες έχουν αυξηθεί θεαματικά. Ενώ πριν από τρία χρόνια απαιτούνταν περίπου 200 φιάλες αίματος την ημέρα, σήμερα οι ανάγκες φτάνουν κατά μέσο όρο τις 350 φιάλες ημερησίως.
Ανάλογη αύξηση καταγράφεται και στις μεταγγίσεις ερυθρών αιμοσφαιρίων: Από περίπου 72.000 μονάδες το 2023, στις 79.000 μονάδες το 2024, μια αύξηση της τάξης του 10% μέσα σε έναν χρόνο. Οι αριθμοί αυτοί δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας και εξηγούν γιατί οι εκκλήσεις για αιμοδοσία έχουν πάψει να είναι περιστασιακές και έχουν μετατραπεί σε σχεδόν μόνιμο φαινόμενο.
Πήγαν 5 από τους 120
Σε δηλώσεις της στον «Π», η διευθύντρια του Κέντρου Αίματος, Ανδρούλα Παναγιώτου, εξηγεί ότι ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν αυτή την περίοδο την προσέλευση των εθελοντών αιμοδοτών είναι οι εποχικές ιώσεις. «Όταν κάποιος αρρωστήσει πρέπει να περιμένει 15 ημέρες περίπου από την ημέρα ανάρρωσής του, ούτως ώστε να είναι σε θέση να δώσει αίμα και αυτό είναι κάτι που μας δυσκολεύει», αναφέρει.
Χαρακτηριστικό της κατάστασης είναι, όπως σημειώνει, πρόσφατο περιστατικό οργανωμένης αιμοδοσίας σε συγκεκριμένη περιοχή. «Προχθές είχαμε αιμοδοσία σε συγκεκριμένη περιοχή, πήραμε 120 τηλέφωνα, όλοι εθελοντές αιμοδότες της περιοχής και μόλις πέντε άτομα ήταν σε θέση και ήρθαν να δώσουν αίμα. Από τους υπόλοιπους ένα μεγάλο ποσοστό νοσούσε ή ήταν στο στάδιο της ανάρρωσης, ενώ κάποιοι άλλοι είχαν δώσει πρόσφατα αίμα, ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα που είχε γίνει τις ημέρες των εορτών, όπου πάλι τα αποθέματά μας ήταν χαμηλά».
Αύξηση χειρουργείων
Απαντώντας σε ερώτηση γιατί το σύστημα φτάνει τόσο συχνά στην ανάγκη επειγουσών εκκλήσεων, η κ. Παναγιώτου επισημαίνει ότι τα τελευταία τρία χρόνια οι ημερήσιες ανάγκες σε αίμα έχουν αυξηθεί σημαντικά. «Πριν από τρία χρόνια χρειαζόμασταν περίπου 200 φιάλες αίματος την ημέρα, και σήμερα οι ανάγκες μας φτάνουν στις 350 φιάλες αίματος».
Αναλύοντας τους λόγους πίσω από αυτή την αύξηση, αναφέρεται στην αύξηση των χειρουργείων που συνδέεται με την εφαρμογή του ΓεΣΥ, στην αύξηση των γυναικολογικών και των αιματολογικών περιστατικών, αλλά και στους περισσότερους πολυτραυματισμούς που προκύπτουν από τροχαίες οδικές συγκρούσεις. Άλλος ένας παράγοντας είναι οι πολυμεταγγιζόμενοι ασθενείς, οι οποίοι μπορεί να μην έχουν αυξηθεί αριθμητικά, αλλά, όπως τονίζει, «οι θαλασσαιμικοί μας είναι σε μια ηλικία που χρειάζονται πιο πολλές μεταγγίσεις».
Ερωτηθείσα η κ. Παναγιώτου ως προς τις ενέργειες που γίνονται ή που θα πρέπει να γίνουν για να αυξηθεί ο αριθμός των αιμοδοτών, αναφέρει ότι η Κύπρος διαθέτει μεγάλο αριθμό αιμοδοτών σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, απευθύνοντας την ίδια στιγμή έκκληση προς όσους είναι υγιείς να αφιερώσουν 30 λεπτά από τον χρόνο τους, για να μεταβούν στο πλησιέστερο κέντρο-σταθμό και να δώσουν αίμα.
Μεταγγιζόμενοι: Φτάνει πια
Την ώρα που οι ανάγκες σε αίμα είναι γνωστές, καταγεγραμμένες και ώς έναν βαθμό προβλέψιμες, οι πολυμεταγγιζόμενοι ασθενείς, ανάμεσά τους και τα άτομα με θαλασσαιμία, βρίσκονται ξανά αντιμέτωποι με αναβολές μεταγγίσεων και υπομεταγγίσεις λόγω μειωμένων αποθεμάτων. Μια κατάσταση που, όπως επισημαίνει σε δηλώσεις του στον «Π» ο πρόεδρος του Συνδέσμου Θαλασσαιμίας Μίλτος Μιλτιάδους, δεν αποτελεί ούτε κεραυνό εν αιθρία ούτε κάτι νέο, αλλά ένα πρόβλημα που τα τελευταία χρόνια επανέρχεται με ανησυχητική συχνότητα, κάτι που ο σύνδεσμος έχει επισημάνει πολλάκις, σε όλα τα επίπεδα.
Ο ίδιος τονίζει ότι δεν μπορεί η έλλειψη αίματος να αντιμετωπίζεται κάθε φορά ως «έκτακτη ανάγκη», όταν πρόκειται για ασθενείς που χρειάζονται μεταγγίσεις σε τακτά και σταθερά χρονικά διαστήματα, σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους. «Για τα άτομα με θαλασσαιμία, η ανάγκη για αίμα δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Είναι μόνιμη, συνεχής και απολύτως προβλέψιμη», σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι οι ασθενείς δεν μπορούν να ζουν με την αγωνία αν το σύστημα θα ανταποκριθεί κάθε φορά.
Αναβολή μεταγγίσεων
Ο κ. Μιλτιάδους εξηγεί ότι το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν, αντί για την απαιτούμενη ποσότητα αίματος, οι ασθενείς λαμβάνουν λιγότερες φιάλες ή όταν τα ραντεβού τους αναβάλλονται. «Όταν ένας άνθρωπος χρειάζεται δύο φιάλες για να καλύψει τις ανάγκες του οργανισμού του, δεν γίνεται να του χορηγείται μόνο μία ή να του λέμε ότι η μετάγγισή του θα μετατεθεί», αναφέρει, τονίζοντας ότι οι επιπτώσεις τέτοιων πρακτικών είναι αυτονόητες για την υγεία και την καθημερινότητα των ασθενών.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί, όπως σημειώνει, το γεγονός ότι τέτοιες αναβολές και υπομεταγγίσεις καταγράφονται ακόμη και εκτός περιόδων διακοπών, κάτι που, όπως λέει, θα έπρεπε να λειτουργήσει ως καμπανάκι για τους αρμόδιους. Κατά τον ίδιο, η διαχείριση της αιμοδοσίας εξακολουθεί να βασίζεται σε αποσπασματικές και συνεχείς εκκλήσεις της τελευταίας στιγμής, οι οποίες συχνά εξαντλούν τους μόνιμους αιμοδότες, αντί σε έναν σταθερό και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Επανασχεδιασμός τώρα
Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Θαλασσαιμίας διευκρινίζει ότι δεν αμφισβητείται ούτε η προσφορά των εθελοντών αιμοδοτών ούτε η προσπάθεια του προσωπικού και της διοίκησης του Κέντρου Αίματος, ωστόσο θέτει με έμφαση την ανάγκη επανασχεδιασμού της συνολικής στρατηγικής. Όπως εξηγεί, τα τελευταία χρόνια οι ανάγκες σε αίμα έχουν αυξηθεί, μεταξύ άλλων και λόγω των αλλαγών στο σύστημα υγείας και του μεγαλύτερου αριθμού και της φύσης των χειρουργικών επεμβάσεων, με τον ρυθμό αύξησης των αναγκών να ξεπερνά τον ρυθμό αύξησης των αιμοδοτών.
Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Μιλτιάδους επισημαίνει ότι η αιμοδοσία δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο σε περιστασιακές εκστρατείες ή σε δραματικές εκκλήσεις όταν τα αποθέματα βρίσκονται στο όριο. Αντίθετα, απαιτείται συστηματική και ουσιαστική διαφώτιση του κοινού, με στοχευμένες καμπάνιες ενημέρωσης και προσέλκυσης νέων αιμοδοτών, ώστε να δημιουργηθεί μια σταθερή και διευρυμένη βάση εθελοντικής προσφοράς.
Εξαντλήθηκε η υπομονή
«Δεν μπορεί η εύκολη λύση να είναι πάντοτε η αναβολή ή η υπομετάγγιση των θαλασσαιμικών. Αυτή η τακτική πρέπει να σταματήσει. Έχουμε εξαντληθεί, κι ο κόσμος μας είναι κουρασμένος και προβληματισμένος με την κατάσταση», τονίζει, σημειώνοντας ότι οι πολυμεταγγιζόμενοι ασθενείς είναι ενεργοί πολίτες, με επαγγελματικές και οικογενειακές υποχρεώσεις, τις οποίες δυσκολεύονται να καλύψουν όταν το ίδιο το σύστημα δεν τους διασφαλίζει τη βασική τους θεραπεία. Κάθε αναβολή ή μείωση μιας μετάγγισης δεν επηρεάζει μόνο την υγεία τους, αλλά διαταράσσει ολόκληρη την καθημερινότητά τους.
Αναγνωρίζοντας ότι γίνονται κάποιες ενέργειες από πλευράς Πολιτείας και ότι προωθείται η εθνική στρατηγική για το αίμα που μεσοπρόθεσμα μπορεί να βοηθήσει, ο κ. Μιλτιάδους επιμένει ότι απαιτούνται άμεσες και βιώσιμες λύσεις. «Δεν πάει άλλο. Δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση», υπογραμμίζει, καλώντας τους αρμόδιους να αναλάβουν την ευθύνη που τους αναλογεί, και παράλληλα απευθύνει θερμή παράκληση προς τους πολίτες που μπορούν να δώσουν αίμα, να στηρίξουν, για ακόμη μία φορά, μια ανάγκη που δεν είναι συγκυριακή, αλλά ζήτημα ζωής.
8 μέτρα για αύξηση των εθελοντών αιμοδοτών
Οι συνεχείς εκκλήσεις για αιμοδοσία και η επαναλαμβανόμενη εικόνα οριακών αποθεμάτων δεν αποτελούν, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Συνδέσμου Θαλασσαιμίας, Μίλτο Μιλτιάδους ένα άλυτο πρόβλημα. Αντίθετα, όπως επισημαίνει, υπάρχουν συγκεκριμένες παρεμβάσεις που μπορούν να εφαρμοστούν άμεσα, εφόσον υπάρξει πολιτική βούληση και μακροπρόθεσμος σχεδιασμός. Τα μέτρα αυτά έχουν ήδη κατατεθεί στο Υπουργείο Υγείας και αφορούν:
• Ριζικό επανασχεδιασμό της πολιτικής αιμοδοσίας, με έμφαση στη στρατηγική επικοινωνίας, τη στόχευση και τη συνέπεια, ώστε να σταματήσουν οι αποσπασματικές και κουραστικές εκκλήσεις.
• Στοχευμένες και επαγγελματικά σχεδιασμένες καμπάνιες, με διαφορετικά μηνύματα ανά ηλικιακή και κοινωνική ομάδα και συστηματική αξιοποίηση των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης με ανθρώπινες ιστορίες και θετικό μήνυμα.
• Θεσμική ενίσχυση της επικοινωνίας της αιμοδοσίας, μέσω δημιουργίας εξειδικευμένου τμήματος ή συνεργασίας με ειδικούς, καθώς και επανασύνδεση με παλαιούς αιμοδότες μέσω προσωπικής επικοινωνίας.
• Καθιέρωση σταθερών δράσεων αιμοδοσίας όλο τον χρόνο, με ενεργή συμμετοχή οργανισμών, επιχειρήσεων, δημόσιων και ημικρατικών φορέων και αναβίωση τοπικών αιμοδοσιών που ενισχύουν το αίσθημα κοινότητας.
• Βελτίωση της διαχείρισης και ορθολογική χρήση του αίματος, με ενιαίο σχεδιασμό, επιστημονικά τεκμηριωμένα πρωτόκολλα, καλύτερο έλεγχο των μεταγγίσεων και αξιοποίηση τεχνολογικών λύσεων για τη μείωση της σπατάλης.
• Επιτάχυνση και εφαρμογή της Εθνικής Στρατηγικής Αιμοδοσίας, ώστε να υπάρχει συνολικός σχεδιασμός και πρόβλεψη των αυξανόμενων αναγκών.
• Επένδυση στα σχολεία ως βασικό πυλώνα δημιουργίας νέας γενιάς αιμοδοτών, με βιωματική ενημέρωση, ζωντανά παραδείγματα και θεσμοθέτηση αιμοδοσιών σε λύκεια και τεχνικές σχολές.
• Ένταξη μη Κυπρίων που ζουν και εργάζονται στη χώρα στο σύστημα αιμοδοσίας, με σωστή ενημέρωση και ασφαλές πλαίσιο συμμετοχής.





