Στον «πάγο» έβαλε το Υπουργείο Οικονομικών το σχέδιο ουσιαστικής ενίσχυσης της Υπηρεσίας Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας, την ώρα που τα σχολεία ζητούν καθημερινά στήριξη και η Πολιτεία δηλώνει ότι θέλει να προλάβει τη βία, τις κρίσεις και τα προβλήματα πριν εκραγούν. Σύμφωνα με πληροφορίες του «Π», το Υπουργείο Παιδείας ζήτησε να περιληφθεί στον προϋπολογισμό του 2027 κονδύλι για προσλήψεις νέων εκπαιδευτικών ψυχολόγων και αναβάθμιση της ΥΕΨ. Η απάντηση του ΥΠΟΙΚ ήταν αρνητική. Το αίτημα δεν αφορούσε πολυτέλεια. Αφορούσε την ενίσχυση μιας υπηρεσίας που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της σχολικής καθημερινότητας και σήμερα λειτουργεί με 52 εκπαιδευτικούς ψυχολόγους για ολόκληρο το δημόσιο σχολείο.
Το πλάνο του ΥΠΑΝ
Ο σχεδιασμός του ΥΠΑΝ, όπως είναι σε θέση να γνωρίζει ο «Π», προβλέπει την πρόσληψη 60 νέων εκπαιδευτικών ψυχολόγων σε βάθος τριετίας, δηλαδή 20 κάθε χρόνο, ώστε η υπηρεσία να φτάσει στους 112. Με άλλα λόγια, το προσωπικό της να αυξηθεί πέραν του 100%.
Η πρόταση του ΥΠΑΝ περιλάμβανε και ενίσχυση της διοικητικής δομής της υπηρεσίας: τέσσερις επιπλέον θέσεις ανώτερων εκπαιδευτικών ψυχολόγων, κλίμακας Α13, ώστε από τέσσερις να γίνουν οκτώ, καθώς και αναβάθμιση της θέσης του/της υπευθύνου της ΥΕΨ από θέση πρώτου/ης εκπαιδευτικού ψυχολόγου σε θέση διευθυντή/τριας.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Υπουργείου Παιδείας, όταν θα ολοκληρωνόταν η τριετής εφαρμογή του σχεδίου και θα είχαν προσληφθεί όλοι οι νέοι εκπαιδευτικοί ψυχολόγοι, το ετήσιο κόστος θα ανερχόταν περίπου στα 3 εκατ. ευρώ. Ποσό που δύσκολα μπορεί να παρουσιαστεί ως απαγορευτικό, όταν μιλάμε για την υπηρεσία που καλείται να στηρίξει μαθητές, εκπαιδευτικούς και σχολεία μπροστά σε περιστατικά βίας, συναισθηματικές δυσκολίες, μαθησιακές ανάγκες και κρίσεις.
Το «όχι» του ΥΠΟΙΚ
Η αρνητική απάντηση του Υπουργείου Οικονομικών συνδέεται, σύμφωνα με πληροφορίες, με τη σημαντική αύξηση του προϋπολογισμού του ΥΠΑΝ για το 2027, λόγω και της σταδιακής εφαρμογής του νέου σχεδίου αξιολόγησης των εκπαιδευτικών. Το σχέδιο προϋποθέτει μεταξύ άλλων και νέες θέσεις εργασίας, όπως για παράδειγμα τη δημιουργία της θέσης του ανώτερου εκπαιδευτικού, γεγονός που συνεπάγεται πρόσθετο κόστος.
Στο Υπουργείο Παιδείας φαίνεται πως διαβιβάστηκε ότι το αίτημα μπορεί να επανέλθει τον επόμενο χρόνο, ώστε να εξεταστεί κατά πόσο μπορεί να περιληφθεί στον προϋπολογισμό του 2028. Με απλά λόγια, τα σχολεία καλούνται να περιμένουν. Οι μαθητές να περιμένουν. Οι εκπαιδευτικοί να περιμένουν. Οι οικογένειες να περιμένουν. Και μια ήδη πιεσμένη υπηρεσία να συνεχίσει να «τρέχει και να μην φτάνει».
Ένας ψυχολόγος για 1.850 μαθητές
Σήμερα η αναλογία στην ΥΕΨ είναι ένας εκπαιδευτικός ψυχολόγος για 1.850 μαθητές. Η απόσταση από τις πραγματικές ανάγκες είναι τεράστια, ιδιαίτερα εάν ληφθεί υπόψη ότι το διεθνές σημείο αναφοράς κινείται κοντά στον έναν ψυχολόγο ανά 500 μαθητές.
Τα στοιχεία εξηγούν γιατί το ΥΠΑΝ επέμενε στην ανάγκη ενίσχυσης της υπηρεσίας. Τα τελευταία χρόνια η ζήτηση για τις υπηρεσίες της αυξάνεται σταθερά, ενώ οι εκπαιδευτικοί ψυχολόγοι καλούνται να διαχειριστούν ολοένα πιο σύνθετα περιστατικά. Ενδεικτικά:
- 7.229 παραπομπές μαθητών τη σχολική χρονιά 2019-2020.
- 7.789 παραπομπές το 2020-2021.
- 8.480 παραπομπές το 2021-2022.
- 9.316 παραπομπές το 2022-2023.
- 10.598 παραπομπές το 2023-2024, εκ των οποίων 1.176 αφορούσαν περιστατικά βίας και προβλήματα συμπεριφοράς, ενώ άλλες 941 αφορούσαν σοβαρές συναισθηματικές δυσκολίες.
- Περισσότερες από 43.000 παραπομπές συνολικά μέσα σε πέντε σχολικά χρόνια
Η αντίφαση της Πολιτείας
Πίσω από κάθε αριθμό υπάρχει ένα παιδί, μία οικογένεια, ένας εκπαιδευτικός, μία σχολική μονάδα που ζητά καθοδήγηση. Υπάρχουν περιστατικά βίας και παραβατικής συμπεριφοράς, σοβαρές συναισθηματικές δυσκολίες, μαθησιακές και άλλες ανάγκες, κρίσεις που δεν μπορούν να περιμένουν τον επόμενο προϋπολογισμό.
Τα τελευταία χρόνια κάθε σοβαρό περιστατικό βίας, κάθε συζήτηση για την ψυχική υγεία των μαθητών, κάθε εξαγγελία για πρόληψη συνοδεύεται από διαβεβαιώσεις ότι το σχολείο πρέπει να ενισχυθεί. Ωστόσο, η υπηρεσία που καλείται να μετατρέψει αυτές τις εξαγγελίες σε πράξη παραμένει με 52 μόλις εκπαιδευτικούς ψυχολόγους για ολόκληρο το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα.
Η συζήτηση για την ΥΕΨ δεν αφορά μόνο αριθμούς και οργανικές θέσεις. Αφορά το ποιος στηρίζει τον μαθητή που δυσκολεύεται, τον εκπαιδευτικό που καλείται να διαχειριστεί περιστατικά βίας ή κρίσης μέσα στην τάξη, τον γονέα που αναζητά καθοδήγηση και το σχολείο που καλείται να λειτουργήσει όχι μόνο ως χώρος μάθησης, αλλά και ως χώρος πρόληψης, παρέμβασης και προστασίας.
Η απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών να μην εγκρίνει το κονδύλι μεταθέτει την ενίσχυση της ΥΕΨ τουλάχιστον για ακόμη έναν προϋπολογισμό, την ώρα που οι ανάγκες δεν αναβάλλονται. Αν το ζήτημα αντιμετωπίζεται μόνο ως δημοσιονομικός αριθμός, χάνεται η ουσία και το κόστος της μη παρέμβασης μπορεί να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερο από τα 3 εκατ. ευρώ.
Το ερώτημα, πλέον, δεν είναι αν η Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας χρειάζεται ενίσχυση. Τα ίδια τα στοιχεία απαντούν. Το ερώτημα είναι αν η Πολιτεία είναι διατεθειμένη να επενδύσει στην πρόληψη πριν τα προβλήματα φτάσουν ξανά στα πρωτοσέλιδα. Γιατί όταν μια υπηρεσία με αναλογία έναν ψυχολόγο ανά 1.850 μαθητές καλείται να σηκώσει το βάρος της σχολικής βίας, της ψυχικής υγείας, των μαθησιακών δυσκολιών και της στήριξης των εκπαιδευτικών, τότε το ζήτημα δεν είναι πλέον μόνο δημοσιονομικό. Είναι ζήτημα πολιτικής προτεραιότητας.






