Χαμηλές επιδόσεις, περιορισμένη επιμονή και περιέργεια, μειωμένο ενδιαφέρον για την ίδια τη διαδικασία της μάθησης και αίσθημα ανεπαρκούς στήριξης από το σχολείο και την οικογένεια. Αυτό είναι, σε γενικές γραμμές, το προφίλ του Κύπριου μαθητή που σκιαγραφεί η έκθεση PISA 2025. Ενός μαθητή που φοιτά σε ένα σύστημα με λιγότερες ελλείψεις προσωπικού και υλικών από τον μέσο όρο των χωρών του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), αλλά δεν βλέπει τους διαθέσιμους πόρους να μετατρέπονται σε ουσιαστική βοήθεια και καλύτερα μαθησιακά αποτελέσματα.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο έντονη, προσμετρώντας το ότι σχεδόν μία στις τέσσερις απαντήσεις των Κυπρίων μαθητών ηλικίας 15-16 ετών που συμμετείχαν στην αξιολόγηση, στην κατανόηση κειμένου, ήταν ταυτόχρονα λανθασμένη και υπερβολικά γρήγορη. Οι μαθητές, δηλαδή, απάντησαν χωρίς να αφιερώσουν τον χρόνο που κανονικά απαιτούσε η ερώτηση.
Πίσω από τους μέσους βαθμούς, η έκθεση καταγράφει ένα βαθύτερο πρόβλημα. Η Κύπρος δεν βρίσκεται απλώς κάτω από τον διεθνή μέσο όρο. Δείχνει να δυσκολεύεται να κρατήσει τους μαθητές ενεργούς, συγκεντρωμένους και πραγματικά συνδεδεμένους με τη μάθηση.
Πρωταθλητές στις βιαστικές απαντήσεις
Στην Κύπρο, το 24.9% των απαντήσεων στην κατανόηση κειμένου χαρακτηρίζεται από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) ως «βιαστικό». Πρόκειται για λανθασμένες απαντήσεις που δόθηκαν σε πολύ μικρότερο χρόνο από τον αναμενόμενο. Στον ΟΟΣΑ, το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 8,9%.
Η Κύπρος καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία. Το εύρημα δεν αποδεικνύει ότι οι μαθητές δεν γνώριζαν τις απαντήσεις. Δείχνει, όμως, ότι ένα μεγάλο μέρος των ερωτήσεων δεν αντιμετωπίστηκε με την απαιτούμενη προσοχή και προσπάθεια.
Η εικόνα αυτή δεν εμφανίζεται αποκομμένη από τα υπόλοιπα δεδομένα. Οι μαθητές στην Κύπρο παρουσιάζουν χαμηλότερους δείκτες επιμονής και περιέργειας σε σχέση με τον ΟΟΣΑ. Χαμηλότερα βρίσκονται επίσης η διάθεσή τους να αναζητήσουν βοήθεια, η εμπιστοσύνη στις δυνατότητές τους και η αντίληψη ότι μπορούν να εξελιχθούν μέσα από την προσπάθεια.
Μόλις το 43,5% θεωρεί ότι το σχολείο το προετοιμάζει ουσιαστικά για την ενήλικη ζωή, έναντι 51,4% στον ΟΟΣΑ. Χαμηλότερος είναι και ο δείκτης του αισθήματος του «ανήκειν», δηλαδή κατά πόσον οι μαθητές αισθάνονται αποδεκτοί και ενταγμένοι στη σχολική κοινότητα.
Πόροι υπάρχουν, αλλά δεν αποδίδουν
Η μεγάλη αντίφαση εντοπίζεται στους διαθέσιμους πόρους. Σύμφωνα με τις απαντήσεις των διευθύνσεων των σχολείων, το 51,5% των μαθητών στην Κύπρο φοιτά σε σχολεία όπου η διδασκαλία δεν επηρεάζεται από ελλείψεις εκπαιδευτικών. Το αντίστοιχο ποσοστό στον ΟΟΣΑ είναι 28,8%. Καλύτερη από τον διεθνή μέσο όρο είναι και η εικόνα στα υλικά μέσα. Το 52,2% των μαθητών βρίσκεται σε σχολεία όπου η διδασκαλία δεν εμποδίζεται από ελλείψεις εκπαιδευτικού υλικού ή υποδομών, έναντι 43,8% στον ΟΟΣΑ. Η σχετική επάρκεια σε προσωπικό και υλικά δεν φτάνει, ωστόσο, μέχρι τον μαθητή. Ο δείκτης της υποστήριξης που οι μαθητές θεωρούν ότι λαμβάνουν από τους εκπαιδευτικούς βρίσκεται στο -0,11, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι +0,03. Χαμηλότερα καταγράφεται και η οικογενειακή υποστήριξη, με -0,32 έναντι -0,19.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόσταση στη βοήθεια που προσφέρεται μεταξύ των ίδιων των μαθητών. Μόλις το 26,2% φοιτά σε σχολεία όπου λειτουργεί πρόγραμμα υποστήριξης μεταξύ συνομηλίκων, έναντι 51,2% στον ΟΟΣΑ.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το πρόβλημα της κυπριακής εκπαίδευσης δεν μπορεί να αποδίδεται μόνο στην έλλειψη χρημάτων, προσωπικού ή εξοπλισμού. Το σύστημα φαίνεται να διαθέτει σε μεγαλύτερο βαθμό από άλλες χώρες τα βασικά εργαλεία, αλλά δεν καταφέρνει να τα αξιοποιήσει με τρόπο που να γίνεται αισθητός μέσα στην τάξη.
Καθηλωμένοι στα χαμηλά
Οι βαθμοί των μαθητών επιβεβαιώνουν ότι η μεγάλη πτώση του 2022 δεν ήταν μια προσωρινή παρένθεση. Η Κύπρος δεν ανέκτησε το έδαφος που έχασε τότε. Αντίθετα, έμεινε καθηλωμένη στα ίδια χαμηλά επίπεδα και στα μαθηματικά υποχώρησε ακόμη περισσότερο.
Στις φυσικές επιστήμες συγκέντρωσε 411 μονάδες, έναντι 482 στον ΟΟΣΑ. Στην κατανόηση κειμένου περιορίστηκε στις 379 μονάδες, έναντι 461, ενώ στα μαθηματικά έφτασε τις 412 μονάδες, σε σύγκριση με 463 στον ΟΟΣΑ.
Η μεγαλύτερη απόσταση καταγράφεται στην κατανόηση κειμένου, όπου η Κύπρος βρίσκεται 82 μονάδες χαμηλότερα από τον ΟΟΣΑ. Στις φυσικές επιστήμες η διαφορά φτάνει τις 71 μονάδες και στα μαθηματικά τις 51.
Ανησυχητικό είναι και το ποσοστό των μαθητών που δεν κατακτά ούτε το βασικό επίπεδο επάρκειας. Στην Κύπρο, το 43,5% βρίσκεται κάτω από το βασικό επίπεδο και στα τρία αντικείμενα, έναντι 19,7% στον ΟΟΣΑ. Αντίθετα, μόλις το 4,6% φτάνει στις υψηλότερες βαθμίδες επίδοσης σε τουλάχιστον ένα αντικείμενο, ενώ στον ΟΟΣΑ το ποσοστό είναι 11,9%.
Χάθηκαν 70 μονάδες
Η σύγκριση σε βάθος χρόνου είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική. Στην κατανόηση κειμένου, η Κύπρος είχε συγκεντρώσει 449 μονάδες το 2012, 443 το 2015 και 424 το 2018. Το 2022 κατρακύλησε στις 381 μονάδες και το 2025 υποχώρησε στις 379. Μέσα σε 13 χρόνια χάθηκαν συνολικά 70 μονάδες.
Στα μαθηματικά, η επίδοση ήταν 440 μονάδες το 2012 και 437 το 2015. Το 2018 ανέβηκε στις 451 μονάδες, προτού πέσει στις 419 το 2022 και στις 412 το 2025. Σε επτά χρόνια χάθηκαν 39 μονάδες.
Στις φυσικές επιστήμες, η Κύπρος βρισκόταν στις 438 μονάδες το 2012, στις 433 το 2015 και στις 439 το 2018. Το 2022 υποχώρησε στις 411 μονάδες, όπου παρέμεινε και το 2025.
Η «σταθερότητα» που καταγράφεται σήμερα, συνεπώς, δεν αποτελεί επιτυχία. Σημαίνει ότι η Κύπρος δεν «βυθίστηκε» περισσότερο σε δύο αντικείμενα, αλλά ούτε κατάφερε να απομακρυνθεί από τα χαμηλά επίπεδα στα οποία έπεσε το 2022.
Έπιασε τόπο η απαγόρευση;
Αυστηρότερο από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ εμφανίζεται το πλαίσιο για τα κινητά και τις ψηφιακές συσκευές. Το 83,4% των μαθητών στην Κύπρο βρίσκεται σε σχολεία όπου απαγορεύονται τα κινητά τηλέφωνα, έναντι 49,5% στον ΟΟΣΑ. Επιπλέον, το 80,3% φοιτά σε σχολεία που διαθέτουν ειδικές οδηγίες για τη χρήση ψηφιακών συσκευών, έναντι 71,2%. Το 67,6% δηλώνει ότι διδάσκεται πώς να αξιολογεί πληροφορίες που παράγονται από εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης, ποσοστό υψηλότερο από το 62,6% του ΟΟΣΑ. Παρά τους κανονισμούς και τις απαγορεύσεις, μόλις το 37,4% των μαθητών δηλώνει ότι δεν αποσπάται από τη χρήση ψηφιακών συσκευών μέσα στην τάξη, έναντι 39,2% στον ΟΟΣΑ. Η ύπαρξη κανόνων, επομένως, δεν φαίνεται να αρκεί για να εξασφαλίσει συγκέντρωση και ουσιαστική συμμετοχή.
«Οι μεταρρυθμίσεις θέλουν χρόνο»
Το Υπουργείο Παιδείας επέλεξε πάντως να σταθεί κυρίως στη μικρότερη επίδραση των κοινωνικών ανισοτήτων στις επιδόσεις. Η διαφορά μεταξύ κοινωνικοοικονομικά προνομιούχων και μειονεκτούντων μαθητών είναι 73 μονάδες στην Κύπρο, έναντι 85 στον ΟΟΣΑ, ενώ το ποσοστό των «ανθεκτικών» μαθητών φτάνει το 15%, σε σύγκριση με 11,9%. Σε δήλωσή της η υπουργός Παιδείας Αθηνά Μιχαηλίδου ανέφερε ότι τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν την ανάγκη για σοβαρές μεταρρυθμίσεις, αλλά και την κατεύθυνση των αλλαγών που προωθεί η κυβέρνηση. Παραδέχθηκε ότι «υπάρχουν πολλά ακόμα που πρέπει να γίνουν», υποστήριξε όμως ότι τα δεδομένα δικαιώνουν τις μεταρρυθμιστικές επιλογές. Όπως ανέφερε, το υπουργείο έχει διαμορφώσει, μαζί με εμπειρογνώμονες του PISA, ολοκληρωμένο σχέδιο δράσης για τη βελτίωση των μαθησιακών αποτελεσμάτων. Οι μεταρρυθμίσεις, σημείωσε, χρειάζονται χρόνο για να αποδώσουν και στόχος είναι τα επόμενα χρόνια η αλλαγή να αποτυπωθεί και στις διεθνείς αξιολογήσεις.






