Αν και με ρυθμούς χελώνας, άρχισαν οι διαβουλεύσεις μεταξύ του Υπουργείου Παιδείας και των εμπλεκόμενων φορέων για την πολυσυζητημένη και ταυτόχρονα αναγκαία αλλαγή της νομοθεσίας που διέπει την Ειδική Εκπαίδευση. Ωστόσο, όπως φάνηκε και από τη χθεσινή συζήτηση στην Επιτροπή Παιδείας της Βουλής, το να τροποποιηθεί απλώς ο σχετικός νόμος δεν αρκεί. Εκπαιδευτικοί, γονείς, εκπρόσωποι οργανωμένων φορέων ασθενών και ατόμων με αναπηρία υπέδειξαν προς τους βουλευτές και το Υπουργείο Παιδείας ότι χρειάζεται να γίνουν πολλά περισσότερα αλλά και να διατεθούν σημαντικοί πόροι, μέχρι να φτάσει το κυπριακό σχολείο στο σημείο να μπορεί να λέγεται συμπεριληπτικό.
Ανάγκη για πολιτική βούληση
Οι τοποθετήσεις γονέων και οργανωμένων φορέων ανέδειξαν τη διαχρονικότητα των προβλημάτων στην Ειδική Εκπαίδευση. Όπως αναφέρθηκε, οι καθυστερήσεις στη λήψη αποφάσεων και στη διαβούλευση έχουν άμεσο αντίκτυπο στα ίδια τα παιδιά, τα οποία βιώνουν καθημερινά τις συνέπειες ενός συστήματος που δεν ανταποκρίνεται επαρκώς στις ανάγκες τους.
Γονείς επεσήμαναν ότι η αλλαγή της νομοθεσίας, από μόνη της, δεν μπορεί να επιλύσει τα προβλήματα εάν δεν συνοδευτεί από τις αναγκαίες υποδομές και την απαιτούμενη χρηματοδότηση. Τονίστηκε, επίσης, ότι πολλές οικογένειες καλούνται να καλύψουν κενά που θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται θεσμικά, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη στήριξη παιδιών και νέων με αναπηρία μετά την ηλικία των 21 ετών. Παράλληλα, επισημάνθηκε η απουσία ενός συνεκτικού μηχανισμού παρακολούθησης και εφαρμογής των πολιτικών για την Ειδική Εκπαίδευση, γεγονός που οδηγεί σε αποσπασματικές λύσεις και άνιση μεταχείριση.
«Χρειάζονται πόροι»
Από πλευράς εκπαιδευτικών οργανώσεων (ΠΟΕΔ, ΟΕΛΜΕΚ), επισημάνθηκε ότι η μετάβαση σε ένα συμπεριληπτικό εκπαιδευτικό σύστημα προϋποθέτει μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και σημαντικούς οικονομικούς πόρους. Τονίστηκε ότι οι αλλαγές δεν μπορούν να γίνουν από τη μια μέρα στην άλλη, ενώ υπογραμμίστηκε η ανάγκη για σταδιακή εφαρμογή των όποιων μεταρρυθμίσεων. Έγινε επίσης αναφορά σε σοβαρά ζητήματα υποστελέχωσης, με έμφαση στους σχολικούς συνοδούς, καθώς και στον υπερπληθυσμό που παρατηρείται σε ειδικές σχολικές μονάδες, ιδιαίτερα στη Λευκωσία.
Κλειδί η επιμόρφωση
Στη συζήτηση παρενέβη και η Έλενη Φτιάκα, καθηγήτρια Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης και Ενιαίας Εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, η οποία έθεσε ως βασική προτεραιότητα την επιμόρφωση. Όπως ανέφερε, το θεμελιώδες πρόβλημα στην Εκπαίδευση είναι ότι οι πολιτικές δεν συνοδεύονται από συστηματική κατάρτιση όσων καλούνται να τις εφαρμόσουν, στην προκειμένη περίπτωση των εκπαιδευτικών.
Η κ. Φτιάκα σημείωσε ότι τα κονδύλια που διατίθενται δεν είναι αμελητέα, υπογραμμίζοντας όμως ότι το ζήτημα δεν περιορίζεται στο ύψος των δαπανών αλλά στον τρόπο διάθεσής τους. Έθεσε, επίσης, το θέμα της απουσίας ουσιαστικού ελέγχου και αξιολόγησης της χρήσης των πόρων, ενώ ανέφερε ότι στη χώρα υπάρχει η αναγκαία τεχνογνωσία για τη μετάβαση σε ένα πιο συμπεριληπτικό μοντέλο Εκπαίδευσης. Τέλος, έκανε λόγο για την ανάγκη πολιτικής βούλησης και συντονισμού, ώστε οι υφιστάμενες γνώσεις και δυνατότητες να μεταφραστούν σε πράξη.






