Η συγκράτηση του κρατικού μισθολογίου αναδεικνύεται σε μία από τις βασικές δημοσιονομικές προτεραιότητες που θέτει το Δημοσιονομικό Συμβούλιο. Η συνεχής αύξηση των μισθολογικών και άλλων ανελαστικών δαπανών που περιγράφει το ΔΣΚ περιορίζει τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο και αυξάνει τις πιέσεις για τα επόμενα χρόνια.
Στην Ενδιάμεση Έκθεση του 2026, η οποία παρουσιάστηκε την Πέμπτη, το ΔΣΚ επισημαίνει ότι οι δημόσιες καταναλωτικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 10,3% το 2025, ενώ «το μισθολόγιο αυξάνεται σταθερά περί το 7% ετησίως, ταχύτερα από το ονομαστικό ΑΕΠ. Ειδικότερα, η μισθολογική δαπάνη της Γενικής Κυβέρνησης αυξήθηκε από €3,17 δισ. το 2022 σε €4,16 δισ. το 2025, καταγράφοντας σωρευτική αύξηση περίπου 38%. Ως ποσοστό του ΑΕΠ, η δαπάνη αυξήθηκε από 10,7% σε 11,4%.
Η απασχόληση στη Γενική Κυβέρνηση αυξήθηκε από 66.287 εργαζομένους το 2022 σε 71.675 το 2025, δηλαδή κατά 5.388 άτομα ή 8,1%. Στις Τοπικές Αρχές η αύξηση ήταν σχεδόν 900 εργαζόμενοι ή 17,6%.
Το Συμβούλιο θέτει στο επίκεντρο των συστάσεών του τη συγκράτηση των προσλήψεων, τον περιορισμό των οριζόντιων μισθολογικών αυξήσεων και την αλλαγή του τρόπου με τον οποίο εφαρμόζεται η Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή (ΑΤΑ).
Το ΔΣΚ προειδοποιεί ότι η καλή δημοσιονομική εικόνα δεν πρέπει να μεταφράζεται σε εφησυχασμό ή σε δημιουργία νέων μόνιμων υποχρεώσεων. Αντίθετα, ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος θα πρέπει να κατευθύνεται σε παραγωγικές επενδύσεις και στοχευμένες κοινωνικές παρεμβάσεις και όχι σε μισθολογικές δαπάνες και οριζόντιες μόνιμες παροχές.
Το Συμβούλιο θεωρεί ότι οι ανάγκες στελέχωσης θα πρέπει να αξιολογούνται συστηματικά, με αξιοποίηση των δυνατοτήτων αναδιοργάνωσης, ψηφιοποίησης και τεχνητής νοημοσύνης. Η δημιουργία νέων θέσεων ή η αντικατάσταση υπαλλήλων που αποχωρούν, σημειώνει, θα πρέπει να στηρίζεται σε «τεκμηριωμένη αξιολόγηση των λειτουργικών αναγκών και των δυνατοτήτων ανακατανομής του υφιστάμενου προσωπικού».
Η ΑΤΑ πάλι στο τραπέζι
Στο επίκεντρο της παρέμβασης βρίσκεται και η ΑΤΑ. Το ΔΣΚ δεν εισηγείται την κατάργησή της, αλλά αλλαγή της μορφής με την οποία καταβάλλεται.
Η δαπάνη για ΑΤΑ αυξήθηκε από μόλις €42 εκατ. το 2022 σε €199 εκατ. το 2025, με το μερίδιό της στους βασικούς μισθούς του κρατικού προσωπικού να εκτοξεύεται από 3,5% σε 15,3%. Παράλληλα, το ποσοστό καταβολής της ΑΤΑ αυξήθηκε από 66,7% μέχρι το τέλος του 2025, σε 80% κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 και σε 90% από τον Ιούλιο του 2026 έως τον Ιούνιο του 2027. Πρόκειται για τη συμφωνία κυβέρνησης και κοινωνικών εταίρων για την καταβολή της ΑΤΑ που είχε επιτεύχθηκε με πολύ κόπο. Το ΔΣΚ επαναφέρει σκέψεις που είχαν απορριφθεί.
«Το Συμβούλιο αναγνωρίζει τη σημασία της ΑΤΑ ως μηχανισμού αναπλήρωσης της αγοραστικής δύναμης, ιδίως για τους χαμηλόμισθους εργαζομένους», αναφέρει η έκθεση. Ταυτόχρονα, όμως, επισημαίνει ότι η σημερινή μορφή της, ως «οριζόντιου ποσοστού επί των απολαβών», έχει ως αποτέλεσμα να δίνονται μεγαλύτερα ποσά στα υψηλότερα μισθολογικά κλιμάκια και να «ενισχύει την ακαμψία του μισθολογίου».
Η εισήγηση είναι η ΑΤΑ να να αποδίδεται ως ενιαίο ποσό με ανώτατο όριο αντί ως ποσοστό. Παράλληλα, το υπόλοιπο μέρος των μισθολογικών αυξήσεων προτείνεται να συνδεθεί με την εξέλιξη της παραγωγικότητας, μετά από ειδική μελέτη.
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση
Μέρος του προβλήματος είναι και η Τοπική Αυτοδιοίκηση, με το ΔΣΚ να σχολιάζει ότι η μεταρρύθμιση δεν φαίνεται μέχρι σήμερα να έχει αποδώσει τις εξοικονομήσεις που είχαν ανακοινωθεί.
Η κρατική δαπάνη για τους εργαζομένους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αυξήθηκε από €144 εκατ. το 2022 σε €205 εκατ. το 2025. Με βάση την εξέλιξη αυτή, το ΔΣΚ διαπιστώνει ότι «η μεταρρύθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης δεν οδήγησε, όπως εξαγγέλθηκε, σε εξορθολογισμό των δαπανών».
Και δεν μένει στη διαπίστωση. Το Συμβούλιο αναφέρει ότι «επιβάλλεται να επαναξιολογηθεί και να ληφθούν διορθωτικά μέτρα», ειδικότερα σε σχέση με «τον αριθμό των δήμων και αντιδημαρχιών».
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση αποτελεί πλέον έναν από τους παράγοντες που επιβαρύνουν την ευρύτερη εικόνα του κρατικού μισθολογίου, αντί να λειτουργεί ως πεδίο εξοικονόμησης πόρων μετά τη μεταρρύθμιση.
Η υπέρβαση στις δαπάνες
Η ανησυχία για το μισθολογικό κόστος συνδέεται άμεσα με την πορεία των Καθαρών Πρωτογενών Δαπανών (ΚΠΔ). Πρόκειται για το βασικό κριτήριο αξιολόγησης της δημοσιονομικής πορείας των χωρών μελών της ΕΕ στο πλαίσιο του νέου ευρωπαϊκού δημοσιονομικού πλαισίου και, σύμφωνα με το ΔΣΚ, η απόκλιση από την εγκεκριμένη τροχιά αποτελεί «τον σημαντικότερο άμεσο βραχυπρόθεσμο κίνδυνο».
Σύμφωνα με ΔΣΚ η τροχιά των ΚΠΔ παρουσιάζει υπέρβαση 3,4% το 2025 (στο 9,4% από 6%) και 2,4% το 2026, με τη σωρευτική απόκλιση να υπερβαίνει το περιθώριο του λογαριασμού ελέγχου, που θέτει το συμφωνημένο πλαίσιο της ΕΕ. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η απόκλιση οφείλεται σε παράγοντες που έχουν καθαρά λογιστικό χαρακτήρα και δεν επηρεάζουν την πορεία του δημόσιου χρέους. "Ακόμη και αν γίνει δεκτό το επιχείρημα ότι μέρος της υπέρβασης είναι λογιστικό, απομένουν 1,2 μονάδες πραγματικής υπέρβασης το 2025", αναφέρει το ΔΣΚ.
Η Έκθεση Προόδου που δημοσιεύει το Υπουργείο Οικονομικών καταλήγει ότι η σωρευτική απόκλιση σε ονομαστικούς όρους θα ανέλθει σε €403 εκατομμύρια, ή 0,9% του ΑΕΠ, υπερβαίνοντας, σε ουσιαστικό βαθμό, την ευελιξία του λογαριασμού ελέγχου.
Παράλληλα, ακόμη και με την προβλεπόμενη επιστροφή της αύξησης των πρωτογενών δαπανών εντός των ορίων το 2027 και το 2028, το Συμβούλιο προειδοποιεί ότι «οι δύο μεγαλύτερες κατηγορίες δαπανών — το κρατικό μισθολόγιο, και οι κοινωνικές παροχές, εξακολουθούν να αυξάνονται με υψηλούς ρυθμούς» και, ως εκ τούτου, «επιβάλλουν τη λήψη διορθωτικών μέτρων».
Ο εκλογικός κύκλος
Το ΔΣΚ επιχειρεί να θέσει ένα όριο στη λογική της αξιοποίησης των δημοσιονομικών περιθωρίων για μόνιμες αυξήσεις δαπανών.
"Η διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία και σε περιόδους αυξημένων εκλογικών πιέσεων", τονίζεται στην έκθεση, με το Συμβούλιο να στέλνει ένα ενδιαφέρον μήνυμα εν όψει των προεδρικών εκλογών: "η διεθνής εμπειρική βιβλιογραφία δεν τεκμηριώνει ότι η προεκλογική δημοσιονομική χαλάρωση ενισχύει τις πιθανότητες εκλογικής επικράτησης, αντίθετα, σε ανεπτυγμένες και εδραιωμένες δημοκρατίες, η επιδείνωση του δημοσιονομικού αποτελέσματος έχει συνδεθεί με χαμηλότερες πιθανότητες επανεκλογής".






