Η λήψη αποφάσεων που βασίζεται σε στοιχεία, επιστημονικές αναλύσεις και οικονομικά μοντέλα, αποτελεί αναμφίβολα μιαν από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις της σύγχρονης δημόσιας πολιτικής. Σε μιαν εποχή σύνθετων προκλήσεων, από την κλιματική αλλαγή μέχρι την ανταγωνιστικότητα και τη δημογραφική γήρανση, οι κυβερνήσεις και οι θεσμοί δεν μπορούν να στηρίζονται στη διαίσθηση ή στην πολιτική σκοπιμότητα. Χρειάζονται αξιόπιστα δεδομένα, μελέτες, δείκτες και τεκμηριωμένες αξιολογήσεις.
Το πρόβλημα, όμως, δεν βρίσκεται στην παραγωγή γνώσης. Βρίσκεται στην ολοένα μεγαλύτερη απόσταση μεταξύ γνώσης και εφαρμογής.
Τα τελευταία χρόνια, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, παρατηρείται μια σχεδόν εμμονική προσήλωση στην εκπόνηση νέων εκθέσεων, στρατηγικών και αξιολογήσεων. Κάθε σημαντική πρόκληση συνοδεύεται από μια νέα μελέτη, μια νέα ομάδα εμπειρογνωμόνων ή μια νέα δέσμη δεικτών. Συχνά, όμως, η συζήτηση εξαντλείται εκεί. Οι εκθέσεις παρουσιάζονται, συζητούνται για λίγο και στη συνέχεια καταλήγουν στα συρτάρια των θεσμών, χωρίς ουσιαστική επίδραση στις πολιτικές που ακολουθούν.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η έκθεση των τεσσάρων προέδρων για το μέλλον της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης. Παρουσιάστηκε ως οδικός χάρτης για βαθύτερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, όμως μεγάλο μέρος των εισηγήσεών της δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Αντίστοιχα, η πρόσφατη Έκθεση Ντράγκι, για την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης, προκάλεσε έντονο ενδιαφέρον και δημόσια συζήτηση. Ωστόσο, ήδη διαφαίνεται ο κίνδυνος να ακολουθήσει την ίδια πορεία: να αναγνωριστεί η αξία της, αλλά να παραμείνει χωρίς την αναγκαία πολιτική βούληση για εφαρμογή.
Ακόμη πιο ανησυχητικό, είναι ότι η ίδια κουλτούρα αναπαράγεται σε εθνικό, περιφερειακό και τομεακό επίπεδο. Στρατηγικές ανάπτυξης, περιφερειακά σχέδια, κλαδικές μελέτες και μεταρρυθμιστικές εκθέσεις παράγονται με σημαντικό κόστος και με τη συμμετοχή εξειδικευμένων επιστημόνων. Ωστόσο, σπάνια αξιολογείται αν οι εισηγήσεις τους εφαρμόστηκαν και ποια αποτελέσματα παρήγαγαν.
Έτσι, οι μελέτες κινδυνεύουν να χάσουν τον πραγματικό τους ρόλο. Αντί να αποτελούν εργαλεία αλλαγής, μετατρέπονται σε άλλοθι αδράνειας. Αντί να διευκολύνουν τη λήψη δύσκολων αποφάσεων, χρησιμοποιούνται συχνά για να δικαιολογήσουν την αναβολή τους. Η παραγωγή νέας γνώσης δεν μπορεί να υποκαθιστά την πολιτική ευθύνη.
Ο μεγαλύτερος, όμως, κίνδυνος είναι να υψώσουμε τα χέρια και να τερματίσουμε τις μελέτες. Αυτό θα ισοδυναμούσε σε παραδοχή ήττας. Θα επικρατούσε ο λαϊκισμός και η κακοδιαχείριση. Αυτό δεν αποτελεί επιλογή.
Η Ευρώπη δεν χρειάζεται λιγότερες μελέτες. Χρειάζεται περισσότερη εφαρμογή όσων ήδη γνωρίζει. Διότι η πραγματική αξία μιας έκθεσης δεν μετριέται από τον αριθμό των σελίδων της, ούτε από την ποιότητα των αναλύσεών της, αλλά από το κατά πόσο μετατρέπεται σε πράξη και παράγει απτά αποτελέσματα για τους πολίτες και την οικονομία.







