Εν αναμονή της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο αίτημα του δικηγόρου Νίκου Κληρίδη να προσβάλει ένταλμα έρευνας στην οικία και στο γραφείο του σε σχέση με την υπόθεση «Σάντη», ο «Π» παρουσιάζει σήμερα μία απόφαση ακύρωσης εντάλματος έρευνας που εντοπίζεται στις αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου το 2023, η οποία αποτελεί προηγούμενο. Πρόκειται για έρευνα που πραγματοποιήθηκε από την Αστυνομία σε δικηγορικό γραφείο, στο πλαίσιο διερεύνησης υπόθεσης ναρκωτικών. Η υπόθεση αφορά σε γεγονότα του 2023, και συγκεκριμένα της 19ης Σεπτεμβρίου, όπου συνελήφθησαν δύο πρόσωπα.
Όπως περιγράφεται στην απόφαση του δικαστηρίου, από την αστυνομική έρευνα προέκυψαν στοιχεία επικοινωνίας μεταξύ κρατουμένων και τρίτων, ενώ σε κελί καταδίκου βρέθηκαν δύο κινητά τηλέφωνα για τα οποία δόθηκε άδεια πρόσβασης σε καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας. Στα ηλεκτρονικά δεδομένα που εξασφαλίστηκαν, μεταξύ άλλων βρέθηκε και φωτογραφία του όρκου προσωποκράτησης που είχε παρουσιαστεί προηγουμένως από την Αστυνομία στο δικαστήριο για σκοπούς έκδοσης του διατάγματος κράτησης των υπόπτων.
Από τις ανακρίσεις που ακολούθησαν στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης, η Αστυνομία εξασφάλισε μαρτυρία σύμφωνα με την οποία ο ένας εκ των δικηγόρων φέρεται να έστειλε το επίμαχο έγγραφο (όρκος ανακριτή) στον ύποπτο.
Στη βάση αυτών των δεδομένων, η Αστυνομία ζήτησε και εξασφάλισε ένταλμα έρευνας στις 4 Οκτωβρίου 2023 για το δικηγορικό γραφείου του εν λόγω δικηγόρου. Το ένταλμα αφορούσε έρευνα σε έγγραφα, κινητά τηλέφωνα και ηλεκτρονικές συσκευές, οι οποίες ενδεχομένως να αποτελούσαν τεκμήρια για ποινικά αδικήματα που σχετίζονται με παρεμβάσεις σε δικαστικές διαδικασίες. Το κατώτερο Δικαστήριο είχε κρίνει ότι υπήρχε «εύλογη αιτία να πιστευθεί» ότι τέτοια αντικείμενα φυλάγονταν ή αποκρύπτονταν στο γραφείο.
Certiorari
Οι αιτητές (σ.σ. δικηγόροι) καταχώρισαν αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari και αμφισβήτησαν την εγκυρότητα του εντάλματος, υποστηρίζοντας ότι ήταν «γενικευμένο και ανεξέλεγκτο» και ότι δεν περιείχε οποιεσδήποτε ασφαλιστικές δικλείδες για την προστασία του δικηγορικού απορρήτου - μια αρχή την οποία προστατεύουν η εγχώρια νομοθεσία και η σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Παρουσιάζοντας τις θέσεις τους, επισήμαναν ότι ο όρκος που στηρίχθηκε η Αστυνομία αναζητούσε στην ουσία δύο συγκεκριμένα αντικείμενα: Το κινητό τηλέφωνο του δικηγόρου και το αντίγραφο του όρκου προσωποκράτησης. Οι αιτητές τόνισαν ότι, εφόσον τα αντικείμενα ήταν συγκεκριμένα και μπορούσαν να περιγραφούν με ακρίβεια, το ένταλμα όφειλε να περιοριστεί ρητά σε αυτά — ή, τουλάχιστον, να προβλέψει σαφείς διαδικαστικές και ουσιαστικές εξασφαλίσεις ώστε να προστατευθεί ο πυρήνας του δικηγορικού απορρήτου.
Ακύρωση
Το Ανώτατο Δικαστήριο δέχθηκε την αίτηση και ακύρωσε το ένταλμα, βασιζόμενο κυρίως σε δύο άξονες:
- Πρώτον, ότι το ένταλμα είχε εκδοθεί με υπερβολικά ευρύ τρόπο, χωρίς να περιορίζεται στα συγκεκριμένα αντικείμενα που δικαιολογούντο από την έρευνα, και
- Δεύτερον, ότι δεν είχαν τεθεί αποτελεσματικά μέτρα για την αποφυγή ανεξέλεγκτης πρόσβασης σε ευαίσθητο υλικό που καλύπτεται από το δικηγορικό απόρρητο.
Το δικαστήριο υπενθύμισε τη νομολογία του ΕΔΑΔ, στην οποία υπογραμμίζεται ότι έρευνες σε γραφεία δικηγόρων απαιτούν «εξαιρετική προσοχή» και ειδικά προστατευτικά μέτρα, όπως σαφείς περιορισμούς στο αντικείμενο της έρευνας, παρουσία ανεξάρτητου παρατηρητή ή ειδικούς όρους που θα εμποδίζουν την περιττή διάχυση εμπιστευτικού υλικού.
Σε συγκεκριμένα σημεία της απόφασης, το δικαστήριο επεσήμανε ότι ήταν δικαιολογημένο να αναζητηθεί το κινητό τηλέφωνο του δικηγόρου και το αντίγραφο του όρκου, καθώς υπήρχαν βάσιμες ενδείξεις σύνδεσης των αντικειμένων με τα εμπλεκόμενα πρόσωπα και τη συγκεκριμένη υπόθεση. Ωστόσο, αντί το ένταλμα να περιοριστεί ρητά σε αυτά τα στοιχεία, έδινε ευρεία εξουσιοδότηση για την κατάσχεση «εγγράφων, κινητών τηλεφώνων και ηλεκτρονικών συσκευών» που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τεκμήρια, χωρίς να περιγράφει με σαφήνεια ποια ακριβώς τεκμήρια αναζητούνταν και χωρίς να θεσπίζει μηχανισμούς ελαχιστοποίησης της πρόσβασης σε ευαίσθητο επαγγελματικό υλικό.
Ασφαλιστικές δικλείδες
Η απόφαση παραπέμπει σε προηγούμενες εγχώριες και διεθνείς αποφάσεις, όπως οι Niemetz v. Germany, Andre v. France και Roemen & Schmit v. Luxembourg, όπου το ΕΔΑΔ τόνισε την ανάγκη επιβολής ασφαλιστικών δικλείδων όταν πρόκειται για έρευνες σε επαγγελματικούς χώρους που προστατεύονται από επαγγελματικό απόρρητο. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικαλέστηκε επίσης ντόπια νομολογία που αναγνωρίζει ότι, αν και οι δικηγόροι δεν είναι άτρωτοι σε ποινικές έρευνες, πρέπει να υπάρχει «σαφής, τεκμηριωμένη και ουσιαστική σύνδεση» μεταξύ του υπό διερεύνηση αδικήματος και των αντικειμένων ή ενεργειών του δικηγόρου ώστε να δικαιολογείται διείσδυση στο περιβάλλον του.
Επισημαίνεται, επίσης, η κρίσιμη διαπίστωση του δικαστηρίου ότι, παρά την αναφορά στο ένταλμα για «ανάγκη συμμόρφωσης με τη διαφύλαξη του δικηγορικού απορρήτου», αυτή η διατύπωση είχε χαρακτήρα απλής επισήμανσης και δεν λειτούργησε ως περιοριστικός όρος. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι αστυνομικοί θα μπορούσαν να διεξάγουν ευρεία έρευνα και να εξετάσουν έγγραφα και ηλεκτρονικές συσκευές πέραν των δύο στοιχείων που αρχικά ερευνούνταν, με κίνδυνο ανεξέλεγκτης πρόσβασης σε ευαίσθητες επαγγελματικές πληροφορίες. Η απόφαση καταλήγει στην ακύρωση του εντάλματος έρευνας και επιδίκαση εξόδων υπέρ των αιτητών.
Υπόθεση Κληρίδη
Σε ό,τι αφορά την αίτηση που καταχώρισε η νομική ομάδα του Νίκου Κληρίδη, για ακύρωση του εντάλματος έρευνας στην οικία και στο γραφείο του στο πλαίσιο των ερευνών για την υπόθεση «Σάντη», αναμένεται η απόφαση του δικαστηρίου για παραχώρηση άδειας. Εάν το δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν λόγοι, θα δοθεί άδεια για να καταχωρηθεί η κυρίως αίτηση η οποία θα εξεταστεί σε νέα διαδικασία. Η ετυμηγορία του Ανώτατου Δικαστηρίου θα εκδοθεί αφότου ακούσει και την πλευρά της Νομικής Υπηρεσίας. Σε περίπτωση που ακυρωθεί το ένταλμα έρευνας, τότε όλα τα τεκμήρια που εξασφαλίστηκαν θα πρέπει να επιστραφούν και το περιεχόμενό τους δεν δύναται να αποτελέσει μέρος του μαρτυρικού υλικού.







