Τρόπους προστασίας από τα δαγκώματα φιδιών μπορούν να ακολουθήσουν όσοι ζουν και κινούνται στην ύπαιθρο ή εργάζονται σε αυτήν προκειμένου να αποφύγουν ένα δάγκωμα ή να μην κινδυνεύσουν από αυτό. Σύμφωνα με τον Ηλία Στραχίνη, βιολόγο, υποψήφιο διδάκτορα του Τμήματος Βιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, μερικά από τα ενδεικνυόμενα, πολύ απλά μέτρα πρόληψης είναι η χρήση σκληρού και ψηλού υποδήματος, που φτάνει πάνω από τον αστράγαλο, και γαντιών -κατά προτίμηση συγκόλλησης- σε περίπτωση χειρωνακτικών εργασιών στην ύπαιθρο.
Όπως επισημαίνει ο κ. Στραχίνης, σε δηλώσεις του στο Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, καλό είναι επίσης να προσέχουν όλοι πού βάζουν τα χέρια τους και πού πατάνε, ενώ όσοι κάνουν πεζοπορία θα πρέπει να βαδίζουν σε ανοιχτό καθαρό μονοπάτι και να μην μπαίνουν μέσα στα χόρτα, ειδικά αν έχουν χαμηλά παπούτσια. Διευκρινίζει ότι «υπάρχουν φίδια που έχουν επικίνδυνο δάγκωμα, φέρουν δηλητήριο και το δάγκωμά τους είναι δυνητικά θανατηφόρο», επισημαίνοντας πως «ξέρουμε ότι υπάρχει η οχιά στον βιότοπό της άρα και εμείς οφείλουμε να προσέχουμε με πολύ απλά μέτρα ασφαλείας».
«Όταν οδηγούμε δεν περνάμε το στενό όπου υπάρχει στοπ χωρίς να σταματήσουμε. Ξέρουμε ότι υπάρχει πιθανότητα να περνάει ένα άλλο αυτοκίνητο, οπότε κόβουμε ταχύτητα και ελέγχουμε. Το ίδιο ακριβώς πρέπει να κάνουμε σε όλους τους χώρους που υπάρχει επικινδυνότητα από τα φίδια» σημειώνει χαρακτηριστικά.
Πότε υπάρχει κίνδυνος;
Στο ερώτημα «πότε υπάρχει κίνδυνος» απαντά: «Κινδυνεύουμε να δαγκωθούμε από οχιά, μόνο στις περιπτώσεις που την πιάσουμε, την πατήσουμε ή την πλησιάσουμε σε απόσταση αναπνοής, ειδικά την ώρα που μας προειδοποιεί με συριγμό. Η αρπαγή σημαίνει θάνατος στην άγρια φύση. Οπότε η οχιά αμύνεται, δεν επιτίθεται. Δεν έχουμε φίδια που μας βλέπουν και μας στήνουν ενέδρα να μας δαγκώσουν, όπως συχνά φημολογείται, ή έρχονται κατά πάνω μας να μας δαγκώσουν γιατί μας μισούν. Θα δαγκωθούμε μόνο αν αρπάξουμε, πιάσουμε επίτηδες ή κατά λάθος μια οχιά, αν την πατήσουμε ή αν την πλησιάσουμε σε απόσταση μερικών εκατοστών ειδικά όσο αυτή συρίζει, προειδοποιεί».
Εν ολίγοις, εάν συναντήσουμε κάποιο φίδι στους αγρούς δεν χρειάζεται να το σκοτώσουμε ή να πανικοβληθούμε. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να απομακρυνθούμε και να το αφήσουμε στην ησυχία του. Κανένα φίδι δεν επιτίθεται στον άνθρωπο εκτός εάν νιώσει ότι απειλείται η ζωή του, για να σε δαγκώσει πρέπει να το πιάσεις, να το πατήσεις κατά λάθος ή να το πλησιάσεις πολύ.
Σύμφωνα με τον Κύπριο φυσιοδίφη, Γιώργο Κωνσταντίνου, όταν κάποιος πλησιάσει πολύ ένα φίδι αυτό παίρνει αμυντική στάση. Κι εκεί είναι που βγάζει το σύριγμα, στο οποίο αναφέρεται και πιο πάνω ο κ. Στραχίνης, ώστε να τον προειδοποιήσει να μην πλησιάσει άλλο. Συνήθως όμως το φίδι στη θέα ενός ανθρώπου τρέπεται σε φυγή. Εάν μας δαγκώσει κάποιο φίδι και δεν ξέρουμε αν είναι δηλητηριώδες, μπορούμε να κοιτάξουμε το σημείο του δαγκώματος, εάν το φίδι είναι μη δηλητηριώδες στο μέρος του δαγκώματος θα αφήσει μια κοκκινίλα σε σχήμα ρολογιού και το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να απολυμάνουμε το μέρος αυτό. Εάν το φίδι που μας δάγκωσε είναι δηλητηριώδες, δηλαδή φίνα, θα δούμε στο σημείο του δαγκώματος μία ή δύο μικρές τρύπες.
Οδηγίες για μετά το δάγκωμα
Όπως τονίζει ο κ. Στραχίνης, μετά από ένα δάγκωμα, είναι πολύ σημαντικές οι πρώτες ενέργειες που θα πρέπει να γίνουν καθώς, όπως λέει, κυκλοφορούν στο διαδίκτυο πάρα πολλές οδηγίες που περιέχουν ανακρίβειες και απαρχαιωμένες πρακτικές. Συγκεκριμένα, οι τελευταίες επικαιροποιημένες οδηγίες που είναι σύμφωνες με τις κατευθύνσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, προβλέπουν ότι εφόσον κάποιος δεχτεί δάγκωμα θα πρέπει να μείνει ψύχραιμος, να μην περπατήσει, να μην οδηγήσει, να μεταφερθεί σε κάποιο νοσοκομείο, να μην δέσει το δαγκωμένο μέλος, να το κρατήσει ακίνητο, να μην σκίσει το δέρμα και να μην ρουφήξει το δηλητήριο, να μην εφαρμόσει πάγο στην περιοχή του δήγματος, να μην λάβει παυσίπονα ή αλκοόλ (εκτός από παρακεταμόλη), να μην χρησιμοποιήσει συσκευές άντλησης δηλητηρίου και να καλέσει το 112 για βοήθεια. Άλλωστε, και στην Κύπρο ισχύει αυτό, όπου κι αν βρίσκεται κανείς τα νοσοκομεία είναι σε ασφαλή απόσταση.
Ο βιολόγος διευκρινίζει πως η οδηγία του ΠΟΥ και άλλων οργανισμών είναι να μην δένουμε το δαγκωμένο μέλος καθώς είναι πολύ σημαντικό να μην εμποδιστεί η κυκλοφορία του αίματος. Διαφορετικά υπάρχει μεγάλος κίνδυνος δημιουργίας θρόμβων και νέκρωσης του άκρου. Το δηλητήριο εξαπλώνεται κυρίως μέσω της λέμφου, επομένως μία σφιχτή περίδεση που θα σταματούσε την κυκλοφορία του αίματος είναι ανώφελη και επικίνδυνη. Ούτε θα πρέπει να εφαρμόσουμε πάγο στην περιοχή του δήγματος.
«Είναι πολύ κρίσιμο το στάδιο που μεσολαβεί μεταξύ του δαγκώματος και της διακομιδής μας στο νοσοκομείο. Αν γίνουν λάθος κινήσεις μπορεί να κινδυνέψει πραγματικά η ζωή μας. Κάποιες κινήσεις είναι πολύ πιο επικίνδυνες από οποιοδήποτε δηλητηριώδες ζώο. Τέτοιες είναι οι σφιχτές περιδέσεις, το σκίσιμο του δέρματος, το ρούφηγμα, ο πανικός, το περπάτημα» σχολιάζει.
Όσον αφορά στη χρήση αντιοφικού ορού στην ύπαιθρο δεν συνιστάται επίσης καθώς μπορεί να αποβεί πολύ επικίνδυνη (κίνδυνος αλλεργικής αντίδρασης). Μόνο οι ειδικοί γιατροί μπορούν να κρίνουν και να αποφασίσουν για τη χρήση του ορού, η οποία γίνεται μόνο σε νοσοκομεία και μόνο σε κρίσιμες περιπτώσεις.
Τα φίδια στο οικοσύστημα
«Είναι πολύ σπουδαία τα φίδια, όπως όλα τα μέλη ενός οικοσυστήματος, μιας ισορροπίας που έχει προκύψει μέσα από δεκάδες και εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, έτσι και αυτά παίζουν το ρόλο τους», σχολιάζει ο Ηλίας Στραχίνης. «Είναι σαν τα γρανάζια ενός πολύ ισορροπημένου μηχανισμού. Τα φίδια είναι ταυτόχρονα και θηρευτές μικρότερων ζώων και θηράματα μεγαλύτερων ζώων, όπως και αυστηρώς προστατευόμενων πτηνών. Αλλά είναι και θηρευτές τρωκτικών που πολλαπλασιάζονται ραγδαία και σε κάποιες περιπτώσεις μεγάλων εντόμων», συμπληρώνει.
Κύπρος: Προσοχή από την οχιά
Σύμφωνα με τον φυσιοδίφη, Γιώργο Κωνσταντίνου, όλα τα φίδια είναι ενεργά από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο λόγω του ότι όλα τα ερπετά είναι ψυχρόαιμα, δηλαδή δεν έχουν δική τους θερμοκρασία σώματος, όπως τα θηλαστικά ή τα πουλιά, και παίρνουν τη θερμότητα που τους χρειάζεται από το περιβάλλον για να είναι ενεργά. Τον χειμώνα πέφτουν σε χειμερία νάρκη. Στην Κύπρο όμως, λόγω του ήπιου χειμώνα που έχουμε, μπορούμε να συναντήσουμε φίδια ακόμα και στην καρδιά του χειμώνα όταν έχει ηλιόλουστη μέρα.
Στη χώρα μας συναντάμε οκτώ είδη φιδιών, εκ των οποίων τα τρία είναι δηλητηριώδη, αλλά μόνο το ένα είναι επικίνδυνο για τον άνθρωπο, η φίνα ή οχιά.
- Η φίνα έχει ευρεία εξάπλωση από τα παράλια μέχρι και τις ψηλότερες κορυφές του Τροόδους.
- Τα δύο δηλητηριώδη που δεν είναι επικίνδυνα είναι η σαΐτα και ο ξυλόδροπης, τα οποία είναι οπισθόγλυφα, δηλαδή έχουν τα δόντια τους στο πίσω μέρος του στόματός τους και με ακίνδυνο δηλητήριο για τον άνθρωπο. Ο λόγος που έχουν τα δόντια στο πίσω μέρος του στόματός τους είναι για να βάζουν το δηλητήριό τους στο θύμα τους την ώρα που το καταπίνουν και να το παραλύουν, οπόταν σε περίπτωση δαγκώματος δεν μπορούν να διοχετεύσουν το δηλητήριο. Και τα δύο φίδια συναντιώνται από τα παράλια μέχρι και τις ψηλότερες κορυφές του Τροόδους.
- Το κυπριακό φίδι το συναντάμε σε δασικές περιοχές του Τροόδους, αλλά φαίνεται πως έχει πιο ευρεία εξάπλωση. Είναι ενδημικό είδος της Κύπρου, δηλαδή ζει στο νησί μας και πουθενά αλλού στον κόσμο.
- Το νερόφιδο είναι ενδημικό υποείδος της Κύπρου το οποίο απειλείται με εξαφάνιση. Το συναντάμε στη λίμνη Παραλιμνίου και σε μια μικρή περιοχή στους πρόποδες του Τροόδους.
- Το μαύρο φίδι ή θερκό το συναντάμε επίσης από τα παράλια μέχρι και τις ψηλότερες κορυφές του Τροόδους, όπως επίσης και τον δρόπη.
- Ο τυφλίνος ή ανήλιος είναι τυφλό φίδι που ζει κάτω από τις πέτρες και το χώμα και τρέφεται με αβγά μυρμηγκιών. Το συναντάμε κυρίως σε πεδινές περιοχές.







