Την ανάγκη να πλαισιωθεί το Εισαγγελικό Συμβούλιο από ανεξάρτητα πρόσωπα, ώστε να διασφαλιστεί η αντικειμενική αμεροληψία και η έξωθεν καλή μαρτυρία στη διαχείριση του πορίσματος για το βιβλίο «Κράτος Μαφία», υπέδειξε ο ποινικολόγος Ηλίας Στεφάνου, μιλώντας στο ραδιόφωνο του «Π» και στην εκπομπή «Πρωινή Επιθεώρηση» με την Κατερίνα Ηλιάδη.
Σχετικά άρθρα:
- Εισαγγελικό Συμβούλιο για το «Κράτος Μαφία» - Η πρώτη φορά που λειτούργησε και το «ντροπή» του Κώστα Κληρίδη
- Διορίζει ανεξάρτητους ερευνητές για το «Κράτος Μαφίας» το Υπουργικό
- Μπελάδες για το δικηγορικό γραφείο Νίκος Αναστασιάδης και τους συνέταιρους - Γιατί είναι ύποπτοι για ξέπλυμα χρήματος
- Ενδείξεις για ξέπλυμα μαύρου χρήματος 220 εκατ. δολαρίων - Το πόρισμα για το «Κράτος Μαφία», η ΜΟΚΑΣ και το δικηγορικό γραφείο Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι
- Πώς η ΜΟΚΑΣ έγινε «θεσμική ασπίδα» για τον Αναστασιάδη – Την Εύα Ρωσσίδου Παπακυριακού φωτογραφίζει το πόρισμα για το «Κράτος Μαφία»
Ο κ. Στεφάνου χαρακτήρισε ορθή την αυτοεξαίρεση του Γενικού Εισαγγελέα από την υπόθεση, λόγω της σύγκρουσης συμφέροντος που ανακύπτει, ωστόσο τόνισε ότι το ζήτημα δεν εξαντλείται εκεί. Όπως εξήγησε, οι εισαγγελείς που θα κληθούν να χειριστούν το ζήτημα παραμένουν υφιστάμενοι του Γενικού Εισαγγελέα και θεσμικά υπόλογοι στη Νομική Υπηρεσία. Γι’ αυτό, κατά την άποψή του, σε μια υπόθεση τόσο μεγάλης θεσμικής και δημόσιας βαρύτητας θα έπρεπε να συμμετέχουν και ανεξάρτητα πρόσωπα, όπως, ενδεικτικά, πρώην πρόεδροι των Ανώτατων Δικαστηρίων ή πρόσωπα τα οποία έχουν αποδείξει διαχρονικά την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία τους.
«Η αυτοεξαίρεση πολύ σωστά έγινε», ανέφερε, προσθέτοντας όμως ότι το κρίσιμο είναι πώς διασφαλίζεται πως η κρίση που θα προκύψει θα διαθέτει έξωθεν καλή μαρτυρία αντικειμενικής αμεροληψίας. Σε διαφορετική περίπτωση, είπε, θα παραμένει το επιχείρημα ότι οι εισαγγελείς είναι υφιστάμενοι του Γενικού Εισαγγελέα, ο οποίος βάσει Συντάγματος έχει την εξουσία να αποφασίζει για την άσκηση ποινικών διώξεων.
Ο κ. Στεφάνου προχώρησε σε διάκριση σε σχέση με τα έγγραφα της υπόθεσης. Όπως είπε, οι περίπου 3.000 σελίδες που έχουν συζητηθεί δημόσια αφορούν το πόρισμα των επιθεωρητών και όχι το πόρισμα της ίδιας της Αρχής κατά της Διαφθοράς. Η Αρχή, σημείωσε, έχει τη δυνατότητα να υιοθετήσει μέρος των ευρημάτων των επιθεωρητών και να μην υιοθετήσει άλλα. Δεσμευτικό, όπως εξήγησε, είναι το πόρισμα που θα προωθήσει η ίδια η Αρχή προς τον Γενικό Εισαγγελέα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, μέσα από την ανακοίνωση της Αρχής προκύπτει ότι δεν προωθούνται απαραίτητα όλα τα συμπεράσματα ή οι εισηγήσεις των επιθεωρητών, αλλά μέρος αυτών. Αυτό, είπε, δημιουργεί ένα ερώτημα για το τι ακριβώς περιλαμβάνεται στο τελικό πόρισμα που θα τεθεί ενώπιον της Νομικής Υπηρεσίας.
Ξεχωριστή, κατά τον κ. Στεφάνου, είναι και η διαδικασία των ανακρίσεων. Όπως διευκρίνισε, άλλο είναι το ποιος θα αξιολογήσει νομικά το υλικό και θα αποφασίσει κατά πόσον προκύπτουν ποινικά αδικήματα, και άλλο το ποιος θα συλλέξει μαρτυρία στο πλαίσιο της ποινικής δικονομίας. Η εξαγγελία για διορισμό ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών, είπε, αφορά το ανακριτικό σκέλος και όχι την απόφαση για άσκηση ή μη ποινικών διώξεων.
Εξηγώντας τη διαδικασία που ενδέχεται να ακολουθήσει, ανέφερε ότι ακόμη δεν βρισκόμαστε στο στάδιο διορισμού εισαγγελέα για χειρισμό υπόθεσης ενώπιον δικαστηρίου. Αυτό, όπως είπε, θα προκύψει μόνο εάν κριθεί από τη Νομική Υπηρεσία ότι στοιχειοθετούνται ποινικά αδικήματα τα οποία μπορούν να οδηγηθούν ενώπιον Δικαστηρίου.







