Της Γιώτας Χατζηκώστα και του Γιάννη Πάζουρου
Ο χρόνος κύλησε για κάποιους πολύ αργά και για κάποιους σαν αστραπή, όμως σε πολλά σημεία της ημιορεινής Λεμεσού μοιάζει σαν να σταμάτησε στις μέρες της φονικής πυρκαγιάς. Στις πλαγιές στέκουν ακόμη μαυρισμένοι κορμοί, στα χωριά βλέπεις τα σπίτια που κάηκαν και στα χωράφια η γη παλεύει να ξαναγεννηθεί. Κάποιοι επέστρεψαν, όσοι μπόρεσαν, στις καθημερινές τους συνήθειες. Άλλοι ξανάχτισαν, άλλοι περιμένουν ακόμη, άλλοι έφυγαν και δεν γύρισαν ποτέ. Όλοι κουβαλούν την ίδια εικόνα όμως, έναν ουρανό σκοτεινό, δρόμους γεμάτους καπνό και τη βεβαιότητα ότι όλα μπορούσαν να χαθούν.
Ήταν 23 Ιουλίου του 2025, όταν η φωτιά χτύπησε την ορεινή Λεμεσό, αυτή τη φορά με σφοδρότητα. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι έχασε τη ζωή του, 211 σπίτια καταστράφηκαν ολοσχερώς, 440 κατοικίες επηρεάστηκαν και 125 τετραγωνικά χιλιόμετρα γης έγιναν στάχτη. Η πυρκαγιά στη Λεμεσό άφησε πολλές πληγές πίσω της. Από τον φόβο, την απώλεια, την αλληλεγγύη, αλλά και από τα ερωτήματα για τις εκκενώσεις, την έγκαιρη προειδοποίηση και την ετοιμότητα του κρατικού μηχανισμού. Πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν σπίτια γεμάτα αναμνήσεις και οικογένειες που έμαθαν μέσα σε μία νύχτα πώς η ζωή μπορεί να χωρέσει σε μια τσάντα.
Το παράπονο του Τζέισον
Ο Τζέισον έζησε τη φονική πυρκαγιά του 2025 μαζί με την οικογένειά του. Το σπίτι τους κάηκε και για ένα διάστημα φιλοξενήθηκαν από φίλους στην Ερήμη. Έναν χρόνο μετά, μιλά με την ήρεμη πικρία ενός ανθρώπου που αναρωτιέται τι θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά. «Ήταν συγκινητικό το πώς ανταποκρίθηκε ο κόσμος. Άνθρωποι που δεν μας γνώριζαν ήταν πολύ γενναιόδωροι με όλους τους κατοίκους των περιοχών εδώ», λέει στον «Π».
Εκείνο που εξακολουθεί να τον ενοχλεί είναι ότι δεν υπήρξε ένας μηχανισμός έγκαιρης ειδοποίησης, όπως συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. «Δεν αισθάνομαι θυμό ούτε θέλω να κατηγορήσω. Ήταν μια καταστροφή που δεν είχαμε ξαναδεί στη χώρα. Μας ενόχλησε, όμως, πολύ ότι δεν λάβαμε κανένα μήνυμα που να λέει ότι πρέπει να φύγουμε από το χωριό. Την απόφαση να φύγουμε την πήραμε μόνοι μας».
Από εκείνη τη νύχτα θυμάται την ταχύτητα με την οποία άλλαξαν όλα. Δεν υπήρχε χρόνος. Πήραν μια τσάντα, τον σκύλο τους και τα διαβατήρια. «Δεν προλάβαμε να πάρουμε τίποτα. Ευτυχώς, για καλή μας τύχη, μας φιλοξένησαν φίλοι στην Ερήμη μέχρι να περάσει το κακό. Εκεί νιώσαμε την αγάπη των συνανθρώπων μας και αυτό κρατούμε». Στην αφήγησή του επιστρέφει συνεχώς η αλληλεγγύη. Τους πρόσφεραν ρούχα, φαγητό, στέγη και χρήματα.
«Δεν προλάβαμε να πάρουμε τίποτα. Φύγαμε με μια τσάντα, τον σκύλο και τα διαβατήρια στο χέρι.»
Οικονομική στήριξη
Στο Βουνί, ο Σωκράτης Μενελάου έχασε το εξοχικό του σπίτι. Είχε ζήσει μόνιμα στο χωριό και εργαζόταν ως καφετζής, όμως το 2015 αναγκάστηκε να φύγει. Δεν εγκατέλειψε ποτέ, ωστόσο, τη γη που αγάπησε. Συνέχισε να επιστρέφει και να φροντίζει το σπίτι του, μέχρι που η φωτιά το κατέστρεψε ολοσχερώς.
Για τον ίδιο, η απώλεια μετριέται κυρίως σε αναμνήσεις και σε μια σχέση ζωής με το χωριό. Αναγνωρίζει, πάντως, ότι παρά τη γραφειοκρατία υπήρξε οικονομική στήριξη. Όπως αναφέρει, στους μόνιμους κατοίκους δόθηκε ποσό 10 χιλιάδων ευρώ και επιπλέον δύο χιλιάδες ευρώ για κάθε εξαρτώμενο μέλος, ενώ η εταιρεία XM πρόσφερε 10 χιλιάδες ευρώ σε κάθε οικογένεια. «Ήταν μια σημαντική στήριξη μέσα σε όλη την καταστροφή που ζήσαμε», λέει. Καμία αποζημίωση, όμως, δεν μπορεί να επαναφέρει ένα σπίτι όπως ήταν πριν, ούτε να αντικαταστήσει τα πράγματα που είχαν αξία μόνο για εκείνον που τα έχασε.
Η αποκατάσταση μετά από μια πυρκαγιά δεν τελειώνει όταν καθαριστούν τα καμένα ή όταν καταβληθούν οι πρώτες αποζημιώσεις. Υπάρχουν ζημιές που δεν χωρούν σε πίνακες και εκθέσεις. Είναι ο φόβος κάθε φορά που ανεβαίνει η θερμοκρασία. Η αγωνία όταν ακούγεται σειρήνα. Η ανασφάλεια των ηλικιωμένων που αναρωτιούνται αν θα προλάβουν να φύγουν σε μια νέα εκκένωση.
Πληγές που δεν καταγράφονται
Η αποκατάσταση μετά από μια πυρκαγιά δεν τελειώνει όταν καθαριστούν τα καμένα ή όταν καταβληθούν οι πρώτες αποζημιώσεις. Υπάρχουν ζημιές που δεν χωρούν σε πίνακες και εκθέσεις. Είναι ο φόβος κάθε φορά που ανεβαίνει η θερμοκρασία. Είναι η αγωνία όταν ακούγεται σειρήνα. Είναι η ανασφάλεια των ηλικιωμένων που αναρωτιούνται αν θα προλάβουν να φύγουν σε μια νέα εκκένωση.
Στη Λεμεσό, οι κάτοικοι ζητούν ακόμη απαντήσεις για την απουσία έγκαιρης προειδοποίησης. Οι ανάγκες είναι πολλές και δεδομένες, ένα χρόνο μετά. Καθαρισμοί, αντιπυρικές ζώνες, γρηγορότερη κινητοποίηση, συντονισμός των υπηρεσιών και ένα σύστημα προειδοποίησης που να φτάνει έγκαιρα σε κάθε κινητό τηλέφωνο.
Οι άνθρωποι δεν ζητούν θαύματα. Ζητούν να μην αφεθούν ξανά μόνοι μπροστά στη φωτιά. Ζητούν να γνωρίζουν πότε πρέπει να φύγουν, ποιον δρόμο να ακολουθήσουν και πού να κατευθυνθούν. Ζητούν το κράτος να είναι «παρών» πριν να είναι αργά.
Η ζωή επιστρέφει, η μνήμη μένει
Στις καμένες πλαγιές εμφανίζονται μικροί πράσινοι βλαστοί. Τα χωράφια καθαρίζονται, οι αυλές ξαναφτιάχνονται και σε κάποια σπίτια που επισκευάστηκαν ανάβουν ξανά τα φώτα. Η φύση προσπαθεί να επιστρέψει, όπως προσπαθούν και οι άνθρωποι. Άλλοι κατάφεραν να ξαναχτίσουν γρήγορα. Άλλοι παραμένουν αντιμέτωποι με τη γραφειοκρατία, το κόστος και την κούραση. Κάποιοι δεν θέλουν να φύγουν από τον τόπο τους, ακόμη και αν φοβούνται κάθε νέο καλοκαίρι. Άλλοι δεν αισθάνονται πια ασφαλείς εκεί όπου κάποτε ένιωθαν προστατευμένοι.
Ένα χρόνο μετά, οι κάτοικοι θυμούνται όσους δεν κατάφεραν να σωθούν. Το ηλικιωμένο ζευγάρι, που κανένας δεν γνωρίζει πώς βρέθηκε στον λάθος δρόμο, τη λάθος στιγμή. Θυμούνται τη στιγμή που ο ουρανός σκοτείνιασε και τη φυγή με ελάχιστα πράγματα στο χέρι.
Θυμούνται, όμως, και τους αγνώστους που άνοιξαν τα σπίτια τους, τους εθελοντές που έτρεξαν προς τις φλόγες και τους ανθρώπους που έσωσαν περιουσίες χωρίς να μάθει ποτέ κανείς τα ονόματά τους. Έναν χρόνο μετά την καταστροφή στη Λεμεσό, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να θυμόμαστε. Η έναρξη εφαρμογής ειδοποίησης cy-alert είναι ένα πρώτο βήμα, εντούτοις, σε ένα νησί που είναι επιρρεπές σε φωτιές, αυτά που πρέπει να γίνουν είναι σαφώς περισσότερα.






