Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε έφεση κατά Απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου σε υπόθεση απαλλοτρίωσης περιουσίας από το 1974.
Η υπόθεση, ημερομηνίας 23 Ιουλίου, 2026, αφορούσε την Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Υπουργικού Συμβουλίου, του Υπουργείου Εσωτερικών και της Διευθύντριας του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως (εφεσείοντες) κατά του ΝΣ (εφεσίβλητου) και ήταν ομόφωνη.
Ο εφεσίβλητος υπήρξε κατά το έτος 1974 ιδιοκτήτης του ακινήτου στο χωριό Αγλαντζιά. Το ακίνητο απαλλοτριώθηκε βάσει γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης, ημερομηνίας 10/5/1974, και του μεταγενέστερου διατάγματος απαλλοτρίωσης, ημερομηνίας 14/2/1975.
Η απαλλοτρίωση αφορούσε οκτώ τεμάχια για σκοπούς δημιουργίας οδικής αρτηρίας πρωταρχικής σημασίας συνδέουσας την περιοχή Αθαλάσσας και Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου με τη Βιομηχανική Ζώνη Καϊμακλίου-Παλλουριώτισσας και τη γύρω περιοχή στη Λευκωσία.
Πρωτόδικα προσβλήθηκε από τον εφεσίβλητο, το έτος 2017, η άρνηση και/ή παράλειψη των Καθ’ ων η αίτηση να ανακαλέσουν την απαλλοτρίωση και να του επιστρέψουν το επίδικο τεμάχιο, καθότι αυτό δεν είχε χρησιμοποιηθεί μέσα στα καθοριζόμενα από το Σύνταγμα και τον νόμο χρονικά περιθώρια και/ή ο σκοπός για τον οποίο απαλλοτριώθηκε κατέστη ανέφικτος.
Το Διοικητικό Δικαστήριο εξέδωσε ακυρωτική απόφαση, καταλήγοντας ότι έλαβε υπόψη τα δεδομένα που είχε ενώπιόν του και το χρονικό διάστημα των 43 ετών που είχε παρέλθει, χωρίς να αξιοποιηθεί το τεμάχιο, χρονικό διάστημα που θεώρησε ακραίο όριο ευλόγου χρόνου για την εκπλήρωση του σκοπού της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του τεμαχίου, η πραγμάτωση του οποίου παρέμεινε χρονικά ασαφής και απροσδιόριστη. Σημείωσε, ότι με βάση τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η Καθ’ ης η αίτηση υπείχε δέσμιας αρμοδιότητας να ικανοποιήσει το αίτημα των αιτητών και να ανακαλέσει το επίδικο διάταγμα απαλλοτρίωσης και κατέληξε πως η προσβαλλόμενη πράξη, ως άρνηση ικανοποίησης ή απόρριψης του αιτήματος των αιτητών για επιστροφή του τεμαχίου ήταν παράνομη.
Η ορθότητα της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου αμφισβητήθηκε με την καταχώριση της της έφεσης από τους εφεσείοντες.
Όπως αναφέρει το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, "όντως η επιλογή της γης, η προώθηση της απαλλοτρίωσης και η κρίση της αρμοδίας αρχής σε σχέση με την όλη αναγκαιότητα του επιδιωκόμενου έργου, αποτελούν ζητήματα κατ' εξοχήν διοικητικής φύσεως και ταυτόχρονα τεχνικά θέματα, στα οποία το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει".
Προσθέτει ωστόσο ότι "το ανέλεγκτο όμως των τεχνικών ζητημάτων δεν απαλλάσσει τη διοίκηση και ιδιαίτερα την απαλλοτριούσα αρχή από την υποχρέωση της να έχει εκπονήσει ολοκληρωμένη μελέτη αναφορικά με το σκοπό της απαλλοτρίωσης πριν τη λήψη της τελικής απόφασης και τη δημοσίευση στη συνέχεια της γνωστοποίησης και του διατάγματος απαλλοτρίωσης που συναποτελούν τη σύνθετη πράξη του όλου εγχειρήματος".
"Κάθε περίπτωση απαλλοτρίωσης έχει βεβαίως τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Και είναι με αυτά που πρέπει η κάθε υπόθεση να αντιμετωπίζεται. Στην προκείμενη υπόθεση πιστοποιείται ότι 24 χρόνια μετά τη δημοσίευση της απαλλοτρίωσης, το συγκεκριμένο τεμάχιο του εφεσείοντος παρέμεινε στην ουσία χωρίς να αξιοποιηθεί για το σκοπό της απαλλοτρίωσης" αναφέρει.
Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο σημειώνει ότι δεν έχει εντοπιστεί οποιοδήποτε σφάλμα στην απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
"Το Δικαστήριο δεν παρέλειψε να αναφέρει όλες τις εξελίξεις που είχαν τεθεί ενώπιόν του από τη Δημοκρατία, εντοπίζοντας αυτό που αποτελεί αδιαμφισβήτητο κρίσιμο γεγονός, ότι δηλαδή καμία ενέργεια δεν έγινε για 43 χρόνια μέχρι την προσφυγή (52 χρόνια πλέον μέχρι σήμερα) για την υλοποίηση του σκοπού της απαλλοτρίωσης".
Μπορεί, σημειώνει " το οδικό έργο να ήταν μεγαλεπήβολο και να είχε ολοκληρωθεί με πολεοδομικές αποφάσεις αντί με διάταγμα απαλλοτρίωσης, σε σχέση με τα υπόλοιπα ακίνητα που επηρεάστηκαν, αλλά όταν το 1974 αποφασίστηκε να απαλλοτριωθούν τα συγκεκριμένα οικόπεδα, μεταξύ αυτών και το οικόπεδο του εφεσίβλητου, για τον σκοπό της δημιουργίας οδικής αρτηρίας πρωταρχικής σημασίας συνδέουσας την περιοχή Αθαλάσσας και Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου με τη Βιομηχανική Ζώνη Καϊμακλίου-Παλλουριώτισσας και τη γύρω περιοχή στη Λευκωσία, αναμενόταν πως και για τα ακίνητα αυτά θα γίνονταν ενέργειες προς υλοποίηση του σκοπού αυτού".
"Η κατακράτησή τους προς διαφύλαξη, όπως υποστήριξαν οι εφεσείοντες, της δυνατότητας κατασκευής του έργου, χωρίς οποιαδήποτε ενέργεια προς τούτο, για διάστημα πέραν του μισού αιώνα, είναι παράνομη, ως αντισυνταγματική. Παραβιάζει το Άρθρο 23.5 του Συντάγματος".
Η έφεση απορρίφθηκε με €4.000 έξοδα, πλέον ΦΠΑ, αν υπάρχει, υπέρ του εφεσίβλητου και εναντίον των εφεσειόντων.
Πηγή: ΚΥΠΕ






