Ένα αθέατο κομμάτι της σεξουαλικής βίας ενδέχεται να παραμένει κρυφό και στην Κύπρο. Γυναίκες έχουν καταγγείλει στην Αστυνομία ότι πιθανόν να ναρκώθηκαν πριν από σεξουαλική επίθεση, όμως οι Αρχές δεν διαθέτουν ξεχωριστά στοιχεία για την έκταση του φαινομένου στη χώρα μας. Την ώρα που στην Ευρώπη αποκαλύπτονται οργανωμένα δίκτυα δραστών, η κυπριακή πραγματικότητα παραμένει, δυστυχώς, χωρίς σαφή εικόνα.
Συλλήψεις σε άλλες χώρες
Το ζήτημα επανέρχεται στο προσκήνιο μετά τις διεθνείς αποκαλύψεις για υποθέσεις στις οποίες η σεξουαλική κακοποίηση συνδέθηκε με τη χρήση ουσιών και την καταγραφή ή διακίνηση του υλικού στο διαδίκτυο. Υποθέσεις όπως αυτή της Ζιζέλ Πελικό στη Γαλλία αποκάλυψαν όχι μόνο την έκταση της κακοποίησης μέσα σε σχέσεις εμπιστοσύνης, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ορισμένοι δράστες αξιοποιούν ψηφιακές πλατφόρμες για να ανταλλάσσουν πληροφορίες και να ενισχύουν τη δράση τους. Ακολούθησαν έρευνες σε άλλες χώρες, οι οποίες έφεραν στο φως διαδικτυακές κοινότητες και οργανωμένα δίκτυα.
Στην Ολλανδία συνελήφθησαν τέσσερις άνδρες για παρόμοιες υποθέσεις, ενώ στη Βρετανία η Εθνική Υπηρεσία Καταπολέμησης της Εγκληματικότητας ανακοίνωσε οκτώ συλλήψεις και τον εντοπισμό περισσότερων από 270 προσώπων που συνδέονταν με διαδικτυακό φόρουμ. Άλλες 14 έρευνες βρίσκονται σε εξέλιξη στη Βρετανία και στο εξωτερικό.
Υποψία χημικής υποταγής, αλλά...
Στην Κύπρο, οι Αρχές αναγνωρίζουν ότι υπάρχουν σχετικές καταγγελίες, όμως η απουσία ειδικής καταγραφής αφήνει ένα σημαντικό κενό γνώσης και συνεπώς πρόληψης και καταπολέμησης του φαινομένου. Όπως αναφέρει επισήμως η Αστυνομία, τα στατιστικά στοιχεία αφορούν τον συνολικό αριθμό των υποθέσεων βιασμού ενήλικων γυναικών ή σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών και όχι τις ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα. Οι πληροφορίες για πιθανή χρήση ουσιών, απώλεια μνήμης ή νάρκωση καταγράφονται στον ποινικό φάκελο κάθε υπόθεσης, αλλά δεν καταχωρίζονται σε ξεχωριστή στατιστική κατηγορία. Ακόμη και όταν προκύπτουν επιπρόσθετα αδικήματα που σχετίζονται με χρήση ουσιών, η συγκεκριμένη διάσταση δεν αποτυπώνεται συγκεντρωτικά.
Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατό να εξακριβωθεί πόσες από τις καταγγελίες βιασμού στην Κύπρο περιλάμβαναν υποψία χημικής υποταγής. Η Αστυνομία αναφέρει ότι τέτοιου είδους καταγγελίες δεν αποτελούν ιδιαίτερα συχνό φαινόμενο στις υποθέσεις που φτάνουν στις Αρχές.
47 βιασμοί το 2025
Συνολικά, κατά το 2024 καταγράφηκαν 41 καταγγελίες βιασμού σε βάρος γυναικών, το 2025 ο αριθμός αυξήθηκε στις 47, ενώ κατά το 2026, μέχρι σήμερα, καταγράφηκαν 15. Οι αριθμοί αυτοί αφορούν το σύνολο των καταγγελιών βιασμού και όχι ειδικά περιστατικά πιθανής χρήσης ουσιών.
Αξιόπιστα δεδομένα τώρα!
Η διευθύντρια του Μεσογειακού Ινστιτούτου Μελετών Κοινωνικού Φύλου, Σουσάνα Παύλου, προειδοποιεί ότι οι υποθέσεις αυτές δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένα ή «ακραία» περιστατικά, αλλά ως οργανωμένη μορφή έμφυλης βίας, η οποία τροφοδοτείται από ένα ευρύτερο οικοσύστημα μισογυνισμού.
Όπως επισημαίνει, διαφορετικές ψηφιακές πλατφόρμες επιτελούν διαφορετικούς ρόλους: Ορισμένες διευκολύνουν τη διάδοση μισογυνικών αφηγήσεων και τη στρατολόγηση νέων χρηστών, άλλες χρησιμοποιούνται για τον συντονισμό δραστών και την ανταλλαγή πληροφοριών, ενώ άλλες κερδοφορούν από τη διακίνηση υλικού σεξουαλικής κακοποίησης γυναικών. Στο ίδιο οικοσύστημα εντάσσει και την πορνογραφία, η οποία, όπως υποστηρίζει, συμβάλλει στην κανονικοποίηση της σεξουαλικής αντικειμενοποίησης των γυναικών και της αντίληψης ότι το γυναικείο σώμα υπάρχει για κατανάλωση.
Σε ό,τι αφορά την Κύπρο, τονίζει ότι η πραγματική έκταση του φαινομένου παραμένει άγνωστη επειδή δεν υπάρχουν συστηματικά και διακριτά στοιχεία για περιστατικά πιθανής νάρκωσης πριν από σεξουαλική βία. Θεωρεί απαραίτητη την καταγραφή τους ως ξεχωριστής κατηγορίας, τη συλλογή αξιόπιστων δεδομένων και την εξειδικευμένη εκπαίδευση της Αστυνομίας στη διερεύνηση της φαρμακευτικά υποβοηθούμενης σεξουαλικής βίας.
«Χωρίς αξιόπιστα δεδομένα δεν μπορούμε ούτε να εκτιμήσουμε το μέγεθος του προβλήματος ούτε να σχεδιάσουμε αποτελεσματικές πολιτικές πρόληψης και προστασίας», υπογραμμίζει.
Τοξικολογικές αμέσως
Σύμφωνα με την Αστυνομία, η άμεση καταγγελία είναι καθοριστική, ιδιαίτερα όταν υπάρχει υποψία ότι το θύμα ναρκώθηκε. Όταν η καταγγελία υποβάλλεται χωρίς καθυστέρηση, μπορούν να διενεργηθούν έγκαιρα ιατρικές και τοξικολογικές εξετάσεις, οι οποίες ενδέχεται να αποδείξουν την παρουσία ουσιών στον οργανισμό.
Η καθυστέρηση δεν σημαίνει ότι μία υπόθεση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί, καθιστά όμως τη διερεύνηση σημαντικά δυσκολότερη, καθώς μπορεί να χαθούν κρίσιμα ιατροδικαστικά τεκμήρια.
Οι υποθέσεις βιασμού ενηλίκων διερευνώνται αυτεπάγγελτα. Για κάθε καταγγελία σχηματίζεται ποινικός φάκελος, ο οποίος, μετά την ολοκλήρωση της διερεύνησης, αποστέλλεται στη Νομική Υπηρεσία. Κατά την πρώτη επαφή, το θύμα ενημερώνεται για τα δικαιώματά του, η κατάθεση λαμβάνεται από γυναίκα αστυνομικό και, ανάλογα με τις περιστάσεις, ζητείται συγκατάθεση για εξέταση από ιατροδικαστή και γυναικολόγο.
Ψηφιακό υλικό
Όταν υπάρχει μαρτυρία ή υποψία ότι ο ύποπτος βιντεογραφούσε το θύμα κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης, η Αστυνομία μπορεί να προχωρήσει, κατόπιν έκδοσης ενταλμάτων, στην κατάσχεση κινητών τηλεφώνων και ηλεκτρονικών υπολογιστών. Οι συσκευές εξετάζονται από την Υποδιεύθυνση Ηλεκτρονικού Εγκλήματος και, ανάλογα με τα ευρήματα, στον ποινικό φάκελο προστίθενται πρόσθετες κατηγορίες.
Παρά ταύτα, η Αστυνομία δεν μας έδωσε στοιχεία για το πόσες τέτοιες υποθέσεις έχουν διερευνηθεί, πόσες έχουν οδηγηθεί ενώπιον της δικαιοσύνης ή αν έχουν εντοπιστεί στην Κύπρο διαδικτυακές ομάδες και κανάλια αντίστοιχα με εκείνα που ερευνώνται στο εξωτερικό. Δεν διευκρινίζεται επίσης κατά πόσον πρόσωπα στην Κύπρο έχουν συνδεθεί με διεθνή φόρουμ ή δίκτυα όπου ανταλλάσσονται οδηγίες ή υλικό σεξουαλικής κακοποίησης γυναικών υπό την επήρεια ουσιών.
Οι υποθέσεις που δεν καταγγέλλονται
Η Αστυνομία επιβεβαιώνει ότι έχουν καταγραφεί πολύ περιορισμένες υποθέσεις χρήσης ναρκωτικών ουσιών σε βάρος έφηβων κοριτσιών, τα οποία στη συνέχεια υπέστησαν σεξουαλική κακοποίηση. Οι υποθέσεις ανηλίκων διερευνώνται από εξειδικευμένους ανακριτές, σε συνεργασία με το «Σπίτι του Παιδιού».
Όταν η κακοποίηση ενήλικης γυναίκας διαπράττεται εντός της οικογένειας, την υπόθεση αναλαμβάνει το Κλιμάκιο Βίας στην Οικογένεια του αρμόδιου Επαρχιακού ΤΑΕ και ενεργοποιείται η συνεργασία με το «Σπίτι της Γυναίκας».
Το βασικό ερώτημα που παραμένει ανοικτό είναι πόσα τέτοια περιστατικά δεν καταγγέλλονται ποτέ. Η πιθανή νάρκωση, τα κενά μνήμης, η αδυναμία του θύματος να ανακαλέσει με σαφήνεια τι συνέβη, ο φόβος ότι δεν θα γίνει πιστευτό και το γεγονός ότι ο δράστης μπορεί να είναι σύντροφος, σύζυγος ή πρόσωπο εμπιστοσύνης δημιουργούν συνθήκες έντονης υποκαταγραφής.
Καθώς οι ευρωπαϊκές Αρχές προειδοποιούν ότι οι σεξουαλικές επιθέσεις με χρήση ουσιών γίνονται ολοένα και πιο οργανωμένες και διευκολύνονται από ψηφιακές πλατφόρμες, το ερώτημα για την Κύπρο δεν είναι πλέον κατά πόσον έχουν υπάρξει τέτοιες υποθέσεις. Αυτό έχει ήδη επιβεβαιωθεί. Το ερώτημα είναι πόσες είναι, πόσες παραμένουν αθέατες και αν οι Αρχές διαθέτουν τα δεδομένα για να διαπιστώσουν την πραγματική έκταση του φαινομένου.






