Τα λάθη στη μοριοδότηση, οι υποτροφίες που εγκρίθηκαν χωρίς να υπάρχουν διαθέσιμα κονδύλια και η απουσία δεύτερου ελέγχου, αποτελούν την άμεση και σαφώς πιο ηχηρή πλευρά της ειδικής έκθεσης της Ελεγκτικής Υπηρεσίας για το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών Κύπρου. Πίσω, όμως, από τις επιμέρους διαπιστώσεις, αναδεικνύεται ένα ευρύτερο ζήτημα: κατά πόσο το σημερινό μοντέλο διαχείρισης των κρατικών υποτροφιών και των φοιτητικών χορηγιών εξακολουθεί να είναι λειτουργικό.
Η Ελεγκτική δεν περιορίζεται σε συστάσεις για διόρθωση διαδικασιών. Θέτει ενώπιον του Υπουργείου Οικονομικών, και της κυβέρνησης κατ' επέκταση, την ανάγκη να εξεταστούν τα οφέλη από πιθανή συνένωση του ΙΚΥΚ με την Υπηρεσία Χορηγιών και Επιδομάτων. Πρόκειται για δύο διαφορετικούς μηχανισμούς, οι οποίοι διαχειρίζονται παράλληλα μορφές κρατικής στήριξης προς φοιτητές και οικογένειες, με χωριστές αιτήσεις, διαδικασίες και σημεία εξυπηρέτησης. Κατά την Ελεγκτική, αυτή η παράλληλη λειτουργία δημιουργεί περιττή πολυπλοκότητα και ενδεχόμενες διοικητικές επικαλύψεις. Ένας ενιαίος φορέας θα μπορούσε να προσφέρει στους ενδιαφερόμενους ένα σημείο επαφής και, ταυτόχρονα, να συμβάλει στον καλύτερο συντονισμό και στη χρηστότερη διαχείριση των δημόσιων πόρων.
Τα ευρήματα δείχνουν το πρόβλημα
Η συζήτηση για αλλαγή του μοντέλου, τροφοδοτείται από μια σειρά ευρημάτων της ΕΥ που καταδεικνύουν αδυναμίες στον προγραμματισμό, στην αξιολόγηση και στον έλεγχο των αιτήσεων.
Χαρακτηριστική είναι η απόφαση να παραχωρηθούν υποτροφίες σε ακόμη 344 δυνητικούς δικαιούχους, παρά το γεγονός ότι οι διαθέσιμες πιστώσεις δεν επαρκούσαν. Για την κάλυψη του πρώτου έτους χρειάστηκε πρόσθετη κρατική χρηματοδότηση περίπου €1.7 εκ., ενώ το ΙΚΥΚ ζήτησε να περιληφθεί στον προϋπολογισμό του 2026 επιπλέον ποσό €1.1 εκ. για τη συνέχιση της καταβολής των υποτροφιών. Όπως εξήγησε, οι 344 υπότροφοι είχαν ήδη υπογράψει συμβάσεις, δημιουργώντας οικονομική υποχρέωση μέχρι την ολοκλήρωση των σπουδών τους.
Η Ελεγκτική αναγνωρίζει ότι η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου είχε ως στόχο να εξυπηρετήσει όσο το δυνατόν περισσότερους αιτητές. Επισημαίνει, ωστόσο, ότι τέτοιες ενέργειες πρέπει να βασίζονται σε έγκαιρο προγραμματισμό και προηγούμενη συνεννόηση με το αρμόδιο υπουργείο, αντί να αναζητούνται εκ των υστέρων κονδύλια. Από την πλευρά του, το ΙΚΥΚ υποστηρίζει ότι οι αποφάσεις του λαμβάνονται στη βάση των αποφάσεων του δσ και των διαθέσιμων οικονομικών δεδομένων, επισημαίνοντας ότι η συμπληρωματική χρηματοδότηση υπόκειται στην έγκριση του Υπουργείου Οικονομικών και της Βουλής. Για τις 344 πρόσθετες υποτροφίες αναφέρει ότι προηγήθηκε συνεργασία με το Υπουργείο Οικονομικών, το οποίο αντιμετώπισε θετικά το σχετικό αίτημα, υπό την προϋπόθεση έγκρισης συμπληρωματικού προϋπολογισμού, ο οποίος τελικά εγκρίθηκε από τη Βουλή τον Ιανουάριο του 2025.
Αντίστοιχα ανησυχητικά είναι τα ευρήματα για την αξιολόγηση των αιτήσεων. Σε δείγμα 23 αιτήσεων εντοπίστηκαν πέντε περιπτώσεις στις οποίες η μοριοδότηση δεν ήταν σύμφωνη με τις πρόνοιες των προκηρύξεων. Το ίδιο το ΙΚΥΚ επιβεβαίωσε τις αποκλίσεις, αναφέροντας ότι οι εισηγήσεις της Ελεγκτικής θα ληφθούν υπόψη κατά τον σχεδιασμό του αναβαθμισμένου μηχανογραφικού συστήματος. Παράλληλα, από τις 20 ενστάσεις που εξετάστηκαν, οι πέντε έγιναν αποδεκτές επειδή η αρχική μοριοδότηση ήταν λανθασμένη. Σε άλλες περιπτώσεις, ενστάσεις οδήγησαν το Ίδρυμα στον εντοπισμό λανθασμένων παραμέτρων στο σύστημα «ΗΡΑ», η διόρθωση των οποίων ανέδειξε συνολικά 20 νέους δικαιούχους σε δύο προγράμματα. Το ΙΚΥΚ αναγνώρισε επίσης τις αποκλίσεις που εντοπίστηκαν στις πέντε περιπτώσεις λανθασμένης μοριοδότησης, σημειώνοντας ότι οι εισηγήσεις της Ελεγκτικής θα ενσωματωθούν στον σχεδιασμό του νέου μηχανογραφικού συστήματος.
Το πρόβλημα γίνεται σοβαρότερο από το γεγονός ότι η αξιολόγηση, η αντιπαραβολή των δικαιολογητικών και η τελική μοριοδότηση διενεργούνταν από τα ίδια μέλη του προσωπικού, χωρίς δευτεροβάθμιο έλεγχο από άλλο πρόσωπο. Το ΙΚΥΚ επικαλέστηκε την υποστελέχωση και ανέφερε ότι θα εφαρμόζεται, στο μέτρο του δυνατού, έλεγχος από δεύτερο λειτουργό, ενώ προγραμματίζεται η ανάθεση του εσωτερικού ελέγχου σε εξωτερικό φορέα.
Από επίδομα σε πολιτική
Η πιθανή συνένωση των δύο υπηρεσιών αποκτά πρόσθετη σημασία μετά την κατάργηση του Ανεξάρτητου Φορέα Κοινωνικής Στήριξης και τη μεταφορά των υποχρεώσεων και αρμοδιοτήτων του στο ΙΚΥΚ. Το Ίδρυμα καλείται πλέον να διαχειριστεί ένα ευρύτερο φάσμα στήριξης προς φοιτητές, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ύπαρξη επαρκούς στελέχωσης, σύγχρονων συστημάτων και σαφούς κατανομής ευθυνών.
Η Ελεγκτική προχωρεί, όμως, ένα βήμα πιο πέρα. Αντιμετωπίζει τις υποτροφίες όχι απλώς ως μια οικονομική παροχή, αλλά ως πιθανό εργαλείο αναπτυξιακής πολιτικής. Σε μια περίοδο κατά την οποία η Δημοκρατία επιδιώκει την ενίσχυση του ανθρώπινου κεφαλαίου και τον επαναπατρισμό επιστημόνων, εισηγείται ένα περισσότερο στοχευμένο πρόγραμμα υποτροφιών αριστείας, με ουσιαστικότερη χρηματοδότηση σε τομείς προτεραιότητας και πρόνοιες ανταποδοτικότητας προς το κράτος.
Υπό αυτή την έννοια, η έκθεση δεν αφορά μόνο όσα έγιναν λανθασμένα τα προηγούμενα χρόνια. Θέτει το ερώτημα ποιος φορέας, με ποιες διαδικασίες και στη βάση ποιας κρατικής πολιτικής θα διαχειρίζεται στο εξής τις υποτροφίες, τις φοιτητικές χορηγίες και την οικονομική στήριξη όσων δυσκολεύονται να συνεχίσουν τις σπουδές τους.






