Στον ρόλο των Βαρνάβα και Ραφαήλ στην υπόθεση της Μονής Αββακούμ και σε επιστολή που απέστειλαν οι καθαιρεμένοι μοναχοί στην Ιερά Σύνοδο, αναφέρθηκε ο θεολόγος Θεόδωρος Κυριακού.
Μιλώντας στο ραδιόφωνο του «Πολίτη» 107.6 & 97.6 και στην εκπομπή «Πρωινή Επιθεώρηση» με την Κατερίνα Ηλιάδη, ο κ. Κυριακού ανέφερε ότι ο Βαρνάβας βρισκόταν για ένα διάστημα κοντά στους μοναχούς της Αββακούμ και είναι το πρόσωπο το οποίο οι ίδιοι θεωρούν ότι διαδραμάτισε ρόλο στην αποκάλυψη του οπτικοακουστικού υλικού που βρέθηκε στο επίκεντρο της υπόθεσης. Σύμφωνα με την ίδια εκδοχή που μεταφέρουν οι εμπλεκόμενοι μοναχοί, ο Βαρνάβας φέρεται να είχε πρόσβαση σε εσωτερικούς χώρους της μονής και να γνώριζε πρόσωπα και καταστάσεις εκ των έσω, γεγονός που, όπως υποστηρίζεται, του επέτρεψε να συγκεντρώσει ή να διακινήσει το σχετικό υλικό που αργότερα δημοσιοποιήθηκε.
Ο Ραφαήλ, από την άλλη, υπηρετούσε στη Μητρόπολη Ταμασού και, σύμφωνα με όσα ανέφερε ο κ. Κυριακού, το όνομά του συνδέθηκε με την υπόθεση ορισμένων μηνυμάτων. Όπως σημείωσε, τα μηνύματα αυτά φέρονται να σχετίζονται με επικοινωνίες που είχαν αποσταλεί ή ληφθεί σε κρίσιμες χρονικές στιγμές της υπόθεσης, χωρίς ωστόσο να έχει δοθεί επίσημη δημοσιοποίηση του πλήρους περιεχομένου τους. Στο πλαίσιο αυτό, ο Ραφαήλ εμφανίζεται να εμπλέκεται περισσότερο σε επίπεδο επικοινωνιακών αναφορών και λιγότερο σε φυσική παρουσία στη Μονή.
Η Ιερά Σύνοδος επρόκειτο να εξετάσει υπόθεση που αφορά τους δύο κληρικούς λειτουργώντας ως εφετειακό σώμα, με τη συμμετοχή επτά ιεραρχών. Η προγραμματισμένη συνεδρίαση, ωστόσο, τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, λόγω προβλήματος που προέκυψε με ιεράρχη.
Ο Θεόδωρος Κυριακού σημείωσε ότι ο Αρχιεπίσκοπος, εάν το επιθυμούσε, θα μπορούσε ενδεχομένως να προχωρήσει διαφορετικά στη διαχείριση του ζητήματος, επισήμανε όμως ότι εντός της Συνόδου υπάρχουν συσχετισμοί, πλειοψηφίες και μειοψηφίες, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην επιστολή που απέστειλαν καθαιρεμένοι μοναχοί της Αββακούμ και η οποία κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο πριν από τη συνοδική διαδικασία.
Κατά τον κ. Κυριακού, δημιουργείται ζήτημα όταν πρόσωπα τα οποία έχουν ήδη καθαιρεθεί επιχειρούν, μέσω δημόσιας παρέμβασης, να επηρεάσουν ή να προκαθορίσουν τη στάση που θα τηρήσει η Ιερά Σύνοδος.
Έθεσε, παράλληλα, το ερώτημα κατά πόσο η ενδεχόμενη καταδίκη άλλων προσώπων μπορεί από μόνη της να αποτελέσει «δικαίωση» για όσους αισθάνονται ότι αδικήθηκαν στην υπόθεση Αββακούμ.
Όπως χαρακτηριστικά ήταν το σκεπτικό της τοποθέτησής του, κάθε εμπλεκόμενος μπορεί να αισθάνεται ότι έχει αδικηθεί, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η κρίση για τη δική του περίπτωση εξαρτάται από το εάν θα καταδικαστούν ή όχι άλλα πρόσωπα.






