Η απόφαση του δημοσιογράφου και ερευνητή, Μακάριου Δρουσιώτη, να απευθυνθεί στους πολίτες για οικονομική στήριξη, ανοίγει στην Κύπρο μια συζήτηση που στο εξωτερικό διεξάγεται εδώ και χρόνια: ποιος πληρώνει το κόστος όταν ένας ανεξάρτητος δημοσιογράφος βρίσκεται αντιμέτωπος με πολυδάπανες δικαστικές διαδικασίες εξαιτίας ή σε συνάρτηση με τη δημοσιογραφική και ερευνητική δραστηριότητά του;
Το μοντέλο είναι γνωστό διεθνώς ως donation-based crowdfunding. Αντί ένας δημοσιογράφος να στηρίζεται αποκλειστικά σε έναν εκδοτικό οργανισμό, σε κάποιο ίδρυμα ή σε έναν μεγάλο χρηματοδότη, απευθύνεται απευθείας στους αναγνώστες και στο κοινό του. Πολλές μικρές -και ορισμένες μεγαλύτερες- συνεισφορές δημιουργούν ένα ταμείο από το οποίο μπορούν να καλυφθούν δικηγορικές αμοιβές, δικαστικά έξοδα ή άλλες δαπάνες που συνδέονται με την υπεράσπιση και τη συνέχιση της δημοσιογραφικής έρευνας.
Πολλά ανοικτά μέτωπα
Στην περίπτωση του Δρουσιώτη, το εγχείρημα αποκτά πρόσθετη βαρύτητα λόγω του εύρους των υποθέσεων στις οποίες έχει εμπλακεί. Ο δημοσιογράφος βρίσκεται εδώ και χρόνια στο επίκεντρο έντονων αντιπαραθέσεων, που προέκυψαν κυρίως μετά την έκδοση των βιβλίων του για ζητήματα διαφθοράς και λειτουργίας των θεσμών.
Μεταξύ άλλων, αντιμετωπίζει αγωγή του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας, Νίκου Αναστασιάδη, ο οποίος αξιώνει παραδειγματικές αποζημιώσεις πέραν των δύο εκατομμυρίων ευρώ για ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στα βιβλία «Κράτος Μαφία» και «Η Συμμορία» και σε δημοσίευμά του. Με την αγωγή ζητείται, επίσης, δικαστικό διάταγμα που θα εμποδίζει την επανάληψη ή αναδημοσίευση του επίδικου περιεχομένου. Ο Δρουσιώτης έχει χαρακτηρίσει την κίνηση ως προσπάθεια εκφοβισμού και έχει δηλώσει ότι είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει την υπόθεση ενώπιον των δικαστηρίων.
Παράλληλα, τέσσερις αστυνομικοί του ηλεκτρονικού εγκλήματος είχαν κινηθεί δικαστικά εναντίον του για δυσφήμηση, σε υπόθεση η οποία συνδέεται επίσης με δημοσιεύσεις και καταγγελίες του.
Η κατάσταση έγινε ακόμη πιο σύνθετη το 2026. Τον Απρίλιο ο Δρουσιώτης μετέβη μαζί με τη δικηγόρο του στο Αρχηγείο Αστυνομίας και παρέδωσε στοιχεία σε σχέση με σοβαρούς ισχυρισμούς που είχε δημοσιοποιήσει. Εξερχόμενος περιορίστηκε στη φράση «ο κύβος ερρίφθη», χαρακτηρίζοντας την εξέλιξη «αρχή μιας μακράς διαδικασίας».
Στα τέλη Ιουλίου προστέθηκε και ποινική διάσταση, καθώς ο Δρουσιώτης βρέθηκε ενώπιον Κακουργιοδικείου στην υπόθεση που έχει γίνει γνωστή ως υπόθεση «Σάντη».
Όλα αυτά δημιουργούν ένα εξαιρετικά βαρύ οικονομικό φορτίο για έναν μεμονωμένο δημοσιογράφο.
Και εδώ ακριβώς αποκτά σημασία το crowdfunding.
Δεν είναι μόνο ο Δρουσιώτης
Η πρακτική της δημόσιας συγκέντρωσης χρημάτων για τη νομική υποστήριξη δημοσιογράφων δεν είναι ούτε καινούργια, ούτε κυπριακή εφεύρεση.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Αμερικανός ανεξάρτητος δημοσιογράφος Mark O'Donnell. Όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με αγωγή πολλών εκατομμυρίων δολαρίων σε σχέση με τη δημοσιογραφική έρευνά του και το κόστος της υπεράσπισής του ξεπερνούσε τις 100.000 δολάρια, ξεκίνησε (τον Μάιο του 2025) καμπάνια στο GoFundMe, με στόχο τα 150.000 δολάρια. Μέχρι την τελευταία καταγραφή της πλατφόρμας είχαν συγκεντρωθεί 38.147 δολάρια από 506 δωρεές. Ο ίδιος αναφέρει ότι τα χρήματα χρησιμοποιούνται για δικηγορικές αμοιβές, καταθέσεις, νομικά υπομνήματα και άλλα έξοδα της διαδικασίας.
Η λογική της καμπάνιας είναι απλή: ένας ανεξάρτητος δημοσιογράφος δεν διαθέτει την οικονομική ισχύ του οργανισμού που βρίσκεται απέναντί του και ζητά από όσους θεωρούν σημαντική τη δουλειά του να συμβάλουν στο κόστος της υπεράσπισής του
$175.000 για τη Millie Weaver
Ανάλογη περίπτωση καταγράφηκε και με την Αμερικανίδα ανεξάρτητη δημοσιογράφο Millie Weaver. Μετά τη σύλληψή της το 2020, δημιουργήθηκε ειδικό ταμείο νομικής υπεράσπισης μέσω GoFundMe. Η καμπάνια συγκέντρωσε τελικά 175.651 καναδικά δολάρια από περίπου 3.400 δωρεές. Οι οργανωτές δήλωναν εξαρχής ότι τα χρήματα προορίζονταν για δικηγόρο και άλλα συναφή έξοδα. Ανεξάρτητα από την ουσία ή την αξιολόγηση κάθε επιμέρους υπόθεσης, το παράδειγμα καταδεικνύει πόσο αποτελεσματικά μπορεί να λειτουργήσει η άμεση χρηματοδότηση ενός δημοσιογράφου από το κοινό όταν η υπόθεσή του αποκτήσει ευρύτερη δημοσιότητα.
Ένα παράδειγμα του 2026
Ακόμη πιο επίκαιρο είναι το παράδειγμα της Αμερικανίδας ερευνητικής δημοσιογράφου και podcaster Mandy Matney, γνωστής από την έρευνά της γύρω από την πολύκροτη υπόθεση Murdaugh.
Τον Ιούλιο του 2026, δικαστήριο της Νότιας Καρολίνας την έκρινε ένοχη για αστική περιφρόνηση δικαστηρίου επειδή δεν συμμορφώθηκε με κλήτευση για κατάθεση. Η ίδια αμφισβητεί έντονα την αντιμετώπισή της και επικαλείται, μεταξύ άλλων, ζητήματα ασφάλειας. Το δικαστήριο, από την άλλη, απέρριψε αυτή την αιτιολόγηση. Συνεπώς, η συγκεκριμένη περίπτωση έχει ουσιώδεις διαφορές από μια κλασική υπόθεση SLAPP και πρέπει να αντιμετωπίζεται με αυτή την επιφύλαξη.
Το οικονομικό αποτέλεσμα, πάντως, ήταν τεράστιο: 171.500 δολάρια σε δικηγορικές αμοιβές και έξοδα και πρόστιμο 5.000 δολαρίων.
Η LUNASHARK Media δημιούργησε crowdfunding ζητώντας τουλάχιστον 176.500 δολάρια, συν τα ενδεχόμενα έξοδα της έφεσης.
Το παράδειγμα είναι σημαντικό, ακριβώς επειδή εκτυλίσσεται σήμερα, το 2026. Άρα η προσφυγή δημοσιογράφων στο κοινό για την αντιμετώπιση δυσβάστακτων δικαστικών εξόδων δεν είναι φαινόμενο του παρελθόντος.
Τα έξοδα των whistleblowers
Το μοντέλο επεκτείνεται και πέρα από τη στενή έννοια της δημοσιογραφίας. Το Whistleblower Aid δημιούργησε crowdfunding για την υποστήριξη πληροφοριοδοτών της αμερικανικής κοινότητας πληροφοριών και ειδικότερα για τη χρηματοδότηση της νομικής τους εκπροσώπησης.
Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό:
284.427 δολάρια από περίπου 6.200 δωρεές, έναντι στόχου 350.000 δολαρίων.
Η φιλοσοφία είναι ουσιαστικά η ίδια με εκείνην που συναντάται στις καμπάνιες δημοσιογράφων: όταν κάποιος ισχυρίζεται ότι αποκαλύπτει πληροφορίες δημοσίου συμφέροντος και βρίσκεται απέναντι σε έναν πολύ ισχυρότερο οικονομικά αντίπαλο, μέρος της κοινωνίας αναλαμβάνει να χρηματοδοτήσει τη δυνατότητά του να συνεχίσει τη νομική μάχη.
Από το crowdfunding στο «ταμείο άμυνας»
Το φαινόμενο έχει πλέον θεσμοποιηθεί.
Το Organized Crime and Corruption Reporting Project (OCCRP), ένα από τα σημαντικότερα διεθνή δίκτυα ερευνητικής δημοσιογραφίας, δημιούργησε το OCCRP SLAPPs Back, ένα εσωτερικό ταμείο νομικής άμυνας.
Αφορμή ήταν οι 41 αγωγές που αντιμετώπιζαν δημοσιογράφοι και μέσα του δικτύου του. Το OCCRP εξηγεί ότι τέτοιες αγωγές μπορούν να λειτουργήσουν ως μέσο οικονομικής εξάντλησης και εκφοβισμού δημοσιογράφων και μικρών ανεξάρτητων μέσων.
Ο αρχικός στόχος του crowdfunding ήταν 100.000 δολάρια. Η καμπάνια ξεπέρασε τον στόχο, συγκεντρώνοντας 117.160 δολάρια από 362 δωρεές.
Το επόμενο βήμα ήταν ακόμη μεγαλύτερο. Το OCCRP, σε συνεργασία με το Cyrus R. Vance Center for International Justice, ανακοίνωσε το Reporters Shield, πρόγραμμα που σχεδιάστηκε ώστε να παρέχει νομική προστασία σε ερευνητικά μέσα που αντιμετωπίζουν καταχρηστικές αγωγές. Η αρχική χρηματοδότηση του προγράμματος ανερχόταν σε 9 εκατομμύρια δολάρια.
Από τη δημοσιογραφία στην οικονομική εξόντωση
Πίσω από όλες αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει ένα ευρύτερο πρόβλημα.
Μια δικαστική υπόθεση δεν χρειάζεται να καταλήξει σε καταδίκη ενός δημοσιογράφου για να έχει συνέπειες. Η ίδια η διαδικασία μπορεί να απαιτεί χρόνια δικαστικών εμφανίσεων, δικηγόρους, πραγματογνώμονες, έρευνα και δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ.
Αυτό βρίσκεται στον πυρήνα της διεθνούς συζήτησης για τις λεγόμενες SLAPPs – Strategic Lawsuits Against Public Participation, δηλαδή αγωγές οι οποίες αποσκοπούν ή καταλήγουν στην οικονομική και ψυχολογική πίεση δημοσιογράφων, ακτιβιστών ή άλλων προσώπων που συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αγωγή εναντίον δημοσιογράφου είναι SLAPP. Οι ενάγοντες έχουν δικαίωμα να προσφεύγουν στη δικαιοσύνη και οι δημοσιογράφοι δεν εξαιρούνται από τους νόμους περί δυσφήμησης ή άλλες νομικές υποχρεώσεις.
Το πρόβλημα δημιουργείται όταν η τεράστια οικονομική ανισορροπία ανάμεσα στις δύο πλευρές μετατρέπει την ίδια τη δικαστική διαδικασία σε μέσο πίεσης.
Το OCCRP περιγράφει ακριβώς αυτή την ανισορροπία: από τη μία εύποροι επιχειρηματίες, πολιτικά ισχυρά πρόσωπα ή άλλοι παράγοντες με δυνατότητα πρόσβασης σε ακριβές νομικές υπηρεσίες, και από την άλλη μικρά μέσα και ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι με περιορισμένους πόρους.
Η ιδιαιτερότητα της περίπτωσης Δρουσιώτη
Υπό αυτό το πρίσμα, η κίνηση του Μακάριου Δρουσιώτη αποκτά ευρύτερη σημασία.
Δεν πρόκειται απλώς για έναν διαδικτυακό έρανο.
Πρόκειται για μεταφορά στην Κύπρο ενός μοντέλου που έχει ήδη αναπτυχθεί διεθνώς: ο δημοσιογράφος απευθύνεται απευθείας στους πολίτες και τους ζητά να χρηματοδοτήσουν τη δυνατότητά του να αντέξει οικονομικά μια μακρά δικαστική αντιπαράθεση.
Υπάρχει, βεβαίως, και η άλλη πλευρά του ζητήματος.
Η οικονομική υποστήριξη ενός δημοσιογράφου από το κοινό δεν αποτελεί απόδειξη ότι οι ισχυρισμοί του είναι ορθοί ούτε προκαταλαμβάνει την έκβαση οποιασδήποτε δικαστικής ή ποινικής διαδικασίας. Αυτά κρίνονται από τις αρμόδιες αρχές και τα δικαστήρια.
Η δωρεά εκφράζει κάτι διαφορετικό: την απόφαση ενός πολίτη ότι θεωρεί αρκετά σημαντικό το δικαίωμα ενός δημοσιογράφου να παρουσιάσει την υπόθεσή του και να υπερασπιστεί τη δουλειά του ώστε να συνεισφέρει και ο ίδιος στο κόστος.
Και ίσως αυτή να είναι η ουσιαστικότερη διάσταση της υπόθεσης Δρουσιώτη.
Σε μια μικρή χώρα, όπου η ερευνητική δημοσιογραφία διαθέτει περιορισμένους οικονομικούς πόρους και οι δικαστικές διαμάχες μπορούν να εξελιχθούν σε πολυετείς και εξαιρετικά δαπανηρές διαδικασίες, τίθεται πλέον ένα καινούργιο ερώτημα:
Μπορεί το ίδιο το κοινό να λειτουργήσει ως οικονομικό δίχτυ ασφαλείας για έναν δημοσιογράφο που βρίσκεται αντιμέτωπος με το κόστος των ερευνών και των δικαστικών μαχών του;
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι μπορεί. Το κατά πόσον το μοντέλο αυτό θα ριζώσει και στην Κύπρο, η περίπτωση Μακάριου Δρουσιώτη ενδέχεται να αποτελέσει το πρώτο μεγάλο τεστ. Τεστ το οποίο ήδη ξεκίνησε με την απόφαση του κράτους να κινηθεί εναντίον του επειδή παραβιάζει τον νόμο περί εράνων!






