Η «Σάντη» διαπραγματεύεται τα όρια της ευθύνης της - Ενόψει της δίκης ενώπιον του Κακουργιοδικείου τον Σεπτέμβριο...

ΚΡΙΤΩΝΑΣ ΚΑΨΑΛΗΣ

Header Image

Το υλικό δεν ήταν αποκλειστικά αποκύημα της δικής της φαντασίας, αλλά μέρος μιας περιρρέουσας ατμόσφαιρας την οποία σε μεγάλο βαθμό δημιούργησαν οι αδελφοί Κληρίδη συνεπικουρούντος τότε και του τέως Γενικού Ελεγκτή Οδυσσέα Μιχαηλίδη.

Η πρώτη δημόσια τοποθέτηση της «Σάντης» μοιάζει λιγότερο με απόπειρα να αναιρέσει όσα έχουν ήδη αποκαλυφθεί εναντίον της. Αυτό που μάλλον επιχειρεί μέσω των δικηγόρων της είναι να οριοθετήσει τι ακριβώς ήταν δικό της και τι όχι. Παραδέχεται τον «ρόλο», την επινόηση και τη δημιουργία κάποιων μηνυμάτων, αλλά αφήνει να αιωρείται ότι υπήρχαν και άλλοι πίσω ή γύρω από την ιστορία. Κάπου εκεί αρχίζουν τα ερωτήματα, ενώ αναδύονται και αντιφάσεις.

 Η τοποθέτησή της έχει ένα χαρακτηριστικό που δύσκολα περνά απαρατήρητο. Δεν οικοδομείται πάνω στην πλήρη άρνηση. Αντιθέτως, ξεκινά από μία σειρά παραδοχών και επιχειρεί στη συνέχεια να χαράξει όσο το δυνατόν στενότερα τα όρια της προσωπικής της ευθύνης. Η επιλογή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει της επερχόμενης δικαστικής διαδικασίας. Η ίδια και ο Μακάριος Δρουσιώτης αντιμετωπίζουν συνολικά 101 κατηγορίες, που αφορούν μεταξύ άλλων κατάρτιση και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, δημοσίευση ψευδών ειδήσεων και παρενόχληση. 

 

Η παραδοχή

Τι παραδέχεται η «Σάντη»; Τα τρία μέρη της δημόσιας τοποθέτησής της στους Cyprus Times και τον Μανώλη Καλατζή, αποκαλύπτουν μια αρκετά συγκεκριμένη γραμμή η οποία μπορεί να συνοψιστεί περίπου ως εξής: ναι, δημιούργησα τον ρόλο της «Σάντης». Ναι έγραψα μηνύματα. Ναι πολλά από όσα έγραψα δεν ήταν πραγματικά, όχι όμως, δεν δημιούργησα κατ' ανάγκην τα πάντα, δεν ευθύνομαι για όσα άλλοι δημιούργησαν. 

 

Κρίσιμες αντιφάσεις

Αυτή είναι μια κρίσιμη παραδοχή. Ταυτόχρονα όμως είναι και το σημείο από το οποίο αρχίζουν οι μεγαλύτερες αντιφάσεις. «Δική μου φαντασία», αλλά μέσα από τις ερωτήσεις άλλου. Ποιου; Η «Σάντη» παρουσιάζει τη δημιουργία του ρόλου ως μια σταδιακή διαδικασία. «Στην αρχή ήταν μια κουβέντα. Μετά ήρθαν οι ερωτήσεις. Οι απαντήσεις έφερναν νέες ερωτήσεις», λέει αναφερόμενη στην επικοινωνία της με τον δικηγόρο Νίκο Κληρίδη. Οι ερωτήσεις του Νίκου Κληρίδη, λέει, συνέβαλαν στο να μπει βαθύτερα στον ρόλο. Δεν ισχυρίζεται ότι ο δικηγόρος τής υπαγόρευε τα μηνύματα, αφήνει όμως σαφώς να εννοηθεί ότι η επικοινωνία τους λειτούργησε ως καταλύτης. Εδώ υπάρχει ένα μεγάλο κενό, διότι άλλο να απαντά κάποιος σε ερωτήσεις και άλλο να κατασκευάζει ολόκληρες συνομιλίες, περιστατικά, εγκληματικές ενέργειες και ιστορίες με υπαρκτά πρόσωπα. Πώς έγινε το πέρασμα από το ένα στο άλλο; Το υπόβαθρο βεβαίως υπήρχε και αιωρείτο στην ατμόσφαιρα από το 2018 όταν ο δικηγόρος Νίκος Κληρίδης και ο αδελφός του Κώστας Κληρίδης που υπηρετούσε τότε ως Γενικός Εισαγγελέας τα έβαλαν με τους δικαστές του Ανωτάτου κατηγορώντας τους περισσότερους ως διαπλεκόμενους και εν μέρει «πιασμένους από τις τράπεζες».  

Εν ολίγοις το υλικό δεν ήταν αποκλειστικά αποκύημα της δικής της φαντασίας, αλλά μέρος μιας περιρρέουσας ατμόσφαιρας την οποία σε μεγάλο βαθμό δημιούργησαν οι αδελφοί Κληρίδη συνεπικουρούντος τότε και του τέως Γενικού Ελεγκτή Οδυσσέα Μιχαηλίδη. Κάπου εδώ ίσως απαντάται και το σιβυλλικό ερώτημα ποιος ήταν αυτός που πριν από τη συνάντηση με τον Μακάριο Δρουσιώτη έστειλε ένα μήνυμα το οποίο κάποιος της ζήτησε να στείλει.

 

Δεν αποκαλύπτει ποιος

Η ακολουθία που η ίδια επιλέγει είναι αξιοσημείωτη. Προηγούνται οι συζητήσεις με τον Νίκο Κληρίδη, ακολουθεί η μεσολάβησή του για επαφή με τον Στέλιο Ορφανίδη και αργότερα εμφανίζεται ένα μη κατονομαζόμενο πρόσωπο που της ζητά να στείλει μήνυμα στον Δρουσιώτη. Αυτό ασφαλώς δεν αποδεικνύει ότι το πρόσωπο που έδωσε την υπόδειξη ήταν ο Νίκος Κληρίδης. Θα ήταν αυθαίρετο να εξαχθεί τέτοιο συμπέρασμα. Η ίδια, όμως, με τον τρόπο που δομεί την αφήγησή της, αφήνει ένα κενό το οποίο σχεδόν προκαλεί τον αναγνώστη να αναζητήσει ποιος βρίσκεται μέσα σε αυτό. Το ερώτημα τίθεται αναπόφευκτα. Ποιος της ζήτησε να στείλει το μήνυμα και γιατί δεν τον κατονομάζει;

Ένα δεύτερο βασικό στοιχείο της υπερασπιστικής της αφήγησης είναι η θέση ότι κάποια στιγμή η ιστορία απέκτησε ζωή πέραν της ίδιας. «Δεν σημαίνει ότι κάθε τι που ακολούθησε προήλθε από εμένα», υποστηρίζει.

Επικαλείται παράλληλα τις επαφές των Στέλιου Ορφανίδη και Μακάριου Δρουσιώτη και το γεγονός ότι οι δύο δημοσιογράφοι διαπίστωσαν πως συνομιλούσαν με την ίδια γυναίκα. Αυτό όμως δεν αποδεικνύει από μόνο του την ύπαρξη ανεξάρτητων πηγών.

Αν η ίδια είχε μεταφέρει την ίδια ή παρόμοια ιστορία σε περισσότερους από έναν ανθρώπους, τότε η εμφάνιση των ίδιων πληροφοριών σε διαφορετικούς δημοσιογράφους μπορεί να σημαίνει απλώς ότι η «Σάντη» ήταν η κοινή αρχική πηγή ή ένας κοινός κόμβος της ίδιας αλυσίδας πληροφόρησης. 

Το ερώτημα δεν είναι πόσοι άνθρωποι κατείχαν στη συνέχεια τις πληροφορίες. Το ερώτημα είναι από πόσες πραγματικά ανεξάρτητες αφετηρίες προέρχονταν. Και αυτό είναι κάτι που μόνο η πλήρης διαδρομή των δεδομένων μπορεί να απαντήσει.

 

Το ερώτημα δεν είναι πόσοι άνθρωποι κατείχαν στη συνέχεια τις πληροφορίες. Το ερώτημα είναι από πόσες πραγματικά ανεξάρτητες αφετηρίες προέρχονταν. Και αυτό είναι κάτι που μόνο η πλήρης διαδρομή των δεδομένων μπορεί να απαντήσει.

 

Τι έπρεπε να καταλάβουν;

Στο δεύτερο μέρος της συνέντευξης εμφανίζεται ίσως η πιο ενδιαφέρουσα μετατόπιση ολόκληρης της τοποθέτησης. Η «Σάντη» υποστηρίζει ότι αρκετοί από τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονταν στα μηνύματα ήταν τόσο εξωφρενικοί ώστε ένας έμπειρος νομικός ή ένας έμπειρος δημοσιογράφος δεν θα έπρεπε να τους υιοθετήσει χωρίς έρευνα. Φτάνει, μάλιστα, στο σημείο να αναφέρει ότι ακόμη και «μια δυο απλές ερωτήσεις» στη γειτονιά της θα αρκούσαν για να διαπιστωθεί ότι όσα δημοσιοποιήθηκαν ήταν αποκυήματα φαντασίας. 

Εδώ η γραμμή αλλάζει αισθητά. Δεν είναι πλέον μόνο το «εγώ έγραψα ψευδή πράγματα», αλλά μετατίθεται και στο «εγώ έγραψα ψευδή πράγματα, αλλά εκείνοι που τα έλαβαν όφειλαν να αντιληφθούν ότι ήταν ψευδή». Αυτό είναι πιθανότατα ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της δημόσιας υπεράσπισής της, αφού επιχειρείται η ευθύνη να μεταφερθεί σταδιακά από τον δημιουργό του υλικού προς τον αποδέκτη και τελικά προς εκείνον που επέλεξε να το δημοσιοποιήσει. Θέλει εν ολίγοις να αποποιηθεί τη σοβαρή κατηγορία της διασποράς ψευδών ειδήσεων. 

 

Η αντίφαση

Εάν όμως ήταν τόσο εύκολο να διαψευστούν, γιατί τα δημιούργησε; Η αναφορά στις «μια δυο απλές ερωτήσεις» δημιουργεί μια νέα αντίφαση. Αν όσα έγραφε ήταν τόσο εμφανώς αναληθή και τόσο εύκολα επαληθεύσιμα, γιατί χρησιμοποιούσε ονόματα υπαρκτών ανθρώπων;

Γιατί κατασκεύαζε συνομιλίες και περιστατικά με άγνωστα πρόσωπα στη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών όπως π.χ. ο κ. Μυλωνάκης; Γιατί τα μετέφερε σε δικηγόρο ή δημοσιογράφους; Και κυρίως, όταν αντιλήφθηκε ότι οι συνομιλητές της ενδέχεται να τα θεωρούν πραγματικά, γιατί δεν τους είπε: «Σταματήστε. Αυτά δεν συνέβησαν. Τα επινόησα»; Η ίδια λέει ότι κάποια στιγμή απομακρύνθηκε, άλλαξε τηλέφωνο και θεωρούσε ότι η ιστορία είχε τελειώσει. Αλλά η απομάκρυνση δεν ισοδυναμεί με ανάκληση.

 

Το χαμένο κινητό 

Στο πρώτο μέρος της συνέντευξής της ζητά να εξεταστούν τεχνικά οι συσκευές και οι λογαριασμοί του Μακάριου Δρουσιώτη, προκειμένου να διαπιστωθεί από πού προήλθαν τα μηνύματα. Το δικό της κινητό όμως έχει χαθεί. Στο δεύτερο μέρος απαντά στις σχετικές αιχμές διερωτώμενη πώς θα μπορούσε να γνωρίζει ότι, έξι χρόνια αργότερα, κάποιος θα δημοσιοποιούσε τα μηνύματά της. Η απάντηση είναι λογική ως προς ένα πράγμα, ότι δηλαδή η απώλεια μιας συσκευής δεν αποδεικνύει από μόνη της απόκρυψη στοιχείων και δεν υπάρχει βάση για τέτοιο συμπέρασμα. Δεν λύνει όμως το αποδεικτικό πρόβλημα.

Η «Σάντη» προκαλεί τον Μακάριο Δρουσιώτη και ζητά σήμερα να «μιλήσουν τα δεδομένα», αλλά η σημαντικότερη ίσως συσκευή για να αποδειχθεί τι έγραψε η ίδια, πότε το έγραψε, σε ποιον το έστειλε και από ποιους δεχόταν οδηγίες ή μηνύματα δεν είναι διαθέσιμη. Έτσι δημιουργείται μια αντικειμενική ασυμμετρία: ζητείται πλήρης τεχνικός έλεγχος στην πλευρά του παραλήπτη, ενώ η αντίστοιχη πρωτογενής πηγή από την πλευρά της δημιουργού δεν μπορεί να εξεταστεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ερώτημά της είναι άκυρο. Δεν μπορεί, όμως, αυτή η συζήτηση να αντικαταστήσει το προηγούμενο ερώτημα: Ποιος δημιούργησε τι και με ποιο σκοπό;

 

Ο στόχος της 

Μετά και το δεύτερο μέρος της συνέντευξης, η δημόσια γραμμή της «Σάντη» και του δικηγόρου της γίνεται σαφέστερη. Δεν φαίνεται να επιχειρεί να αποδείξει ότι τα επίμαχα μηνύματα ήταν αληθινές συνομιλίες. Σε σημαντικό βαθμό υποστηρίζει το αντίθετο. Αυτό που φαίνεται να διαπραγματεύεται δημόσια είναι το νόημα αυτής της παραδοχής.

Παραδέχεται τη δημιουργία ψευδούς ή φανταστικού υλικού, αλλά όχι κατ' ανάγκην ότι υπήρχε πρόθεση να δημοσιοποιηθεί ως αληθινό. Παραδέχεται ότι έστειλε πληροφορίες, αλλά επιχειρεί να διαχωριστεί από τη μεταγενέστερη κυκλοφορία τους. Παραδέχεται τον «ρόλο», αλλά υποστηρίζει ότι άλλοι άνθρωποι μπήκαν στη συνέχεια στην ιστορία και πρόσθεσαν πράγματα που δεν ήταν δικά της. «Η περιγραφή της ότι 'μπήκε σε έναν ρόλο' και στη συνέχεια δυσκολεύτηκε να βγει από αυτόν παραπέμπει σε ένα φαινόμενο που έχει απασχολήσει την ψυχιατρική βιβλιογραφία: την pseudologia fantastica. Χωρίς κλινική αξιολόγηση βέβαια δεν μπορεί να γίνει οποιαδήποτε διάγνωση. 

Συμπερασματικά ο αποκλεισμός της κατηγορίας περί διάδοσης ψευδών ειδήσεων σε συνδυασμό με το ψυχολογικό κομμάτι θα μπορούσε να συνεισφέρει σε μια προσπάθεια περιορισμού της έκτασης της προσωπικής ευθύνης της, κάτι που προφανώς έχει διαμορφωθεί κατόπιν νομικής συμβουλής.

Συνεκδοχικά τα σημαντικότερα στοιχεία της συνέντευξης δεν είναι όσα αποκαλύπτει αλλά όσα σταματά ένα βήμα πριν αποκαλύψει. Για παράδειγμα: 

1. Ποιος της ζήτησε να στείλει μήνυμα στον Μακάριο Δρουσιώτη;

2. Τι ακριβώς συζητούσε με τον Νίκο Κληρίδη όταν άρχισε να δημιουργείται ο «ρόλος»;

3. Ποιο μέρος των ιστοριών ήταν αποκλειστικά δική της επινόηση και ποιο προέκυψε μέσα από πληροφορίες, ερωτήσεις ή υποδείξεις άλλων;

4. Γιατί επέλεξε συγκεκριμένα υπαρκτά πρόσωπα για τις κατασκευασμένες ιστορίες;

5. Γιατί δεν αποκάλυψε στους αποδέκτες των μηνυμάτων, όταν απομακρύνθηκε από την υπόθεση, ότι αυτά που τους είχε μεταφέρει ήταν φανταστικά;

6. Και τέλος, εάν πράγματι το μεγαλύτερο μέρος του υλικού ήταν κατασκευασμένο από την ίδια, ποια ακριβώς στοιχεία υποστηρίζει σήμερα ότι δεν προήλθαν από εκείνη και ποιος τα δημιούργησε;

 

Το μεγάλο κενό

Αυτά είναι τα μεγάλα κενά στην αφήγησή της. Η «Σάντη» έσπασε τη σιωπή της και παραδέχθηκε πολύ περισσότερα από όσα ήταν μέχρι σήμερα δημόσια γνωστά από την ίδια, δεν αποκάλυψε όμως ακόμη ολόκληρη την ιστορία.

Και όσο δεν κατονομάζει τον άνθρωπο που, κατά τη δική της εκδοχή, της ζήτησε να κάνει τουλάχιστον μία κρίσιμη κίνηση, η θέση ότι επρόκειτο απλώς για έναν μοναχικό «ρόλο» που γεννήθηκε μέσα στη φαντασία της θα εξακολουθεί να αφήνει ένα θεμελιώδες ερώτημα αναπάντητο το οποίο σίγουρα θα τεθεί κατά τη διάρκεια της δίκης: Ήταν πράγματι μόνη της μέσα στον ρόλο της ψευδολόγου «Σάντης» ή λέει όσα λέει σήμερα, διότι τελεί υπό καθεστώς εκβιασμού;

 

ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Λογότυπο Altamira

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.

Διαβάστε περισσότερα