Πληροφορίες για συνεργασία αστυνομικών με εγκληματικά στοιχεία που χρησιμοποιούν παράνομα το τηλεπικοινωνιακό και πληροφοριακό σύστημα της Αστυνομίας για αναζήτηση δεδομένων και εγγράφων, επανέρχονται στο προσκήνιο με αφορμή πρόσφατη καταγγελία που υποβλήθηκε στην Αρχή κατά της Διαφθοράς. Η Αρχή, ωστόσο, υποχρεώθηκε να την απορρίψει, καθώς η καταγγελία ήταν ανώνυμη και δεν κατέστη δυνατό να επικοινωνήσει με τον καταγγέλλοντα ή την καταγγέλλουσα για την παροχή πρόσθετων στοιχείων και διευκρινίσεων.
Ωστόσο, δεν είναι η πρώτη φορά που καταγγέλονται αστυνομικοί για μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση σε πληροφορίες και διαρροής τους προς τρίτους. Στο παρελθόν, καταγράφηκαν περιπτώσεις αστυνομικών που διατηρούσαν επικοινωνίες με πρόσωπα του υπόκοσμου, στα οποία φέρεται να διαβιβάζονταν, προφανώς έναντι αμοιβής, πληροφορίες για επιχειρήσεις, έρευνες ή στοιχεία συναδέλφων τους, που υπηρετούσαν στην Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών.

Μιλώντας χθες στον «Π», ο πρόεδρος του Κλάδου Αστυνομικών της Παγκύπριας Συντεχνίας «Ισότητα», Νίκος Λοϊζίδης, αποκάλυψε ότι βρίσκονται σε εξέλιξη ποινικές και πειθαρχικές έρευνες εναντίον αστυνομικών για παράνομη εξασφάλιση πληροφοριών από το μηχανογραφικό σύστημα της Αστυνομίας. Ο κ. Λοϊζίδης υπέδειξε ότι, εάν στην καταγγελία που υποβλήθηκε ενώπιον της Αρχής κατά της Διαφθοράς, κατονομάζονταν οι κατ’ ισχυρισμόν επίορκοι αστυνομικοί, θα μπορούσε να ελεγχθεί άμεσα η βασιμότητά της.
Στην εξίσωση, προστίθεται και εγκύκλιος που απηύθυνε προς το αστυνομικό σώμα, με την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Αρχηγός της Αστυνομίας Θεμιστός Αρναούτης, με την οποία προειδοποίησε για αυστηρές πειθαρχικές και ποινικές συνέπειες σε περιπτώσεις διαρροής πληροφοριών και παράνομης πρόσβασης στις βάσεις δεδομένων της Αστυνομίας.
Η καταγγελία
Στην καταγγελία που υποβλήθηκε πρόσφατα ενώπιον της Αρχής κατά της Διαφθοράς, διατυπωνόταν ο ισχυρισμός ότι μέλη της Αστυνομίας χρησιμοποιούν παράνομα το τηλεπικοινωνιακό και πληροφοριακό σύστημα της υπηρεσίας, αφήνοντας να νοηθεί ότι η εν λόγω πληροφόρηση διοχετεύεται στον υπόκοσμο. Η καταγγελία υποβλήθηκε ανώνυμα, με αποτέλεσμα η έρευνα της Αρχής να οδηγηθεί σε αδιέξοδο, καθώς δεν ήταν σε θέση να επικοινωνήσει με το πρόσωπο που προέβη στην καταγγελία για πρόσθετα στοιχεία.
Όπως αναφέρει η Αρχή κατά της Διαφθοράς σε ανακοίνωσή της που ανάρτησε στην ιστοσελίδα της, «τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν συνιστούν, αφ' εαυτών, ενδείξεις τέλεσης πράξης διαφθοράς. Για τη στοιχειοθέτηση πράξης διαφθοράς, απαιτείται η ύπαρξη συγκεκριμένων συστατικών στοιχείων και επαρκούς αποδεικτικού υλικού. Ωστόσο, τα καταγγελλόμενα περιστατικά, εφόσον επιβεβαιωθούν από επαρκή και αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία, δύνανται να εγείρουν ζητήματα ενδεχόμενης παραβίασης υπηρεσιακού καθήκοντος, ανάρμοστης συμπεριφοράς ή τέλεσης σοβαρού πειθαρχικού παραπτώματος και, ως εκ τούτου, να αποτελέσουν αντικείμενο περαιτέρω διερεύνησης υπό το πρίσμα ενδεχόμενων πειθαρχικών ή άλλων υπηρεσιακών παραβάσεων. Δεδομένου του γεγονότος ότι η εν λόγω καταγγελία είναι ανώνυμη, καθιστά ανέφικτη τη συλλογή πρόσθετων στοιχείων ή/και την παροχή διευκρινίσεων εκ μέρους του καταγγέλλοντος προσώπου».
Με την Αρχή κατά της Διαφθοράς να καταλήγει με τα εξής στην απόφαση της: «Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Αρχή καταλήγει ότι τα πραγματικά περιστατικά ως εκτίθενται στην καταγγελία δεν είναι επαρκή ώστε να στοιχειοθετούν τη διάπραξη οποιωνδήποτε πράξεων διαφθοράς εν τη εννοία του Νόμου. Κατά συνέπεια, η διαδικασία περαιτέρω διερεύνησης της εν λόγω καταγγελίας από την Αρχή, τερματίζεται».
Καταγγελία στην ΑΔΙΠΑ
Παράλληλα, η Αρχή κατά της Διαφθοράς αναφέρει στην απόφασή της ότι τα καταγγελλόμενα περιστατικά, εφόσον αφορούν πράξεις μελών της Αστυνομίας που ενδέχεται να συνιστούν πειθαρχικά αδικήματα, μπορεί να εμπίπτουν στην αρμοδιότητα άλλων καθ’ ύλην αρμόδιων Αρχών. Για τον λόγο αυτό, καλεί το πρόσωπο που προέβη στην καταγγελία να υποβάλει επωνύμως την καταγγελία του ενώπιον της Ανεξάρτητης Αρχής Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας (ΑΔΙΠΑ).
Φοβούνται να μιλήσουν
Όπως εκτιμάται, πίσω από την ανώνυμη καταγγελία στην Αρχή κατά της Διαφθοράς βρίσκεται αστυνομικός/αστυνομικοί, οι οποίοι επέλεξαν να μην αποκαλύψουν την ταυτότητά τους υπό τον φόβο πιθανής διαρροής των στοιχείων τους και, κατ’ επέκταση, της στοχοποίησής τους.
Η ανωνυμία αποτελεί, πάντως, ένα από τα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Αρχή κατά της Διαφθοράς, καθώς η πλειοψηφία των καταγγελιών που υποβάλλονται ενώπιόν της είναι ανώνυμες. Σε αρκετές περιπτώσεις, η Αρχή αδυνατεί να προχωρήσει σε περαιτέρω διερεύνησή τους, καθώς δεν υπάρχει δυνατότητα επικοινωνίας με τα πρόσωπα που τις υπέβαλαν για την εξασφάλιση πρόσθετων στοιχείων και διευκρινίσεων, όπως συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση.
Ποινικές και πειθαρχικές έρευνες
Όπως εξήγησε στον «Π» ο πρόεδρος του Κλάδου Αστυνομικού Σώματος της Παγκύπριας Συντεχνίας «Ισότητα», Νίκος Λοϊζίδης, κάθε αστυνομικός διαθέτει δύο μοναδικούς κωδικούς: ο ένας χρησιμοποιείται για την πρόσβαση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της Αστυνομίας και ο δεύτερος για την πρόσβαση στο μηχανογραφικό σύστημα του Σώματος. Μέσω των κωδικών αυτών, η ηγεσία της Αστυνομίας μπορεί ανά πάσα στιγμή να γνωρίζει ποιος εισήλθε στο μηχανογραφικό σύστημα, ποιες πληροφορίες αναζήτησε, καθώς και ποια έγγραφα αναγνώστηκαν ή εκτυπώθηκαν. Συνεπώς, εάν στην καταγγελία που υποβλήθηκε στην Αρχή κατά της Διαφθοράς κατονομάζονταν οι συγκεκριμένοι αστυνομικοί, θα μπορούσε μέσω των ηλεκτρονικών ιχνών που καταγράφονται στο σύστημα, να ελεγχθεί κατά πόσον ευσταθούν οι καταγγελίες σε βάρος τους, δήλωσε ο κ. Λοϊζίδης. Ο ίδιος αποκάλυψε, παράλληλα, ότι βρίσκονται σε εξέλιξη ποινικές και πειθαρχικές έρευνες εναντίον αστυνομικών για μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση σε πληροφορίες από το μηχανογραφικό σύστημα της Αστυνομίας.
Η προειδοποίηση του Αρχηγού
Από τις πρώτες ενέργειες στις οποίες προέβη ο Αρχηγός της Αστυνομίας, Θεμιστός Αρναούτης, με την ανάληψη των καθηκόντων του ήταν να αποστείλει εγκύκλιο, στέλνοντας σαφέστατο μήνυμα προς τους επίορκους αστυνομικούς, οι οποίοι εξακολουθούν να βρίσκονται στο Σώμα, λόγω έλλειψης μαρτυρίας που να δικαιολογεί τη δίωξή τους και, κατ’ επέκταση, την απομάκρυνσή τους από το Σώμα.
Η εγκύκλιος στάλθηκε στις 20/12/2024 προς τους αστυνομικούς διευθυντές και διοικητές μονάδων, με θέμα «Εχεμύθεια κατά τη διερεύνηση ποινικών και πειθαρχικών υποθέσεων». Με αυτήν κλήθηκαν να ενημερώσουν τους υφιστάμενους τους ότι θα διώκονται πειθαρχικά, αλλά και ποινικά, για το αδίκημα της διαφθοράς, όσοι διαρρέουν πληροφορίες προς εγκληματικά στοιχεία, πολίτες και Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, οι οποίες αφορούν υπό διερεύνηση ποινικές και πειθαρχικές υποθέσεις. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται, μάλιστα, σε αστυνομικούς που αναζητούν από τις βάσεις δεδομένων της Αστυνομίας στοιχεία ή/και πληροφορίες χωρίς εξουσιοδότηση ή νόμιμο λόγο και παραδίδουν ή γνωστοποιούν τα στοιχεία αυτά σε τρίτα πρόσωπα.






