Νομικές, πολιτικές και κοινωνικές παρενέργειες προκαλεί η χθεσινή απόφαση του μόνιμου Κακουργιοδικείου στη Λευκωσία για την υπόθεση που σχετίζεται με το βίντεο του διεθνούς τηλεοπτικού δικτύου Al Jazeera αναφορικά με το πρόγραμμα πολιτογραφήσεων. Ο πρώην πρόεδρος της Βουλής Δημήτρης Συλλούρης και ο πρώην βουλευτής του ΑΚΕΛ Χριστάκης Τζιοβάνη αθωώθηκαν και από τις τρεις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν.
Το γεγονός ότι η απόφαση ήταν κατά πλειοψηφία (2-1), αλλά και το γεγονός ότι το ίδιο δικαστήριο εκ πρώτης όψεως είχε βρει ένοχους τους δύο κατηγορούμενους, άνοιξε κύκλο έντονων συζητήσεων για την τελική τροπή της υπόθεσης. Για την ιστορία, η πλειοψηφική απόφαση λήφθηκε από τον πρόεδρο του Κακουργιοδικείου Νικόλα Γεωργιάδη και την πάρεδρο Νάγια Οικονόμου, ενώ το τρίτο μέλος, η Μαρία Λοΐζου, διαφώνησε σε σχέση με την κατάληξη στην 3η κατηγορία και εξέδωσε δική της απόφαση. Σε νομικούς κύκλους σχολιάζεται, ευρέως, ότι το δικαστήριο εξέδωσε μια απόφαση η οποία βασίστηκε στο σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε από την κατηγορούσα Αρχή και το οποίο, εκ του αποτελέσματος, δεν ήταν επαρκές για να στοιχειοθετηθούν οι κατηγορίες που αντιμετώπιζαν οι κατηγορούμενοι.
Τρεις υποθέσεις, καμία καταδίκη
Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι πρόκειται για την 3η υπόθεση για το σκάνδαλο των «χρυσών» διαβατηρίων, όπου σε πρωτόδικο στάδιο δεν προκύπτει καταδίκη. Και στις τρεις περιπτώσεις αθωώθηκαν οι κατηγορούμενοι. Στη μια εξ αυτών, κατόπιν έφεσης του Γενικού Εισαγγελέα, διατάχθηκε η επανεκδίκαση της υπόθεσης και στη δεύτερη εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης. Ενώπιον Κακουργιοδικείου είναι καταχωρισμένη και 4η υπόθεση για πολιτογραφήσεις η οποία βρίσκεται στο αρχικό στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας με όλους τους κατηγορούμενους να έχουν απαντήσει «μη παραδοχή». Σε ό,τι αφορά τη χθεσινή απόφαση, η εκτίμηση που υπάρχει είναι ότι θα καταχωρισθεί έφεση, ωστόσο σε κάθε περίπτωση οι τελικές αποφάσεις θα ληφθούν τις προσεχείς ημέρες μετά την προσεκτική μελέτη των δύο αποφάσεων, της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας.
Χρονολογικά, η πρώτη υπόθεση αφορούσε την πολιτογράφηση τριών Ιρανών και κατηγορούνταν 5 φυσικά και 4 νομικά πρόσωπα, εκδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο Λάρνακας με τους κατηγορουμένους να απαλλάσσονται από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Η απόφαση εκδόθηκε στις 04/11/2022. Η υπόθεση αφορούσε την πολιτογράφηση του Ιρανού Mehdi Ebrahimi Eshratabadi ως «Tony Newman» το 2017. Για την υπόθεση, κατόπιν έφεσης που άσκησε η Νομική Υπηρεσία, το Εφετείο διέταξε επανεκδίκαση. Η δεύτερη υπόθεση σε σχέση με την κατ’ εξαίρεση πολιτογράφηση των αλλοδαπών Mohamed Mohamed Abdelrahman Mohamed Salem, σε άγνωστη ημερομηνία, μεταξύ 24/11/2017 και 13/11/2018, του γιου του Abdelrahman Mohamed Salem Bahaa και της κόρης του Esraa Mohamed Abdelrahman Mohamed Salem. Το Κακουργιοδικείο αθώωσε τους επτά κατηγορουμένους. Έναυσμα για τη διερεύνηση αποτέλεσε η έκθεση της ερευνητικής επιτροπής των κατ’ εξαίρεση πολιτογραφήσεων αλλοδαπών επενδυτών και επιχειρηματιών υπό την προεδρία του πρώην προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μύρωνα Νικολάτου. Για την υπόθεση καταχώρισε έφεση η Νομική Υπηρεσία.
Απόφαση 169 σελίδων
Σε ό,τι αφορά τη χθεσινή πολυσέλιδη απόφαση του Κακουργιοδικείου, έκτασης 169 σελίδων, υπάρχει πλήρης αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης, δηλαδή πώς ξεκίνησε, τις ανατροπές κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας και τις αλλαγές στο κατηγορητήριο. Εντέλει οι κατηγορίες που αντιμετώπιζαν οι δύο πρώην κρατικοί αξιωματούχοι αφορούσαν: τα αδικήματα της εμπορίας επηρεασμού κατά παράβαση των άρθρων 2, 4, 5, 6 και 9 του περί της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Ποινικοποίηση της Διαφθοράς (Κυρωτικού) Νόμου του 2000, Ν.23(ΙΙΙ)/2000 (ως τροποποιήθηκε από τον N.22(ΙΙΙ)/2012, και του άρθρου 12 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης που ποινικοποιεί τη διαφθορά και άρθρο 20, του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 («ΠΚ») (κατηγορίες 1 και 3) και της συνωμοσίας προς καταδολίευση κατά παράβαση των άρθρων 302 και 20 ΠΚ (κατηγορία 2).
Αιχμές προς ΝΥ
Θέμα συζήτησης αποτελούν επίσης οι αναφορές στην απόφαση της πλειοψηφίας του Κακουργιοδικείου, με αποδέκτη τη Νομική Υπηρεσία. Παραθέτουμε αυτούσια τα πιο σημαντικά αποσπάσματα:
• «Αυτό που απασχολεί είναι ότι ουδείς από τους λειτουργούς του Υπουργείου Οικονομικών κλήθηκε να δώσει εξηγήσεις για το πώς ενεργούσαν γενικά αλλά και για το πώς ενήργησαν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το ΥΠΟΙΚ ήταν το κατ’ εξοχήν αρμόδιο υπουργείο για τη διαπίστωση συμμόρφωσης με τα οικονομικά κριτήρια του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος. Δεδομένου μάλιστα του σημειώματος στον φάκελο του ΥΠΟΙΚ ότι τα χρήματα είχαν καταβληθεί στον λογαριασμό πελατών του Αντρέα Πιττάτζιη».
• «Οι εν λόγω λειτουργοί, εκ της θέσεώς τους, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ουσιώδεις μάρτυρες. Ήταν τα πρόσωπα που είχαν να κάνουν με τον τελικό έλεγχο της ικανοποίησης των οικονομικών κριτηρίων στο ΥΠΟΙΚ. Συμμετείχαν στην αλυσίδα λήψης αποφάσεων των επίδικων πολιτογραφήσεων. Σε όλες τις περιπτώσεις που η κατηγορούσα Αρχή δεν συμπεριλαμβάνει στον κατάλογο μαρτύρων ουσιώδεις μάρτυρες ούτε καλεί τέτοιους μάρτυρες στο εδώλιο του μάρτυρα πάντα πρέπει να δίδει εξήγηση».
• «Εν προκειμένω δεν δόθηκαν εξηγήσεις. Αντιθέτως, αφέθηκε στην υπεράσπιση να προσκομίσει τη μαρτυρία της Ν.Α. έστω και ως εξ ακοής επισημαίνοντας την ύπαρξή της ως εξήγηση του σημειώματος στον φάκελο του ΥΠΟΙΚ. Η παράλειψη της κατηγορούσας Αρχής δημιουργεί κενό στη μαρτυρία που παρουσίασε σε σχέση με την κατηγορία 2, στην έκταση που αυτή αφορά την πλήρωση του οικονομικού κριτηρίου, αφού παρέμεινε κενό στο κατά πόσο η παραμονή των χρημάτων σε λογαριασμό πελατών του παρόχου αποτελούσε παράκαμψη του οικονομικού κριτηρίου».
• «Έχουμε λάβει ιδιαίτερα υπόψη μας τα όσα ανέφερε η κ. Καραολίδου (σ.σ. εκπρόσωπος κατηγορούσας Αρχής) στην αγόρευσή της. Τα ακόλουθα, καίρια σημεία των εισηγήσεών της δεν έχουν αποδειχθεί»
Από το βίντεο… χωρίς το βίντεο
• Όπως σημειώνεται στην πρώτη σελίδα της απόφασης του Κακουργιοδικείου, «έναυσμα για τη διερεύνηση της υπόθεσης που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αποτέλεσε δημοσίευση από το διεθνές δίκτυο ειδήσεων «Al Jazeera» βίντεο το οποίο σχετιζόταν με το Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα». Το δικαστήριο διευκρινίζει ότι οι κατηγορίες που αντιμετώπισαν εντέλει οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν σχετίζονται με το βίντεο που δημοσίευσε το «Al Jazeera». Το εν λόγω βίντεο δεν αποτέλεσε μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου ούτε μπορεί να αντληθεί οποιαδήποτε δικαστική γνώση ως προς το περιεχόμενό του». Το περιεχόμενο βίντεο, δηλαδή οι επίμαχοι διάλογοι που δημοσιεύθηκαν, θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό από το δικαστήριο, στο πλαίσιο μαρτυρίας από τους πρωταγωνιστές, δηλαδή από τα πρόσωπα που συμμετείχαν και εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι επρόκειτο για δημοσιογράφους του τηλεοπτικού δικτύου. Πάρα την αρχική πρόθεσή τους να καταθέσουν ενόρκως στο δικαστήριο, για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, στην πορεία άλλαξαν γνώμη, μετάνιωσαν και δεν ήθελαν να βρεθούν στην Κύπρο για να καταθέσουν. Σε σχέση με τον συγκεκριμένο μάρτυρα στην απόφαση αναφέρεται: «Αρχικώς είχε εγκριθεί αίτημα της κατηγορούσας Αρχής όπως αυτός καταθέσει ενόρκως μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης. Εντέλει η κατηγορούσα Αρχή ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε να τον παρουσιάσει πλέον ως μάρτυρα καθότι δεν τον θεωρούσε πλέον αξιόπιστο και αιτήθηκε όπως απαλλαγεί της υποχρεώσεώς της να τον παρουσιάσει. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα για τη στάση του: «…Οι εναλλαγές στη στάση του απέναντι στην κατηγορούσα Αρχή αλλά και στις δικαστικές διαδικασίες και η εντέλει ασέβεια που υπέδειξε προς όλους τους δικαστικούς μηχανισμούς που τέθηκαν σε εγρήγορση, έτσι ώστε να δοθεί ως η επιθυμία του μαρτυρία μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, οδηγούν μόνο σε ένα αποτέλεσμα, το ότι υπάρχει πλέον ζήτημα άμεσα συναρτώμενο με την αξιοπιστία του μάρτυρα, στη βάση γεγονότων που έχουν προκύψει μετά τη συμπερίληψη του ονόματός του στο κατηγορητήριο…. …η κατηγορούσα Αρχή δεν μπορεί να καλέσει τον εν λόγω μάρτυρα ως μάρτυρα αλήθειας, έστω και αν εξαντλούνται όλα τα δικονομικά μέτρα για την προσαγωγή της μαρτυρίας του στο δικαστήριο».
Η μειοψηφία
Πολυσέλιδη είναι η απόφαση και της δικαστού Μαρίας Λοΐζου, η οποία συμφωνεί με την κατάληξη, δηλαδή την αθώωση των κατηγορουμένων από τις δύο κατηγορίες και διαφωνεί σε σχέση με την κατάληξη στην 3η κατηγορία. Σημείωσε ότι «θεωρώ πως πληρούνται όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Αποδεικνύεται πως ο επενδυτής επιδίωκε την πολιτογράφησή του χωρίς άδεια παραμονής στη Δημοκρατία. Ήταν ξεκάθαρο πως ήθελε να κάνει επένδυση για λήψη υπηκοότητας. Δεν άρμοζε να ζητούν επανεξέταση, για λογαριασμό ενός συγκεκριμένου επενδυτή που είχε απορριφθεί. Τα πιο πάνω δεν μπορεί να έγιναν αθώα. Ο ισχυρισμός ότι δεν υπήρχε τίποτε μεμπτό δεν ευσταθεί. Δεν είχαν θεσμικό ρόλο, ζητούν επανεξέταση κατόπιν απόρριψης της αίτησης».
Ανακριτικά κενά
Οι αιχμές του δικαστηρίου εκτείνονται και στην Αστυνομία και ειδικότερα στο ανακριτικό έργο, με αναφορές για ανακριτικά κενά. Ειδικότερα το Κακουργιοδικείο τονίζει: «Δεν μας διαφεύγει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου 2 ανέφερε ότι οι κατηγορίες 2 και 3 θα έπρεπε να απορριφθούν καθότι η μη ανάκριση των κατηγορουμένων 1 και 2 (ως επίσης και του Αντρέα Πιττάτζιη) για το Τεκμήριο 24 και την εντοπισθείσα αλληλογραφία έπληξε το δικαίωμά τους σε δίκαιη δίκη. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, ουδέποτε ανακρίθηκαν για τα ζητήματα που αφορούσαν το «Reservation Agreement» και την καταβολή των χρημάτων. Επωμίστηκε η υπεράσπιση το βάρος παρουσίασης μαρτυρίας για τα ηλεκτρονικά μηνύματα που ανταλλάχθηκαν για την έκδοση των βεβαιώσεων. Τούτο, κατά τη θέση μας, συνιστά ουσιώδες ανακριτικό κενό και επομένως κενό στη μαρτυρία. Οι πρωτόδικες αποφάσεις στις οποίες παρέπεμψε ο συνήγορος μάς βρίσκουν σύμφωνους όσον αφορά την ανάλυση της νομολογίας επί του θέματος. Στη Νικολάου vs Δημοκρατίας (2014) αναφέρθηκε ότι το δικαίωμα για δίκαιη δίκη επεκτείνεται και στο στάδιο των ανακρίσεων και ότι στην κατάλληλη περίπτωση σοβαρές παραλείψεις των ανακριτικών Αρχών δυνατόν να οδηγήσουν και σε απαλλαγή ενός κατηγορουμένου. Όμως, για να οδηγηθούν τα πράγματα σε τέτοια εξέλιξη, οι παραλείψεις πρέπει να θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι της κατηγορούσας Αρχής και, το βάρος απόδειξης, ότι όντως ο κατηγορούμενος έχει τεθεί σε μειονεκτική θέση, το φέρει η υπεράσπιση και αποσείεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Εν προκειμένω, η μη ανάκριση των κατηγορουμένων 1 και 2 ως προς την οικονομική πτυχή της συμφωνίας με τον NG, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ηλεκτρονική αλληλογραφία που αφορούσε την έκδοση των βεβαιώσεων είχε ληφθεί από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του Τ.Κ. δεν ήταν προσβάσιμη στο σύνολό της έθεσαν τους κατηγορουμένους 1 και 2 σε μειονεκτική θέση καθότι ήρθαν αντιμέτωποι με αυτά τα δεδομένα κατά τη δίκη. Υποχρεώθηκαν να εντοπίσουν την αλληλογραφία από άλλη πηγή ώστε να δοθούν οι αναγκαίες εξηγήσεις. Η όλη διαχείριση μάς προβλημάτισε. Αν και τίθεται ζήτημα δίκαιης δίκης, συνεκτιμήσαμε στο σκεπτικό μας τα πιο πάνω ανακριτικά κενά αξιολογώντας τη μαρτυρία στο σύνολό της. Ενόψει της αθωωτικής μας κατάληξης θεωρούμε ότι έχει καταστεί άνευ αντικειμένου η οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση για το θέμα της δίκαιης δίκης».
Έγιναν και αυτά
• Η χθεσινή διαδικασία στο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας ήταν ορισμένη για τις 10 το πρωί. Από τις 9 το πρωί συγκεντρώθηκαν αρκετοί συγγενείς και φίλοι των κατηγορουμένων έξω από τη δικαστική αίθουσα.
• Από πολύ νωρίς ήταν έξω από το δικαστήριο και οι Δημήτρης Συλλούρης και Χριστάκης Τζιοβάνη.
• Πριν από έναρξη της ανάγνωσης της απόφασης, ένας εκ των φίλων του Χ. Τζιοβάνη πλησίασε στο εδώλιο και του έδωσε μια εικόνα της Παναγιάς.
• Ανάμεσα σε φίλους και συγγενείς των κατηγορουμένων, βρίσκονταν και οι Χριστόφορος Τορναρίτης, ο βουλευτής Χρίστος Σενέκης και ο Αντώνης Αντωνίου ο οποίος ήταν στο κατηγορητήριο και απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε.
• Παρά το γεγονός ότι η διαδικασία έλαβε χώρα στη μεγαλύτερη δικαστική αίθουσα των δικαστηρίων, αρκετός κόσμος έμεινε όρθιος, με τον πρόεδρο του δικαστηρίου να ζητά να περάσουν εκτός αίθουσας όσοι δεν ήταν καθήμενοι.
• Με την ολοκλήρωση της ανάγνωσης της απόφασης το ακροατήριο ξέσπασε σε παρατεταμένο χειροκρότημα προκαλώντας την αντίδραση του δικαστηρίου που το χαρακτήρισε ως ανεπίτρεπτο.
• Στο διάλειμμα μεταξύ της ανάγνωσης της απόφασης της πλειοψηφίας και της απόφασης της μειοψηφίας, γνωρίζοντας ότι έχουν πλέον αθωωθεί, οι κύριοι Συλλούρης και Τζιοβάνης μιλούσαν με στενά συγγενικά τους πρόσωπα και τους δικηγόρους τους, εμφανώς ανακουφισμένοι από τη δικαστική απόφαση.
Αντίδραση Συλλούρη: «Μονταρισμένο και παράνομο υλικό»
Τη σιωπή πέντε και πλέον ετών «έσπασε» ο Δημήτρης Συλλούρης μετά την αθωωτική απόφαση στην υπόθεση των «χρυσών» διαβατηρίων, που σχετίζεται με το ρεπορτάζ του Al Jazeera, κάνοντας λόγο για «μονταρισμένο» και «παράνομο» υλικό και δηλώνοντας πως ο ίδιος θα συνεχίσει να υπηρετεί το κράτος δικαίου και την καταπολέμηση της διαφθοράς.
Σε δηλώσεις του μετά την ανακοίνωση της απόφασης της πλειοψηφίας του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, που τον αθωώνει στην υπόθεση για το Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα, ο πρώην πρόεδρος της Βουλής, Δημήτρης Συλλούρης, ανέφερε ότι επέλεξε να τηρήσει «απόλυτη σιωπή» για πέραν των πέντε ετών, επιθυμώντας, όπως είπε, να δικαστεί με τον τρόπο που το δικαϊκό σύστημα έκρινε ορθό.
«Ήμουν καθαρός, παραμένω καθαρός και θα συνεχίσω», δήλωσε, λέγοντας ότι δεν κρατά κακία ούτε προς τους διώκτες του ούτε προς τους δημιουργούς του «μονταρισμένου», όπως το χαρακτήρισε, βίντεο ούτε προς όσους «το εκμεταλλεύθηκαν πολιτικά».
Ο κ. Συλλούρης υποστήριξε ότι η διαπλοκή και η διαφθορά δεν αποδεικνύονται μέσω «φτιαγμένων ή μονταρισμένων εικόνων» αλλά μέσω του πλούτου που αποκτάται ως αποτέλεσμα παράνομων πράξεων. «Το εργαλείο για την καταπολέμηση της διαφθοράς είναι ο έλεγχος του πλούτου», ανέφερε, προσθέτοντας ότι ο ίδιος δεν διαθέτει περιουσιακά στοιχεία που να συνδέονται με παράνομο όφελος.
Αναφερόμενος στην απόφαση της μειοψηφίας και συγκεκριμένα σε μία από τις κατηγορίες που τον αφορούσαν, ότι δηλαδή υπήρξε τηλεφώνημα από το γραφείο του προς δημόσιο λειτουργό για ενημέρωση σχετικά με την υπόθεση, έθεσε το ερώτημα: «Ποιος πολιτικός από το 1960 μέχρι σήμερα δεν τηλεφώνησε σε λειτουργό για να μάθει πού βρίσκεται μια υπόθεση στην πολιτική του καριέρα;». Διευκρίνισε δε ότι δεν ασκήθηκε πίεση εκ μέρους του αλλά ζητήθηκε απλή ενημέρωση.
Σε σχέση με το ρεπορτάζ του Al Jazeera, ο κ. Συλλούρης δήλωσε ότι, κατά την άποψή του, αντί η υπόθεση να οδηγηθεί ενώπιον του δικαστηρίου με το Μέσο Ενημέρωσης να λογοδοτεί και τους ίδιους να είναι μάρτυρες κατηγορίας, η Πολιτεία επέλεξε διαφορετικό χειρισμό.





