Ά ρχισε να ξετυλίγεται το νήμα της υπόθεσης και τα γεγονότα που φέρονται να συνδέονται με την αυτοχειρία του 15χρονου Στυλιανού. Μιας υπόθεσης που φανέρωσε τη γύμνια του κράτους και των αρμόδιων υπηρεσιών να προστατεύσουν ένα ανήλικο παιδί, θύμα ενδοοικογειακής βίας. Στο εδώλιο του κατηγορουμένου βρίσκονται 11 πρόσωπα, ανάμεσα στους οποίους οι γονείς του Στυλιανού, λειτουργοί των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και ένας λοχίας της Αστυνομίας. Υπενθυμίζεται ότι, σε προηγούμενη δικάσιμο, αποφασίστηκε όπως η δίκη για τον λοχία της Αστυνομίας διεξαχθεί σε ξεχωριστή διαδικασία, ενώπιον άλλου δικαστηρίου.
Ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, χθες, κατέθεσαν οι πρώτοι δύο μάρτυρες κατηγορίας που κλήτευσε η κατηγορούσα Αρχή. Πρόκειται για δύο μέλη της Αστυνομίας οτα οποία κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσαν στον αστυνομικό σταθμό Πέρα Χωρίου Νήσου.
Σύμφωνα με όσα ακούστηκαν χθες στο δικαστήριο, η πρώτη αναφορά της μητέρας του Στυλιανού στην Αστυνομία ήταν τον Δεκέμβριο του 2007. Τότε, όπως αναφέρθηκε από τον αστυνομικό που κατέθεσε, η μητέρα του Στυλιανού μετέβη στον αστυνομικό σταθμό ζητώντας να καταχωρισθεί, για να υπάρχει στο ημερολόγιο, ότι τη χτυπούσε ο άντρας της. Απαντώντας σε διευκρινιστική ερώτηση, είπε ότι η μητέρα του Στυλιανού ανέφερε ότι δεν ήταν μπροστά στο παιδί τους και ότι δεν επιθυμούσε να καταθέσει εναντίον του συζύγου της. Σύμφωνα με τον ίδιο μάρτυρα κατηγορίας, μερικές ημέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 30 Δεκεμβρίου 2007, κλήθηκε ο πατέρας του Στυλιανού στον αστυνομικό σταθμό όπου του έγιναν αυστηρές συστάσεις σε σχέση με την αναφορά της συζύγου του. «Υποσχέθηκε ότι δεν θα το ξανακάνει», πρόσθεσε ο μάρτυρας αναφερόμενος στον πατέρα του Στυλιανού.
Ο 2ος μάρτυρας κατηγορίας, επίσης αστυνομικός, που υπηρετούσε στον αστυνομικό σταθμό Πέρα Χωρίου Νήσου, ανέφερε ότι, τον Μάιο του 2010, η μητέρα του Στυλιανού μετέβη στην Αστυνομία για να ενημερώσει για την πρόθεσή της να χωρίσει και να εγκαταλείψει τον σύζυγό της, διότι αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα και διότι την εξανάγκαζε να περνά πάρα πολύ χρόνο στη φάρμα που διατηρούσε. Διευκρίνισε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε αναφορά από τη μητέρα του Στυλιανού για οποιοδήποτε περιστατικό που να παραπέμπει σε ενδοοικογενειακή βία.
Σημειώνεται ότι οι δικηγόροι (Κωνσταντίνος Καζαντζής και Μπετίτο Τζόναθαν) των γονέων έφεραν ένσταση για το περιεχόμενο των καταθέσεων από τους δύο πρώτους μάρτυρες, εγείροντας θέμα σχετικότητας σε συνάρτηση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι.
Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας Αρχής, Έλενα Κωνσταντίνου, ανέφερε ότι σκοπός της μαρτυρίας των δύο συγκεκριμένων μαρτύρων, καθώς και των υπόλοιπων που θα κληθούν στην πορεία της εκδίκασης της υπόθεσης, είναι να καταδειχθεί το κακοποιητικό περιβάλλον που βίωνε και αναγκάστηκε να μεγαλώνει ο Στυλιανός. Και στις δύο περιπτώσεις ο δικαστής Παύλος Αγαπητός απέρριψε τις ενστάσεις και ολοκληρώθηκαν οι καταθέσεις και η αντεξέταση των δύο μαρτύρων.
Στο μεταξύ, σε σχέση με τους δύο κατηγορουμένους που δήλωσαν παραδοχή, αναμένονται εξελίξεις τις επόμενες δικάσιμους, καθώς, όπως αναφέρθηκε στο δικαστήριο, ενδέχεται, για όσους παραδέχτηκαν ή προτίθενται να παραδεχτούν, να πρέπει να διεξαχθεί ξεχωριστή διαδικασία, καθώς θα κληθούν να καταθέσουν και ως μάρτυρες κατηγορίας.
Όσον αφορά το κατηγορητήριο περιλαμβάνει 218 κατηγορίες. Το κατηγορητήριο είναι χωρισμένο σε δύο μέρη, με το πρώτο να αφορά το ζεύγος, δηλαδή τον 55χρονο πατέρα του άτυχου παιδιού και τη 48χρονη μητέρα του, και το δεύτερο τους λειτουργούς των ΥΚΕ. Οι κατηγορίες κατά του πατέρα αφορούν, μεταξύ άλλων, άσκηση σωματικής και ψυχολογικής βίας, κοινή επίθεση και υποβολή προσώπου σε σκληρή ή απάνθρωπη μεταχείριση. Κατά της μητέρας αποδίδονται κατηγορίες που σχετίζονται με παράλειψη καταγγελίας περιστατικών βίας που γνώριζε, ιδιαίτερα κατά ανηλίκου (σύμφωνα με τον Περί Βίας στην Οικογένεια Νόμο του 2000). Όσον αφορά τους εννέα λειτουργούς των ΥΚΕ (κοινωνικοί λειτουργοί και συντονιστές), αυτοί αντιμετωπίζουν κατηγορίες για παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.






