Η κυπριακή κοινότητα στη Βρετανία συγκαταλέγεται στις παλαιότερες και πιο εδραιωμένες στην Ευρώπη. Διαμορφώθηκε σε διαδοχικά κύματα κατά τη διάρκεια ενός αιώνα, ξεκινώντας από τη μετανάστευση της αποικιακής περιόδου, συνεχίζοντας μέσα από τα γεγονότα του 1974 και φτάνοντας έως την οικονομική κρίση του 2013, η οποία έστειλε μια νέα γενιά μορφωμένων νέων προς το Ηνωμένο Βασίλειο, με τα πτυχία και τις φιλοδοξίες τους. Στην ακμή της αριθμούσε εκατοντάδες χιλιάδες, αν συνυπολογιστεί και η καταγωγή. Είχε ριζώσει τόσο έντονα στο βόρειο Λονδίνο, ώστε ήδη από το 1972 εκτιμάται ότι μόνο στο Χάρινγκεϊ ζούσαν περίπου 40.000 Κύπριοι.
Στις 23 Ιουνίου 2016 τα δεδομένα άλλαξαν. Το δημοψήφισμα για το Brexit αναδιάταξε τα θεμέλιά της κυπριακής κοινότητας με τρόπους που σήμερα, δέκα χρόνια αργότερα, μπορούν να μετρηθούν και σε πολλές περιπτώσεις να χαρακτηριστούν απροσδόκητοι.
Τι έγινε με τα πανεπιστήμια;
Τα πιο αποκαλυπτικά στοιχεία αφορούν την εκπαίδευση. Το ακαδημαϊκό έτος 2017/18, 9.730 Κύπριοι φοιτητές φοιτούσαν σε πανεπιστήμια του Ηνωμένου Βασιλείου. Μέχρι τον Φεβρουάριο του 2025, ο αριθμός αυτός είχε μειωθεί στις 4.780, δηλαδή σχεδόν κατά 50% μέσα σε λιγότερο από μία δεκαετία, σύμφωνα με το British Council.
Η αιτία δεν ήταν κάποια μεταβολή στις ακαδημαϊκές φιλοδοξίες ούτε μείωση της εκτίμησης προς τα βρετανικά πανεπιστήμια. Ήταν το κόστος. Πιο συγκεκριμένα, η απώλεια του καθεστώτος «οικιακών διδάκτρων» και του φοιτητικού δανείου που συνδεόταν με αυτό.
Πριν από το Brexit, ένας Κύπριος φοιτητής που εγγραφόταν στο Πανεπιστήμιο του Έσεξ κατέβαλλε το ίδιο ποσό υπό καθεστώς πλαφόν με έναν Βρετανό φοιτητή, έως £9.250 ετησίως για προπτυχιακές σπουδές στην Αγγλία. Από τον Σεπτέμβριο του 2021, ο ίδιος φοιτητής ταξινομήθηκε ως διεθνής, με δίδακτρα που καθορίζονται αποκλειστικά από το κάθε πανεπιστήμιο. Στην πράξη, αυτά κυμαίνονται από £13.000 έως και πάνω από £38.000 ετησίως. Ταυτόχρονα καταργήθηκε και το φοιτητικό δάνειο που είχε καταστήσει τις σπουδές στο Ηνωμένο Βασίλειο οικονομικά εφικτές για πολλές κυπριακές οικογένειες μεσαίου εισοδήματος, με χαμηλό επιτόκιο και περίοδο αποπληρωμής 20 ετών.
Έρευνα του 2020 από την πλατφόρμα Study.eu, η οποία πραγματοποιήθηκε πριν τεθούν σε ισχύ οι αλλαγές, έδειξε ότι αύξηση διδάκτρων της τάξης του 100% θα οδηγούσε το 93,3% των Κυπρίων φοιτητών στο να εγκαταλείψουν την ιδέα σπουδών στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η πρόβλεψη αυτή αποδείχθηκε σε μεγάλο βαθμό ακριβής. Οι αιτήσεις κατέρρευσαν σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σύμφωνα με την Υπηρεσία Στατιστικών Ανώτατης Εκπαίδευσης, οι εγγραφές φοιτητών από την ΕΕ μειώθηκαν κατά 53% μέσα σε έναν χρόνο, από 64.120 το 2020/21 σε 31.400 το 2021/22. Μέχρι το 2024, ο αριθμός των φοιτητών από την ΕΕ που ξεκινούσαν πλήρη προπτυχιακά προγράμματα είχε μειωθεί κατά 68% σε σχέση με τα επίπεδα του 2020, φθάνοντας στο χαμηλότερο σημείο από το 1994.
«Μεγάλωσα με την αντίληψη ότι η Αγγλία ήταν η προφανής επιλογή», λέει η 24χρονη Μαρία Ανδρέου. «Όλο το σχολείο μας είχε χτιστεί γύρω από αυτήν την προοπτική. Και ξαφνικά έπαψε να είναι επιλογή, εξαιτίας μιας ψήφου που δεν είχε καμία σχέση με μένα και όχι επειδή δεν ήμουν αρκετά καλή». Η Μαρία εκτιμά ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα ήταν μια ιδανική επιλογή για σπουδές στη Βιοϊατρική και για την επαγγελματική της πορεία, ωστόσο επέλεξε τελικά το Άμστερνταμ. «Δεν μετανιώνω που πήγα σε χώρα της Ευρώπης. Σε πολλούς τομείς είναι πολύ καλύτερα εδώ. Όταν όμως σχεδίαζα τη σχολική μου πορεία, ο στόχος ήταν πάντα το Ηνωμένο Βασίλειο. Νιώθω ότι χάθηκαν πόροι. Και όχι μόνο για μένα, αλλά και για πολλούς συμμαθητές μου».
Οικονομικά εμπόδια
Οι οικονομικές επιπτώσεις για τα βρετανικά πανεπιστήμια υπήρξαν σημαντικές. Ο αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Coventry, Ian Dunn, ανέφερε δημόσια ότι το ίδρυμά του είδε τους φοιτητές από την ΕΕ να μειώνονται από 4.400 σε περίπου το 10% αυτού του αριθμού. Προγράμματα σπουδών και θέσεις διδασκαλίας περιορίστηκαν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Russell Group, περίπου το 43% των πανεπιστημίων στην Αγγλία προέβλεπε ελλείμματα για το ακαδημαϊκό έτος 2024/25, με την προσέλκυση διεθνών φοιτητών να καθίσταται ολοένα και πιο κρίσιμη για την οικονομική ισορροπία τους. Η ειρωνεία είναι ότι οι φοιτητές από την ΕΕ που χάθηκαν αντικαταστάθηκαν εν μέρει από φοιτητές εκτός ΕΕ, οι οποίοι καταβάλλουν ακόμη υψηλότερα δίδακτρα. Πρόκειται όμως για μια πιο ασταθή πηγή εσόδων, εξαρτώμενη από το καθεστώς θεωρήσεων εισόδου, που αποδείχθηκε επισφαλής μετά τη σκλήρυνση της πολιτικής βίζας το 2024.
Η μεταστροφή των Κυπρίων φοιτητών μακριά από τα βρετανικά πανεπιστήμια λειτούργησε ταυτόχρονα ενισχυτικά για την ανώτατη εκπαίδευση στην Κύπρο. Καθώς περισσότεροι φοιτητές επέλεξαν να παραμείνουν στο νησί ή να στραφούν προς την Ολλανδία, την Ελλάδα και άλλες χώρες της ΕΕ, αυξήθηκαν οι επενδύσεις στα κυπριακά πανεπιστήμια.
Σήμερα στην Κύπρο λειτουργούν 12 εγγεγραμμένα ιδιωτικά πανεπιστήμια, πέραν των τριών δημόσιων. Ήδη από το ακαδημαϊκό έτος 2018/19, πριν ακόμη εκδηλωθούν πλήρως οι επιπτώσεις του Brexit, οι διεθνείς φοιτητές ξεπερνούσαν αριθμητικά τους Κυπρίους, με συνολικά 51.086 φοιτητές, καθώς οι εγγραφές από το εξωτερικό αυξάνονταν ταχύτερα από τις εγχώριες. Αξιωματούχοι του Invest Cyprus απέδωσαν μέρος αυτής της αύξησης στην αβεβαιότητα που δημιούργησε το Brexit, η οποία κατέστησε την Κύπρο ελκυστικό προορισμό σπουδών στα αγγλικά εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τι ισχύει με το καθεστώς και τα δικαιώματα;
Για τους Κύπριους που ζούσαν στο Ηνωμένο Βασίλειο χωρίς βρετανική υπηκοότητα, τα χρόνια μετά το δημοψήφισμα του 2016 έθεσαν ένα πιο θεμελιώδες ερώτημα. Ποιο ήταν το νομικό τους καθεστώς και κατά πόσο θα έπρεπε να το αποδείξουν;
Το Σχέδιο Εγκατάστασης Πολιτών της ΕΕ αποτέλεσε τον μηχανισμό μέσω του οποίου δόθηκε μια επίσημη απάντηση. Η Ύπατη Αρμοστεία της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Ηνωμένο Βασίλειο κάλεσε όλους τους Κύπριους που ζούσαν, εργάζονταν ή σπούδαζαν στη χώρα να υποβάλουν αίτηση έως την προθεσμία της 30ής Ιουνίου 2021.
Μέχρι τις 31 Μαρτίου 2026, το πρόγραμμα είχε δεχθεί 8,88 εκατομμύρια αιτήσεις από περίπου 6,4 εκατομμύρια άτομα, γεγονός που το καθιστά το μεγαλύτερο μεταναστευτικό πρόγραμμα στην ιστορία του Ηνωμένου Βασιλείου. Όσοι εξασφάλισαν καθεστώς μόνιμης εγκατάστασης διατήρησαν τα περισσότερα από τα δικαιώματα που είχαν πριν το Brexit, συμπεριλαμβανομένων του δικαιώματος εργασίας, της πρόσβασης στο σύστημα υγείας και της δυνατότητας παραμονής επ’ αόριστον.
Αντιθέτως, όσοι έφθασαν μετά την 31η Δεκεμβρίου 2020 βρέθηκαν σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον. Αντιμετωπίζουν ένα σύστημα μετανάστευσης βασισμένο σε βαθμούς, το οποίο αντιμετωπίζει τους Κύπριους όπως κάθε άλλο αιτούντα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, με άδειες εργασίας που φέρουν σημαντικό κόστος.
Υπάρχει, ωστόσο, ένας τομέας στον οποίο οι Κύπριοι εξαιρέθηκαν από τις γενικές αλλαγές μετά το Brexit. Επειδή η Κυπριακή Δημοκρατία είναι μέλος της Κοινοπολιτείας, οι Κύπριοι πολίτες στο Ηνωμένο Βασίλειο διατήρησαν πλήρη εκλογικά δικαιώματα σε όλες τις εκλογικές διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων των βουλευτικών εκλογών, βάσει του Elections Act του 2022.
Αντίθετα, άλλοι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που μετεγκαταστάθηκαν μετά την 31η Δεκεμβρίου 2020 έχασαν το δικαίωμα ψήφου στις τοπικές εκλογές στην Αγγλία και τη Βόρεια Ιρλανδία, εκτός εάν η χώρα προέλευσής τους είχε υπογράψει διμερή συμφωνία με το Ηνωμένο Βασίλειο. Μέχρι τον Απρίλιο του 2025, μόνο η Δανία, η Πολωνία, η Ισπανία, η Πορτογαλία και το Λουξεμβούργο είχαν προχωρήσει σε τέτοιες συμφωνίες.
Έτσι δημιουργείται μια ιδιόμορφη ασυμμετρία. Ένας Γερμανός ή Ιταλός που μετακόμισε στο Λονδίνο το 2022 δεν μπορεί να ψηφίσει στις τοπικές εκλογές. Ένας Κύπριος που μετακόμισε την ίδια χρονιά μπορεί να ψηφίσει ακόμη και σε γενικές εκλογές. Η διαφορά αυτή τοποθετεί τους Κύπριους σε μια δομικά διαφορετική θέση από σχεδόν όλους τους υπόλοιπους Ευρωπαίους πολίτες στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Ωστόσο, Βρετανοί μόνιμοι κάτοικοι στην Κύπρο έχασαν το δικαίωμα συμμετοχής στις τοπικές εκλογές μετά το Brexit. Σε περιοχές όπως η Πάφος, όπου καταγράφεται η μεγαλύτερη συγκέντρωση Βρετανών κατοίκων, τα ονόματα αφαιρέθηκαν από τους εκλογικούς καταλόγους στις αρχές του 2022. Κοινοτικοί σύμβουλοι βρετανικής καταγωγής που υπηρετούσαν για χρόνια ενημερώθηκαν ότι δεν μπορούσαν πλέον ούτε να εκλέγονται ούτε να ψηφίζουν. Έτσι, ένας Κύπριος στο Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί να συμβάλει στην εκλογή πρωθυπουργού, ενώ ένας Βρετανός στην Κύπρο δεν μπορεί να εκλέξει ούτε κοινοτάρχη.
Η κυπριακή ταυτότητα
Η κυπριακή κοινότητα στη Βρετανία κατείχε ανέκαθεν μια ιδιαίτερη θέση. Ήταν ευρωπαϊκή αλλά και μέρος της Κοινοπολιτείας, πολιτισμικά διακριτή αλλά νομικά προστατευμένη, συνδεδεμένη με την Κύπρο αλλά ταυτόχρονα βαθιά ριζωμένη στο βόρειο Λονδίνο, σε βάθος τριών ή και τεσσάρων γενεών. Το Brexit δεν διέκοψε αυτούς τους δεσμούς. Άλλαξε όμως τους όρους υπό τους οποίους υφίστανται. Για όσους δεν είχαν βρετανική υπηκοότητα, κατέστησε το νομικό καθεστώς κάτι υπαρκτό με τρόπο που δεν ήταν ποτέ στο παρελθόν. Για όσους θεωρούσαν δεδομένη τη συνέχιση μιας εκπαιδευτικής πορείας στο Ηνωμένο Βασίλειο, έκλεισε μια πόρτα. Ενδεχομένως να έσβησε και μια ολόκληρη γενιά απόφοιτων που θα έμενε για πάντα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Για επιχειρήσεις και επαγγελματίες που κινούνταν άνετα μεταξύ Λευκωσίας και Λονδίνου, εισήγαγε τριβές εκεί όπου προηγουμένως δεν υπήρχαν.
Η Άνδρια Θεμιστοκλέους, 32 ετών, έζησε δέκα χρόνια στο Λονδίνο πριν επιστρέψει στην Κύπρο το 2023. Η απόφαση είχε εν μέρει οικονομικά αίτια. Η ζωή στο Ηνωμένο Βασίλειο μετά το Brexit έγινε πιο ακριβή και πιο περίπλοκη, με επιπτώσεις που συσσωρεύονταν με την πάροδο του χρόνου. Επισημαίνει όμως και μια άλλη μεταβολή, μια αλλαγή στο κλίμα που δεν μπορούσε πάντοτε να προσδιορίσει με ακρίβεια.
«Η αίσθηση ότι ζούσες σε μια προοδευτική κοινωνία, που το έκανε ελκυστικό κάποτε, άρχισε να υποχωρεί», αναφέρει. «Και με τον τρόπο που εξελίσσεται η πολιτική κατάσταση, δεν φαίνεται πως θα επανέλθει. Υπάρχει πλεόν απίστευτη πόλωση και διχασμός και αυτό φέρνει ένταση στην καθημερινότητα ενός ξένου και πάρα πολύ άγχος».
Σήμερα ζει στην Κύπρο. Της λείπουν ορισμένες πτυχές της ζωής στη Βρετανία, αλλά παρακολουθεί τις εξελίξεις εκεί με μια σχετική απόσταση. Η χώρα που άφησε πίσω της, όπως λέει, δεν είναι ακριβώς η ίδια με εκείνη στην οποία είχε φτάσει.
Η Κύπρος δεν αποτέλεσε τον κύριο στόχο του Brexit. Δεν έμεινε όμως ανεπηρέαστη από τις συνέπειές του. Οι αριθμοί, όταν εξεταστούν συνολικά, σκιαγραφούν μια κοινότητα που επαναδιαπραγματεύεται τη σχέση της με τη Βρετανία, μια σχέση παλιά, βαθιά και πιο σύνθετη από ό,τι μπορεί να αποτυπωθεί σε οποιοδήποτε μεμονωμένο νομοθέτημα.







