Το υψηλό κόστος της υγιεινής διατροφής υπογραμμίζει σε πρόσφατη έκθεσή του ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, αποτυπώνοντας μια πραγματικότητα που βιώνουμε στην Κύπρο. Αν θες να τρως υγιεινά, θα πρέπει να βάλεις πιο βαθιά το χέρι στην τσέπη, δυνατότητα ωστόσο που δεν έχουν όλοι οι πολίτες λόγω του αυξημένου κόστους ζωής. Την ίδια ώρα, το υψηλό κόστος υγιεινής διατροφής, όπως υπογραμμίζουν στον «Π» κλινικοί διαιτολόγοι και διατροφολόγοι, επιφέρει ευρύτερα προβλήματα δημόσιας υγείας καθώς ο κόσμος στρέφεται σε πιο ανθυγιεινές επιλογές λόγω περιορισμένου budget, ενώ κόστος έχει ευρύτερα και η οικονομία.
Ένας στους τρεις ανθρώπους δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να τρώει υγιεινά, σύμφωνα με την έκθεση που συνέταξαν από κοινού πέντε εξειδικευμένοι οργανισμοί του ΟΗΕ. Το 2025 περίπου 2,69 δισεκατομμύρια άνθρωποι δεν μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά μια υγιεινή διατροφή. Το μέσο παγκόσμιο κόστος μιας υγιεινής διατροφής υπολογίστηκε στα 4,28 δολάρια Ισοτιμίας Αγοραστικής Δύναμης (ΙΑΔ/PPP) ανά άτομο ημερησίως.
Επιδοτούν τον... διαβήτη
Το ποσοστό των ανθρώπων που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να διαχειρίζονται μια υγιεινή διατροφή παραμένει «εξαιρετικά υψηλό», δήλωσε ο Maximo Torero, επικεφαλής οικονομολόγος του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας, ένας από τους συντάκτες της έκθεσης. Όπως σημείωσε, οι κυβερνητικές πολιτικές συνήθως επικεντρώνονταν στην επιδότηση των δημητριακών και των βασικών αμυλούχων προϊόντων, αντί για το κρέας, τα γαλακτοκομικά, τα φρούτα και τα λαχανικά. «Αυτό σημαίνει θερμίδες, αλλά όχι ποικιλία στη διατροφή», είπε, τονίζοντας τον αντίκτυπο αυτού στα ποσοστά παχυσαρκίας και ασθενειών όπως ο καρκίνος και ο διαβήτης.
Στοιχεία από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, έναν ακόμη οργανισμό του ΟΗΕ που συνέταξε την έκθεση, δείχνουν ότι η παχυσαρκία στους ενήλικες αυξήθηκε από 12,1% το 2012 σε 16,2% το 2024.
Η οικονομική πραγματικότητα
Σύμφωνα με την Πρόεδρο του Συνδέσμου Διαιτολόγων και Διατροφολόγων Κύπρου, Καθηγήτρια Κλινικής Διαιτολογίας και Διατροφής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, Δρ Ελένη Ανδρέου, η πρόσφατη έκθεση των Ηνωμένων Εθνών αναδεικνύει ένα ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα δημόσιας υγείας, σημειώνοντας ότι «σήμερα δεν αρκεί να εξετάζουμε εάν οι άνθρωποι έχουν αρκετό φαγητό. Πρέπει να εξετάζουμε εάν έχουν οικονομική πρόσβαση σε μια υγιεινή, ισορροπημένη, ποικίλη και θρεπτικά επαρκή διατροφή».
Η υγιεινή διατροφή, επισημαίνει, δεν σημαίνει απαραίτητα ακριβά «superfoods», βιολογικά προϊόντα ή εξειδικευμένα τρόφιμα. Αντίθετα, σημειώνει, η παραδοσιακή Μεσογειακή Διατροφή προσφέρει πολλά παραδείγματα τροφίμων υψηλής θρεπτικής αξίας που μπορούν να είναι σχετικά οικονομικά: Όσπρια, εποχιακά φρούτα και λαχανικά, δημητριακά ολικής άλεσης, πατάτες, αυγά, γιαούρτι, μικρά ψάρια, ξηροί καρποί και ελαιόλαδο στις κατάλληλες ποσότητες.
Ωστόσο, υπογραμμίζει, «δεν μπορούμε να παραγνωρίζουμε την οικονομική πραγματικότητα. Για μια οικογένεια με περιορισμένο εισόδημα, το κόστος των φρέσκων φρούτων και λαχανικών, των ψαριών, των γαλακτοκομικών και άλλων θρεπτικών τροφίμων μπορεί να αποτελεί σημαντικό μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού».
Αντίθετα, σημειώνει, «πολλά τρόφιμα υψηλής ενεργειακής πυκνότητας και χαμηλότερης θρεπτικής αξίας μπορούν να προσφέρουν πολλές θερμίδες σχετικά φθηνά. Έτσι, ένας άνθρωπος μπορεί να καταναλώνει επαρκείς ή ακόμη και υπερβολικές θερμίδες και ταυτόχρονα η διατροφή του να είναι φτωχή σε φυτικές ίνες, βιταμίνες, μέταλλα και άλλα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά».
Πόσο μας κοστίζει τελικά η κακή διατροφή;
Σύμφωνα με την Δρ Ανδρέου, η ανθυγιεινή διατροφή, μαζί με άλλους τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου, όπως η παχυσαρκία, η σωματική αδράνεια, η υπέρταση, το κάπνισμα και η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, συμβάλλει σημαντικά στην ανάπτυξη μη μεταδιδόμενων νοσημάτων, όπως τα καρδιαγγειακά νοσήματα, ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 και ορισμένες μορφές καρκίνου.
Στην Ευρωπαϊκή Περιφέρεια του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας καταγράφονται περίπου 1,8 εκατομμύρια αποτρέψιμοι θάνατοι από μη μεταδιδόμενα νοσήματα κάθε χρόνο. Περίπου 60% αυτών συνδέεται με αιτίες που μπορούν να προληφθούν, όπως το κάπνισμα, η επιβλαβής χρήση αλκοόλ, η υψηλή αρτηριακή πίεση, η ανθυγιεινή διατροφή, η παχυσαρκία και η σωματική αδράνεια.
Μόνο οι απώλειες παραγωγικότητας που σχετίζονται με αυτούς τους αποτρέψιμους θανάτους εκτιμώνται από τον ΠΟΥ σε περισσότερα από 514,5 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως στην Ευρωπαϊκή Περιφέρεια.
Τα καρδιαγγειακά νοσήματα αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μελέτη στο European Heart Journal υπολόγισε ότι κόστισαν στην οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης περίπου €282 δισεκατομμύρια το 2021, δηλαδή περίπου €630 ανά Ευρωπαίο πολίτη. Από το συνολικό αυτό κόστος, 46% αφορούσε δαπάνες υγειονομικής περίθαλψης, 28% άτυπη φροντίδα, 17% απώλειες παραγωγικότητας και 9% κοινωνική φροντίδα. Για την Κύπρο, η ίδια μελέτη υπολόγισε συνολικό οικονομικό κόστος περίπου €381 ανά κάτοικο.
Ακριβότερο έως 19% το «υγιεινό καλάθι» στις κυπριακές υπεραγορές
Του Γιάννη Σεϊτανίδη
Σημαντικό οικονομικό αντίκτυπο στον οικογενειακό προϋπολογισμό φαίνεται ότι έχει η επιλογή μιας ισορροπημένης διατροφής και στην Κύπρο, επιβεβαιώνοντας τις διεθνείς εκθέσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO) για τις ανισότητες στην πρόσβαση σε ποιοτική τροφή.
Η ανάλυση των στοιχείων που δημοσιοποιούνται στο Παρατηρητήριο Βασικών Καταναλωτικών Αγαθών της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή και την πλατφόρμα e-kalathi, παρέχει μιαν ένδειξη για την απόκλιση στις τιμές.
Ειδικότερα, σύμφωνα με στοιχεία του Ιουλίου, ένα καλάθι βασισμένο σε ανεπεξέργαστα, υγιεινά προϊόντα κοστίζει από 10% έως σχεδόν 19% ακριβότερα σε σύγκριση με ένα καλάθι υπερεπεξεργασμένων τροφίμων.
Η βασική πηγή απόκλισης των τιμών εντοπίζεται στα μαγειρικά έλαια και στις καθαρές πηγές πρωτεΐνης.
Ειδικότερα, στα μαγειρικά λίπη, στο εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο υπάρχει επιλογή με μέση σταθμισμένη τιμή € 6,83 ανά λίτρο (με ορισμένες ετικέτες να αγγίζουν τα €10,02/L), ενώ τα κοινά σπορέλαια/ηλιέλαια κινούνται στα €2,20 ανά λίτρο (€6,59 η συσκευασία των 3L), καταγράφοντας διαφορά που υπερβαίνει το 200%.
Στην πρωτεΐνη, το νωπό στήθος κοτόπουλου καταγράφεται στα €7,47/kg και η φρέσκια τσιπούρα στα €9,93/kg. Στον αντίποδα, τα προπαρασκευασμένα κατεψυγμένα nuggets κοτόπουλου πωλούνται από €5,62 τα 800g (€7,03/kg), προσφέροντας μια οικονομικότερη, αλλά διατροφικά κατώτερη εναλλακτική.
Η ψευδαίσθηση των «φθηνών» σνακ
Η ανάλυση των τιμών ανά κιλό αναδεικνύει μιαν ενδιαφέρουσα αντίφαση. Στα σνακ και τα επεξεργασμένα δημητριακά, δηλαδή μπισκότα, τα bake rolls και τα ζαχαρούχα δημητριακά πωλούνται σε χαμηλές τιμές ραφιού ανά τεμάχιο (από €0,86 έως €4,24, ωστόσο η τιμή τους ανά κιλό εκτοξεύεται στα 8 έως 13,75 €/kg.
Ωστόσο ένα μοντέλο διατροφής βασισμένο σε όσπρια και λαχανικά είναι φθηνότερο. Οι φακές (€2,56/kg), το πουργούρι (€3 /kg), η βρώμη (€3,62/kg), οι πατάτες (€1,08/kg) και οι ντομάτες (€1,93 €/kg) συγκρατούν το συνολικό κόστος του υγιεινού καλαθιού, αποτρέποντας ακόμα μεγαλύτερο άνοιγμα της ψαλίδας.
Συγκριτικό εβδομαδιαίο κόστος
Σε ένα ενδεικτικό καλάθι 11 βασικών ειδών διατροφής για ένα άτομο:
-Το κόστος του υγιεινού καλαθιού, (φρέσκα λαχανικά, όσπρια, νωπό κοτόπουλο, ψάρι, ελαιόλαδο, γιαούρτι, βρώμη, αυγά, νερό) κυμαίνεται από €36,31 ως €45,42.
-Το κόστος για ένα καλάθι με επεξεργασμένα τρόφιμα (έτοιμα nuggets, μπιφτέκια, αλλαντικά, σπορέλαιο, λευκά ζυμαρικά, ζαχαρούχα δημητριακά, σνακ, αναψυκτικά) κυμαίνεται από €30,58 ως €41,23.
Σημ. Η επεξεργασία των στοιχείων έγινε με τη χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης.
Να γίνει προσιτή η υγιεινή επιλογή
Όσον αφορά την Κύπρο, σημειώνει ότι η αύξηση του κόστους ζωής και των τροφίμων μπορεί να επηρεάζει τις καθημερινές διατροφικές επιλογές, ιδιαίτερα των οικονομικά ευάλωτων οικογενειών, των ηλικιωμένων, των μονογονεϊκών οικογενειών και των ατόμων που ήδη αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας.
«Δεν μπορούμε, επομένως, να μεταφέρουμε ολόκληρη την ευθύνη στον πολίτη λέγοντάς του απλώς "φάε πιο υγιεινά". Ο πολίτης πρέπει να έχει και την οικονομική δυνατότητα να το κάνει», σημειώνει. Όπως υποστηρίζει η Δρ Ανδρέου, πρέπει να κάνουμε την υγιεινή επιλογή πιο εύκολη, περισσότερο διαθέσιμη και οικονομικά προσιτή.
«Χρειάζονται πολιτικές που θα διευκολύνουν την πρόσβαση σε φρούτα, λαχανικά, όσπρια, γαλακτοκομικά, ψάρια και άλλα θρεπτικά τρόφιμα, ιδιαίτερα για τις οικονομικά ευάλωτες ομάδες. Χρειάζεται στήριξη της τοπικής και εποχιακής παραγωγής, αποτελεσματικότερη εφοδιαστική αλυσίδα, μείωση της σπατάλης τροφίμων και ουσιαστική διατροφική εκπαίδευση από την παιδική ηλικία».
Παράλληλα, λέει, μπορούμε να εκπαιδεύσουμε τον καταναλωτή να τρέφεται υγιεινά με μικρότερο κόστος: Να προγραμματίζει τα γεύματα και τις αγορές του, να επιλέγει εποχιακά προϊόντα, να χρησιμοποιεί συχνότερα όσπρια και άλλες οικονομικές πηγές πρωτεΐνης, να συγκρίνει τιμές και να αξιοποιεί σωστά τα τρόφιμα ώστε να περιορίζει τη σπατάλη. «Η υγιεινή διατροφή δεν πρέπει να είναι πολυτέλεια. Είναι βασικό στοιχείο πρόληψης και δημόσιας υγείας», τονίζει.
Δεν πρέπει να ρωτάμε μόνο «πόσο κοστίζει να τρώμε υγιεινά;» Πρέπει να ρωτάμε και «πόσο μας κοστίζει ως κοινωνία το να μην τρώμε υγιεινά;». Τα διεθνή δεδομένα, σύμφωνα με την ειδικό, δείχνουν ότι το δεύτερο κόστος μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερο.
«Η επένδυση στην υγιεινή διατροφή, στη διατροφική εκπαίδευση, στην πρόληψη και στην έγκαιρη παρέμβαση δεν αποτελεί απλώς δαπάνη. Αποτελεί επένδυση στην υγεία του πληθυσμού, στη βιωσιμότητα του ΓεΣΥ και στην οικονομία της χώρας μας», υπογραμμίζει.
Το κόστος δυσκολεύει υγιεινή διατροφή
Το κόστος των τροφίμων αποτελεί έναν από τους σημαντικούς παράγοντες που επηρεάζουν τις διατροφικές μας επιλογές, επισημαίνει στον «Π» η Επίκουρη Καθηγήτρια Κλινικής Διαιτολογίας, στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, Δρ Έλενα Χατζημπέη.
«Αρχικά, είναι σημαντικό να ορίσουμε τι εννοούμε όταν μιλάμε για υγιεινή διατροφή. Ένα από τα πλέον αναγνωρισμένα πρότυπα υγιεινής διατροφής είναι η Μεσογειακή διατροφή, η οποία χαρακτηρίζεται από άφθονη κατανάλωση φρούτων και λαχανικών εποχής, οσπρίων και δημητριακών, επαρκή πρόσληψη πρωτεΐνης από φυτικές και ζωικές πηγές, όπως όσπρια, γαλακτοκομικά, ψάρι και κρέας, με το ελαιόλαδο να αποτελεί την κύρια πηγή λίπους. Παράλληλα, βασικές αρχές της είναι η ποικιλία, η εποχικότητα, η προτίμηση σε τοπικά τρόφιμα και σε τρόφιμα όσο το δυνατόν λιγότερο επεξεργασμένα», αναφέρει.
Τα ερευνητικά δεδομένα, σύμφωνα με την Δρ Χατζημπέη, δείχνουν ότι το κόστος των τροφίμων αποτελεί έναν από τους σημαντικούς παράγοντες που επηρεάζουν τις διατροφικές μας επιλογές, ιδιαίτερα στα άτομα με χαμηλότερο εισόδημα. Παράλληλα, προσθέτει, έχει φανεί ότι διατροφικά πρότυπα υψηλότερης ποιότητας μπορεί να έχουν μεγαλύτερο κόστος, ενώ τρόφιμα υψηλής ενεργειακής πυκνότητας, πλούσια σε λίπος ή/και ζάχαρη, μπορούν συχνά να αποτελούν οικονομικότερες πηγές ενέργειας. Η διεθνής βιβλιογραφία έχει δείξει, για παράδειγμα, εξηγεί, ότι τα υγιεινότερα διατροφικά πρότυπα μπορεί να κοστίζουν περισσότερο από τα λιγότερο υγιεινά.
«Σε ένα περιβάλλον αυξημένων τιμών τροφίμων, η οικονομική επιβάρυνση μπορεί επομένως να δυσκολεύει την υιοθέτηση και διατήρηση μιας υγιεινής διατροφής. Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί η υγιεινή διατροφή δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πολυτέλεια ούτε αποκλειστικά ως ζήτημα ατομικής επιλογής. Οι διατροφικές μας επιλογές επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων το εισόδημα, οι τιμές και η διαθεσιμότητα των τροφίμων», τονίζει.
Επομένως, επισημαίνει, η προώθηση της υγιεινής διατροφής δεν αρκεί να περιορίζεται στην ενημέρωση και εκπαίδευση του καταναλωτή. «Χρειάζονται παράλληλα πολιτικές που θα καθιστούν τα θρεπτικά τρόφιμα περισσότερο προσιτά και οικονομικά προσβάσιμα για όλους».
INFO
Η παρουσίασή της ετήσιας έκθεσης πραγματοποιήθηκε στη Ρώμη στις 21 Ιουλίου 2026 από πέντε εξειδικευμένους οργανισμούς του ΟΗΕ, με κεντρικό θέμα την κατανόηση και την αντιμετώπιση του υψηλού κόστους της υγιεινής διατροφής. Η έκθεση «Η Κατάσταση της Επισιτιστικής Ασφάλειας και της Διατροφής στον Κόσμο» συντάσσεται από κοινού από τους εξής εξειδικευμένους φορείς:
FAO: Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας
IFAD: Διεθνές Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης
UNICEF: Ταμείο των Ηνωμένων Εθνών για τα Παιδιά
WFP: Παγκόσμιο Πρόγραμμα Σίτισης
WHO: Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας
Σύμφωνα με τα κριτήρια του ΟΗΕ, μια διατροφή θεωρείται οικονομικά απρόσιτη όταν το κόστος της ξεπερνά το 52% του συνολικού ημερήσιου εισοδήματος ενός νοικοκυριού.
Ζήτημα υγείας και κοινωνικής ανισότητας
«Το γεγονός ότι ένας στους τρεις ανθρώπους παγκοσμίως δεν μπορεί οικονομικά να ακολουθήσει μιαν υγιεινή διατροφή, αποτελεί πλέον σοβαρό ζήτημα δημόσιας υγείας και κοινωνικής ανισότητας», αναφέρει στον «Π» η κλινική διαιτολόγος και πρόεδρος του Κυπριακού Οργανισμού Μεσογειακής Διατροφής (ΚΟΜΕΔ), Άννα Κορτέση.
«Για διατήρηση της καλής υγείας και μακροζωίας, δεν αρκεί να εξασφαλίζουμε πρόσβαση σε θερμίδες. Ένας άνθρωπος χρειάζεται πρόσβαση σε τρόφιμα υψηλής διατροφικής αξίας, όπως φρούτα, λαχανικά, όσπρια, ψάρια και ποιοτικές πηγές πρωτεΐνης. Όταν η υγιεινή επιλογή γίνεται οικονομικά δυσπρόσιτη, το φορτίο της παχυσαρκίας, του διαβήτη και των καρδιομεταβολικών νοσημάτων αυξάνεται μακροπρόθεσμα», υποδεικνύει.
Η διατροφική πολιτική, επομένως, τονίζει, πρέπει να αντιμετωπίζεται ως σημαντική επένδυση στην πρόληψη ασθενειών και όχι απλώς ως ζήτημα ατομικής επιλογής.






