Η ανακοίνωση της συμφωνίας για τον τερματισμό των εχθροπραξιών μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν προσφέρει στον Ντόναλντ Τραμπ ένα ιδιαίτερα σημαντικό πολιτικό κέρδος, ωστόσο η επιτυχία της κάθε άλλο παρά δεδομένη θεωρείται, σχολιάζει το BBC.
Ο Αμερικανός πρόεδρος παρουσίασε τη συμφωνία ως μια μεγάλη διπλωματική επιτυχία, ανακοινώνοντας ότι το Στενό του Ορμούζ θα ανοίξει ξανά για τη διεθνή ναυσιπλοΐα και ότι οι ΗΠΑ θα άρουν τον ναυτικό αποκλεισμό της περιοχής. «Ας ρεύσει το πετρέλαιο», έγραψε χαρακτηριστικά, υποστηρίζοντας ότι πέτυχε μια συμφωνία που θα φέρει ειρήνη και ασφάλεια σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Το BBC σημειώνει ότι τέτοιου είδους δηλώσεις δεν είναι κάτι καινούργιο για τον Τραμπ. Υπενθυμίζει ότι και στο παρελθόν, μετά τη συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου στη Γάζα, είχε μιλήσει για «ειρήνη για όλη την αιωνιότητα», παρά το γεγονός ότι οι εξελίξεις που ακολούθησαν αποδείχθηκαν πολύ πιο περίπλοκες.
Όπως επισημαίνει το βρετανικό δίκτυο, σε συμφωνίες αυτού του μεγέθους η επιτυχία ή η αποτυχία εξαρτάται συνήθως από τις λεπτομέρειες. Και στην προκειμένη περίπτωση, οι λεπτομέρειες παραμένουν περιορισμένες.
Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς δήλωσε ότι η συμφωνία περιλαμβάνει πρόνοιες που διασφαλίζουν ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο και ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούν να επαληθεύουν την τήρηση των δεσμεύσεων. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθούν να υπάρχουν κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με το επίπεδο εμπλουτισμού ουρανίου που θα επιτρέπεται στο Ιράν, καθώς και με το μέλλον των υφιστάμενων αποθεμάτων υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου που διαθέτει η χώρα.
Μέρος αυτών των ζητημάτων αναμένεται να συζητηθεί στις τεχνικές διαπραγματεύσεις που θα ακολουθήσουν κατά τη διάρκεια της 60ήμερης περιόδου που προβλέπει η συμφωνία. Ωστόσο, το BBC υπογραμμίζει ότι η πολυετής εμπειρία των διεθνών προσπαθειών για περιορισμό του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος δείχνει πως δεν υπάρχουν εγγυήσεις επιτυχίας.
Επιπλέον, το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας του Ιράν ανακοίνωσε ότι οι τελικές διαπραγματεύσεις θα προχωρήσουν μόνο μετά την εφαρμογή των δεσμεύσεων της άλλης πλευράς, γεγονός που, σύμφωνα με το BBC, αναδεικνύει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες για το περιεχόμενο της συμφωνίας.
Το βρετανικό δίκτυο επισημαίνει επίσης ότι η επαναφορά της ομαλότητας στην αγορά πετρελαίου δεν θα είναι άμεση. Ειδικοί του ενεργειακού τομέα εκτιμούν ότι θα χρειαστούν εβδομάδες για να απομακρυνθούν οι νάρκες, να αποσυμφορηθεί η κίνηση των δεξαμενόπλοιων και να επανέλθουν οι εξαγωγές πετρελαίου στα προπολεμικά επίπεδα.
Παράλληλα, το BBC χαρακτηρίζει το Ισραήλ ως έναν απρόβλεπτο παράγοντα. Υπενθυμίζει ότι ο ίδιος ο Τραμπ δήλωσε πως ήταν εξοργισμένος με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου για τα πλήγματα στον Λίβανο το περασμένο Σαββατοκύριακο, τα οποία θεωρούσε ικανά να θέσουν σε κίνδυνο τη συμφωνία λίγο πριν από την ολοκλήρωσή της.
Εάν υπάρξει νέα στρατιωτική κλιμάκωση από την πλευρά του Ισραήλ, το BBC εκτιμά ότι το Ιράν θα μπορούσε να προχωρήσει ξανά σε κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ, προκαλώντας νέες αναταράξεις στην παγκόσμια οικονομία.
Η συμφωνία έχει όμως και έντονη εσωτερική πολιτική διάσταση για τον Αμερικανό πρόεδρο. Ο Τζέι Ντι Βανς αναγνώρισε ότι ο πόλεμος επηρέασε αρνητικά πολλούς Αμερικανούς λόγω της αύξησης των τιμών της ενέργειας και εξέφρασε την εκτίμηση ότι οι τιμές θα αρχίσουν να υποχωρούν.
Σύμφωνα με το BBC, η ταχύτητα με την οποία θα μειωθούν οι τιμές των καυσίμων και το κατά πόσο αυτό θα μεταφραστεί σε ανακούφιση για τα αμερικανικά νοικοκυριά θα αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για τον Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Το δίκτυο επικαλείται δημοσκόπηση της YouGov, σύμφωνα με την οποία το 63% των Αμερικανών αποδοκιμάζει τους χειρισμούς του Τραμπ στην οικονομία, ενώ το 57% θεωρεί ότι η οικονομική κατάσταση επιδεινώνεται.
Καταλήγοντας, το BBC εκτιμά ότι η συμφωνία μπορεί να συμβάλει στη μείωση των οικονομικών πιέσεων που προκάλεσε ο πόλεμος και να αποτελέσει ένα πρώτο βήμα επιστροφής στην κανονικότητα. Ωστόσο, οι βασικοί στόχοι του Τραμπ δεν έχουν ακόμη επιτευχθεί πλήρως και οι πολιτικοί κίνδυνοι που αντιμετωπίζει στο εσωτερικό παραμένουν υπαρκτοί.







