Δύο ακτιβιστές για την δημοκρατία και διοργανωτές των εκδηλώσεων μνήμης της Τιενανμέν, ο 69χρονος Λι Τσουκ-γιαν και η 41χρονη Τσόου Χάνγκ-τουνγκ, κρίθηκαν ένοχοι για «υποκίνηση εξέγερσης» στο Χονγκ Κονγκ κατά την διάρκεια δίκης που αποτελεί νέα ένδειξη της αποψίλωσης των ελευθεριών στο πρώην βρετανικό έδαφος που είχε διαφύγει επί πολλές δεκαετίες από την εξουσία του Πεκίνου.
Το Χονγκ Κονγκ και το Μακάο ήταν οι μόνες περιοχές της κινεζικής επικράτειας όπου ήταν δυνατή η οργάνωση δημόσιων εκδηλώσεων μνήμης για την καταστολή του κινήματος για την δημοκρατία που κατέληξε στην σφαγή των ειρηνικών διαδηλωτών που ζητούσαν δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις στην Πλατεία Τιενανμέν τον Ιούνιο 1989.
Τέτοιες εκδηλώσεις είναι πλέον de facto απαγορευμένες από τότε που η κινεζική εξουσία επέβαλε το 2020 νόμο περί εθνικής ασφαλείας στην πρώην βρετανική αποικία μετά τις μαζικές, και ορισμένες φορές βίαιες, φιλοδημοκρατικές διαδηλώσεις του 2019.
Η Ταϊβάν κάλεσε μετά την ανακοίνωση της απόφασης την Κίνα «να σταματήσει τις πολιτικές διώξεις». Το συμβούλιο ηπειρωτικών υποθέσεων, αρμόδιο για την πολιτική της Ταϊβάν απέναντι στο Πεκίνο, εξέφρασε την βαθιά του θλίψη και κάλεσε το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα και την κυβέρνηση του Χονγκ Κονγκ «να απελευθερώσουν αμέσως τα πρόσωπα που κρατούνται στην υπόθεση αυτή».
Η Γαλλία και η Γερμανία ζήτησαν την άμεση απελευθέρωση της Τσόου Χάνγκ-τουνγκ και του Λι Τσουκ-γιαν.
Οι Λι Τσουκ-γιαν και Τσόου Χάνγκ-τουνγκ ήταν επικεφαλής της Συμμαχίας του Χονγκ Κονγκ, μίας οργάνωσης που πλέον έχει διαλυθεί και οργάνωνε τις ετήσιες εκδηλώσεις μνήμης στο Πάρκο Βικτόρια.
Ο ορισμός της ποινής θα γίνει σε άλλη χρονική στιγμή και τα επιχειρήματα των καταδικασθέντων θα ακουστούν την επόμενη εβδομάδα, όπως ανακοίνωσε ο πρόεδρος του τριμελούς δικαστηρίου.
Σύμφωνα με το δικαστήριο, το γεγονός ότι οι δύο κατηγορούμενοι συνέχισαν να απαιτούν «το τέλος του καθεστώτος του ενός και μοναδικού κόμματος» μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου περί εθνικής ασφαλείας συνιστά παραβίαση του κινεζικού συντάγματος, ακόμη και αν «ποτέ δεν χρησιμοποίησαν ή προώθησαν την βία».
Οι καταδικασθέντες «ήθελαν να βλάψουν την εμπιστοσύνη στο Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα τροφοδοτώντας την εχθρότητα και σπείροντας την διχόνοια».
Οι κατηγορίες επισείουν ποινές κάθειρξης έως 10 ετών. Οι δύο καταδικασθέντες είναι φυλακισμένοι από την απαγγελία των εναντίον τους κατηγοριών το 2021 και παρέμειναν σιωπηλοί κατά την ανακοίνωση της καταδικαστικής απόφασης.
Ενας τρίτος ακτιβιστής, ο 74χρονος Αλμπερτ Χο, που αντιμετωπίζει το ίδιο κατηγορητήριο, δήλωσε ένοχος, γεγονός που ανοίγει την πόρτα για μείωση ποινής.
Η Τσόου Χάνγκ-τουνγκ, δικηγόρος που υπερασπίσθηκε τον εαυτό της κατά την διάρκεια της δίκη της, δημοσίευσε στο blog της πώς έχει αλλάξει η μεταχείρισή της κατά την διάρκεια της δίκης.
«Αντί να μου περνούν απλώς χειροπέδες, πλέον με ακινητοποιούν πλήρως με χειροπέδες, με σίδερα στα πόδια, μία αλυσίδα στην μέση και μία αλυσίδα στις γάμπες και οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι με πηγαίνουν με αλυσίδα όπως τους σκύλους με λουρί».
Ο εκπρόσωπος της Διεθνούς Αμνηστίας Φερνάντο Τσουνγκ καταγγέλλει μία εξοργιστική απόφαση, διότι σηματοδοτεί μία νέα φάση στην εκστρατεία της κυβέρνησης να σβήσει την κληρονομιά του ακτιβισμού.
Η δίκη αυτή «στέλνει ένα ισχυρό και παγερό μήνυμα στην κοινωνία των πολιτών: κάθε κριτική στο Κράτος και τις πολιτικές του, ακόμη και αν διατυπώνεται κατά ειρηνικό τρόπο, δεν είναι πλέον καλοδεχούμενη στο Χονγκ Κονγκ», δηλώνει η Urania Chiu, καθηγήτρια του Δικαίου στο πανεπιστήμιο Oxford Brookes.
Οι κινεζικές αρχές έχουν συλλάβει 415 ανθρώπους για διάφορους λόγους που συνδέονται με την εθνική ασφάλεια. Οι 185 έχουν κριθεί ένοχοι.
Πηγή: ΚΥΠΕ






