Διεθνής Τύπος: Ο αποκλεισμός του Ορμούζ πιέζει το Ιράν όμως δεν είναι αποτελεσματικός, η Ουκρανία ζητά εκεχειρία όχι ειρήνη

ΠΟΛΙΤΗΣ NEWS

Header Image

Η διεθνής επικαιρότητα σημαδεύτηκε από την πίεση στο Ιράν, τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις νέες γεωπολιτικές ισορροπίες.

Την εβδομάδα που πέρασε στιγμάτισε η πολυμέτωπη οικονομική και ναυτική πίεση της Ουάσιγκτον κατά της Τεχεράνης: ο αποκλεισμός στα Στενά του Ορμούζ στεγνώνει τα πετρελαϊκά έσοδα του Ιράν, ωστόσο η αποτελεσματικότητά του κρίνεται περιορισμένη όσο το Πεκίνο μένει εκτός πλαισίου, ενώ αναλυτές προειδοποιούν ότι η ασφυξία μπορεί να ωθήσει την Τεχεράνη σε ασύμμετρες απαντήσεις κατά των ενεργειακών υποδομών του Ισραήλ και να εξαντλήσει τα αμυντικά «μαξιλάρια» των ασιατικών οικονομιών. Παράλληλα, η σύγκρουση στην Ουκρανία εισήλθε σε νέα διπλωματική φάση: οι αμερικανικές επαφές στη Μόσχα και στο Κίεβο ανέδειξαν το χάσμα ανάμεσα στη ρωσική επιδίωξη για οριστική πολιτική διευθέτηση και την ουκρανική προτίμηση για εκεχειρία, ενώ στις Βρυξέλλες αναζωπυρώθηκε η συζήτηση για τα δεσμευμένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία. Στο περιθώριο, η συμφωνία για το πετρέλαιο της Βενεζουέλας, τα όρια της κινεζικής ανόδου και ο αμυντικός διάλογος Πεκίνου–Οτάβα συνέθεσαν την εικόνα μιας τεταμένης, πολυπολικής εβδομάδας.

Ο δυτικός Τύπος

Την ασφυκτική πίεση που ασκεί ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός στις ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου καταγράφουν οι Γκέοργκι Κάντσεφ και Σάμερ Σάιντ σε δημοσίευμα της Wall Street Journal με τίτλο «Τα πετρελαϊκά δολάρια του Ιράν στερεύουν και το βυθίζουν βαθύτερα σε κρίση», το οποίο δημοσιεύτηκε στις 7 Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας παρακολούθησης πλοίων Kpler, κανένα φορτίο ιρανικού αργού δεν έχει διασχίσει τον αποκλεισμό από την επαναφορά του στα μέσα Ιουλίου, ενώ τα αποθέματα που είχαν φορτωθεί σε δεξαμενόπλοια εκτός αποκλεισμού έχουν υποχωρήσει από 90 σε 29 εκατομμύρια βαρέλια και εκτιμάται ότι θα εξαντληθούν έως τα μέσα Οκτωβρίου. Το ρεπορτάζ υπογραμμίζει ότι ο αποκλεισμός στερεί από την Τεχεράνη την κύρια πηγή συναλλάγματος, με το ριάλ να βυθίζεται, τον πληθωρισμό να ξεπερνά το 80% και το ΔΝΤ να προβλέπει τη χειρότερη οικονομική συρρίκνωση από τη δεκαετία του 1980. Παράλληλα, κινεζικοί αγοραστές στρέφονται σε σαουδαραβικό, ιρακινό και εμιρατινό αργό, ενώ τα ΗΑΕ έχουν σε μεγάλο βαθμό αναστείλει τις εμπορικές συναλλαγές με το Ιράν. Ωστόσο, αξιωματούχοι του Κόλπου και αναλυτές που επικαλείται η εφημερίδα, αμφιβάλλουν ότι η οικονομική πίεση θα αναγκάσει την Τεχεράνη να προβεί σε παραχωρήσεις στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, προειδοποιώντας αντιθέτως για πιθανότητα νέων ιρανικών αντεπιθέσεων.

Την κρίσιμη αδυναμία της αμερικανικής εκστρατείας οικονομικής πίεσης κατά του Ιράν - το γεγονός ότι δεν αγγίζει την Κίνα - αναλύουν οι Χένρι Τάγκεντχατ και Γκραντ Ράμλεϊ σε άρθρο στο Foreign Policy με τίτλο «Η Κίνα δεν φοβάται τη στεγανοποίηση του Τραμπ στο Ιράν» (ημερομηνία πρόσβασης: 8 Σεπτεμβρίου). Οι αρθρογράφοι επισημαίνουν ότι, ενώ ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ υποσχέθηκε να «αποκόψει κάθε οικονομική αρτηρία» του ιρανικού καθεστώτος, απέφυγε να κατονομάσει τη σημαντικότερη από όλες: το Πεκίνο, που αγοράζει περίπου το 90% του ιρανικού πετρελαίου μέσω «σκιωδών στόλων» και προσφέρει στην Τεχεράνη πρόσβαση στο εναλλακτικό τραπεζικό σύστημα CIPS. Η απρόθυμη αντίδραση της Κίνας αποδίδεται στο γεγονός ότι διαθέτει ισχυρά αντίμετρα: το νέο νομικό πλαίσιο «κανόνων αποκλεισμού» που απαγορεύει στις κινεζικές εταιρείες να συμμορφώνονται με τις αμερικανικές κυρώσεις και, κυρίως, τη δυνατότητα απαγόρευσης εξαγωγών σπάνιων γαιών, που στο παρελθόν παρέλυσε κλάδους της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανίας. Κατά τους συντάκτες, ούτε η Ουάσιγκτον ούτε το Πεκίνο επιθυμούν αναζωπύρωση του εμπορικού πολέμου, ενόψει και της προγραμματισμένης συνόδου Τραμπ–Σι. Έτσι, η «οικονομική απόβαση» κατά του Ιράν παραμένει ημίμετρο - εξέλιξη που, όπως εκτιμούν, μπορεί τελικά να ωφελήσει την Τεχεράνη.

Τη σκληρή κριτική στη συμφωνία Τραμπ–Ροντρίγκεθ για το πετρέλαιο της Βενεζουέλας ασκεί ο Μπόρις Μουνιός σε άρθρο γνώμης στην El País με τίτλο «Πούλησαν τη Βενεζουέλα με τους Βενεζουελάνους μέσα», το οποίο δημοσιεύτηκε στις 7 Σεπτεμβρίου. Ο αρθρογράφος χαρακτηρίζει τη συμφωνία «φαουστική»: η τσαβιστική ηγεσία εξασφαλίζει πολιτική επιβίωση, ενώ η Ουάσιγκτον αποκτά προνομιακή πρόσβαση στα κοιτάσματα και άνευ προηγουμένου εποπτεία της οικονομίας, με παραχώρηση στις ΗΠΑ του 35% του 55% της πετρελαϊκής παραγωγής σε πτώχευτικές τιμές και για έναν αιώνα. Ιδιαίτερο βάρος δίνει ο Μουνιός στον ρόλο του επιχειρηματία Αλεχάντρο Μπετανκούρ ως γέφυρας μεταξύ της μετα-Μαδούρο τάξης πραγμάτων και των συμφερόντων της Ουάσιγκτον, καθώς και στη δήλωση Τραμπ ότι η χώρα «δεν είναι έτοιμη» για εκλογές, την οποία ερμηνεύει ως απόρριψη της δημοκρατικής ανανέωσης προς όφελος της σταθερότητας που εξυπηρετεί τη νέα αρχιτεκτονική εξουσίας. Καλεί δε τη Μαρία Κορίνα Ματσάδο να μην παγιδευτεί στη λογική της συμφωνίας, αλλά να επιστρέψει στη χώρα, να ανασυντάξει την αντιπολίτευση και να διεκδικήσει ελεύθερες εκλογές, ακολουθώντας το παράδειγμα του Καναδού πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ που αντιτάχθηκε στον Τραμπ.

Τα όρια της ανόδου της Κίνας απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες εξετάζει σε συνέντευξή του στη Le Monde ο ερευνητής Νταν Ουάνγκ (συνέντευξη στον Πασκάλ Ρισέ, με τίτλο «Η Κίνα δεν θα αντικαταστήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως παγκόσμια δύναμη» με ημερομηνία πρόσβασης: 8 Σεπτεμβρίου). Ο συγγραφέας του βιβλίου «Breakneck» περιγράφει την Κίνα ως «κοινωνία μηχανικών» και τις ΗΠΑ ως «κοινωνία νομικών», αντιπαραβάλλοντας την ολοκλήρωση του τρένου υψηλής ταχύτητας Πεκίνο–Σαγκάη σε τρία χρόνια με το αντίστοιχο έργο στην Καλιφόρνια που παραμένει ημιτελές δύο δεκαετίες μετά την έγκρισή του. Ο Ουάνγκ αμφισβητεί ωστόσο το σενάριο κινεζικής υπεροχής: ο ρυθμός σύγκλισης των δύο οικονομιών αντιστράφηκε μετά το 2021, η ανεργία των νέων πλησιάζει το 20%, οι δημογραφικές προοπτικές επιδεινώνονται και το πολιτικό σύστημα του Σι Τζινπίνγκ εγείρει αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητά του. Προειδοποιεί, παράλληλα, ότι η Κίνα μπορεί να μην γίνει παγκόσμια υπερδύναμη, αλλά καθίσταται «υπερδύναμη της μεταποίησης», κερδίζοντας μερίδια στις βιομηχανίες του μέλλοντος - καθαρές τεχνολογίες, βιοτεχνολογίες, ημιαγωγούς - ενώ η Δύση, με την Ευρώπη να επιβαρύνεται από πενταπλάσιο κόστος ενέργειας, χάνει έδαφος.

Ο Τύπος της Μέσης Ανατολής

Την εκτίμηση ότι το Τελ Αβίβ επιδιώκει να σύρει το Ιράν στον πόλεμο του Λιβάνου διατυπώνει σε συνέντευξή του στο Khabar Online ο πρώην πρεσβευτής του Ιράν σε Λίβανο και Κουβέιτ Μοχάμαντ Ιρανί (συνέντευξη στον Μοχάμαντ Αρέφ Μοεζί με τίτλο «Νέα παγίδα για το Ιράν;», η οποία δημοσιεύτηκε στις 9 Σεπτεμβρίου). Ο Ιρανός διπλωμάτης αποδίδει την κλιμάκωση των ισραηλινών πληγμάτων στον νότιο Λίβανο -παράλληλα με τις διαπραγματεύσεις Βηρυτού–Τελ Αβίβ- στις εσωτερικές πολιτικές ανάγκες του Νετανιάχου, ο οποίος, με δεδομένη την επιδείνωση της εκλογικής του θέσης, χρειάζεται όξυνση του στρατιωτικού κλίματος ώστε να ενισχύσει το προφίλ του έναντι των ακραίων αντιπάλων του. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ισραηλινοί ισχυρισμοί περί κατάληψης των υψωμάτων Αλί αλ-Ταχέρ, που εποπτεύουν τη Ναμπατίγε και τον ποταμό Λιτάνι, κρίνονται πιθανώς υπερβολικοί και προεκλογικά προσανατολισμένοι, αν και ο συνομιλητής παραδέχεται τη στρατηγική τους σημασία λόγω των τούνελ και των θέσεων παρακολούθησης της Χεζμπολάχ. Ως προς το ενδεχόμενο ισραηλινής αποχώρησης, ο Ιρανί επισημαίνει το αδιέξοδο που δημιουργεί η συμφωνία-πλαίσιο της 26ης Ιουνίου: η Χεζμπολάχ, καθώς δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος, δεν θεωρεί ότι δεσμεύεται και απορρίπτει την εξίσωση «αφοπλισμός έναντι αποχώρησης», καθιστώντας απίθανη οποιαδήποτε σύντομη υποχώρηση του Ισραήλ.

Τον κίνδυνο μεταφοράς της σύγκρουσης από τον Περσικό Κόλπο στην Ανατολική Μεσόγειο αναλύει ο Αμίν Αγιούμπ στο Ynet με τίτλο «Η παγίδα του Χαργκ: πώς τα αμερικανικά πλήγματα στον Ορμούζ θέτουν σε κίνδυνο τις ενεργειακές υποδομές του Ισραήλ», το οποίο δημοσιεύτηκε στις 9 Σεπτεμβρίου. Ο αναλυτής του Middle East Forum επισημαίνει ότι τα αμερικανικά πλήγματα της 5ης και 8ης Σεπτεμβρίου κατά ιρανικών δεξαμενόπλοιων κοντά στο νησί Χαργκ και το λιμάνι Τζασκ, μολονότι πλήττουν σοβαρά τις εξαγωγές της Τεχεράνης, ωθούν το Ιράν σε ασύμμετρη υποκατάσταση στόχων: αντί να συγκρουστεί ευθέως με τον αμερικανικό στόλο, η Τεχεράνη έχει ισχυρά κίνητρα να στραφεί —μέσω της Χεζμπολάχ και κατευθυνόμενων πυραύλων κρουζ— στις υπεράκτιες πλατφόρμες φυσικού αερίου Λεβιάθαν, Ταμάρ και Καρίς, που καλύπτουν περίπου το 70% της ηλεκτροπαραγωγής του Ισραήλ. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η υποθαλάσσια διάσταση, μετά την κατάσχεση αμερικανικού αυτόνομου υποβρύχιου οχήματος από τους Φρουρούς της Επανάστασης, εξέλιξη που αναδεικνύει την ευπάθεια αγωγών και υποθαλάσσια καλώδια. Ο αρθρογράφος καλεί την Ιερουσαλήμ να εγκαταλείψει την τακτική των προληπτικών διακοπών λειτουργίας και να υιοθετήσει δόγμα «προωθημένης αποτροπής», καθιστώντας σαφές ότι κάθε επίθεση θα τιμωρείται με αντίποινα κατά των ιρανικών ενεργειακών υποδομών, ενώ προτείνει τη μετατροπή της συμφωνίας «Ασπίδα του Αχιλλέα» με την Ελλάδα σε μόνιμο σχήμα αποτροπής πρόσβασης από τη Χάιφα έως την Κρήτη.

Ο Τύπος της Ασίας

Την εξάντληση του «μαξιλαριού» ανθεκτικότητας της Ασίας απέναντι στην ενεργειακή κρίση του Ορμούζ καταγράφει ο Γουίλιαμ Πέσεκ στο Asia Times με τίτλο «Το πετρελαϊκό απόθεμα ασφαλείας της Ασίας στον Ορμούζ εξαντλείται», το οποίο δημοσιεύτηκε στις 9 Σεπτεμβρίου. Με το αργό να πλησιάζει ξανά τα 100 δολάρια και την Goldman Sachs να προειδοποιεί ότι μπορεί να φθάσει τα 120, ο αρθρογράφος σημειώνει ότι ο πόλεμος Τραμπ–Ιράν, που πλησιάζει τον έβδομο μήνα, βρίσκει τους ασιατικούς εισαγωγείς -Ιαπωνία, Νότια Κορέα, Ινδία, ASEAN- με περιορισμένα πλέον δημοσιονομικά περιθώρια μετά τις επιδοτήσεις καυσίμων της πρώτης φάσης της κρίσης. Επιβαρυντικοί παράγοντες αποτελούν το ισχυρό δολάριο, το ενδεχόμενο νέας αύξησης επιτοκίων της Fed και οι αποδόσεις των ιαπωνικών ομολόγων σε τριακονταετή υψηλά κοντά στο 3%, ασκώντας έντονες πιέσεις στην κυβέρνηση Τακάουτσι. Αν και η Κίνα απορρόφησε αρχικά το σοκ μέσω αποθεμάτων και ανανεώσιμων, η οικονομία σε σχήμα «Κ» της -ισχυρές εξαγωγές, αδύναμη εσωτερική ζήτηση— περιορίζει πλέον τον ρόλο της ως ασπίδας. Ο Πέσεκ συνδέει την κρίση με τη διάβρωση της εμπιστοσύνης στο δολάριο και τα αμερικανικά ομόλογα, υπενθυμίζοντας την πρώτη από το 1998 κοινή παρέμβαση Ουάσιγκτον–Τόκιο υπέρ του γεν, και καταλήγει πως η Ασία είναι σημαντικά πιο εκτεθειμένη απ’ όσο αποτιμούν οι αγορές.

Την άποψη ότι η επανέναρξη του αμυντικού διαλόγου Κίνας–Καναδά δεν χρειάζεται «την έγκριση τρίτων» υποστηρίζει κύριο άρθρο της Global Times με τίτλο «Ο κανονικός αμυντικός διάλογος Κίνας-Καναδά δεν χρειάζεται την έγκριση τρίτων», το οποίο φιλοξενεί το People's Daily και δημοσιεύτηκε στις 9 Σεπτεμβρίου. Αφορμή αποτελεί ο πέμπτος μηχανισμός αμυντικού συντονισμού Πεκίνου - Οτάβα, ο πρώτος ύστερα από οκτώ χρόνια, ο οποίος πυροδότησε στη δυτική δημόσια σφαίρα -όπως καταγγέλλει το κείμενο- παράλογες θεωρίες περί «στρατιωτικής συμμαχίας» Κίνας–Καναδά. Το κύριο άρθρο αποδίδει τις αντιδράσεις στο βαθύ ρήγμα Ουάσιγκτον–Οτάβα: από τις 22 Αυγούστου οι ΗΠΑ επιβάλλουν δασμούς 50% σε καναδικά προϊόντα αξίας 20 δισ. δολαρίων, ο Καναδάς απάντησε με αντίμετρα στις 8 Σεπτεμβρίου, ενώ η Ουάσιγκτον απείλησε με αποκλεισμό της Bombardier και αποκαλεί τον πρωθυπουργό Κάρνεϊ «κυβερνήτη». Κατά τους συντάκτες, η υπερευαισθησία απορρέει από «ηγεμονικό τρόπο σκέψης» που αρνείται να αντιμετωπίσει τον Καναδά ως κυρίαρχο κράτος, τη στιγμή που η Οτάβα —μετά και την επίσκεψη Κάρνεϊ στην Κίνα— διεκδικεί στρατηγική αυτονομία απορρίπτοντας τον ρόλο του «υποτελούς». Το κείμενο καταλήγει ότι η τάση προς έναν πολυπολικό κόσμο είναι μη αναστρέψιμη και κανείς τρίτος δεν δικαιούται να υπαγορεύει τους όρους των διμερών σχέσεων.

Ο Τύπος της Ρωσίας και της Ουκρανίας

Το χάσμα στόχων μεταξύ Κιέβου και Μόσχας, που αναδείχθηκε από τις επισκέψεις των Αμερικανών απεσταλμένων Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ στη Μόσχα και στο Κίεβο και την τηλεφωνική επικοινωνία Πούτιν–Τραμπ, αναλύει ο Σεργκέι Στροκάν σε άρθρο του στην Kommersant με τίτλο «Η Ουκρανία θα συνεχίσει να πολεμά», το οποίο δημοσιεύτηκε στις 9 Σεπτεμβρίου. Η Μόσχα, σύμφωνα με τον αρθρογράφο, επιδιώκει ταχεία πολιτική διευθέτηση, κλιμακώνοντας παράλληλα τα πλήγματα και την προέλαση προς Σλαβιάνσκ και Κραματόρσκ, και προειδοποιεί ότι όσο καθυστερούν οι διαπραγματεύσεις τόσο θα χειροτερεύουν οι όροι για το Κίεβο. Αντιθέτως, το Κίεβο θέτει ως πρώτιστο στόχο την εκεχειρία -κυρίως την αμοιβαία διακοπή των πληγμάτων σε ενεργειακές υποδομές και στη μεταφορά σιτηρών-, υπολογίζοντας να κερδίσει χρόνο ώσπου να αλλάξει ο πολιτικός κύκλος στις ΗΠΑ μετά τις εκλογές του Κογκρέσου τον Νοέμβριο, οπότε η ειρηνευτική δραστηριότητα του Τραμπ ενδέχεται να περιοριστεί. Σε αυτό το πλαίσιο, ο συντάκτης δίνει ιδιαίτερο βάρος στις δηλώσεις του Υφυπουργού Άμυνας των ΗΠΑ Ελμπριτζ Κόλμπι, ο οποίος προειδοποίησε από τις Βρυξέλλες ότι η Ουάσιγκτον πρέπει να ετοιμάζεται για παρατεταμένη σύγκρουση και ότι οι ανάγκες της Ουκρανίας θα διαρκέσουν «μήνες και χρόνια» - επιβεβαιώνοντας, κατά τον Στροκάν, ότι οι προϋποθέσεις πολιτικής λύσης απουσιάζουν παρά την αισιοδοξία των Αμερικανών διαπραγματευτών.

Την ανανεωμένη πίεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την αξιοποίηση των δεσμευμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων προς όφελος της Ουκρανίας καταγράφει ο Κρις Πάουερς σε αποκλειστικό ρεπορτάζ του Kyiv Independent με τίτλο «Ευρωβουλευτές υποστηρίζουν την πίεση για χρήση 200 δισ. ευρώ ρωσικών περιουσιακών στοιχείων προς όφελος της Ουκρανίας», το οποίο δημοσιεύτηκε στις 9 Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με το κείμενο, 122 ευρωβουλευτές απέστειλαν ανοικτή επιστολή στους ηγέτες της ΕΕ ζητώντας την επείγουσα χρήση 200 δισ. ευρώ από τα παγωμένα ρωσικά αποθέματα, με πρωτοβουλία της Σουηδέζας Κάριν Κάρλσμπρο, η οποία τονίζει ότι η Ουκρανία χρειάζεται μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση τώρα και ότι η κίνηση θα έστελνε στον Πούτιν το μήνυμα ότι ο χρόνος δεν εργάζεται υπέρ της Ρωσίας. Το ρεπορτάζ υπενθυμίζει ότι η προσπάθεια ναυάγησε τον Δεκέμβριο του 2025 λόγω βελγικών επιφυλάξεων για νομικούς κινδύνους, καθώς 180 δισ. ευρώ φυλάσσονται στη Euroclear. Ως διέξοδο, οι ευρωβουλευτές προτείνουν τη μεταφορά των λογαριασμών σε νέο ευρωπαϊκό μηχανισμό-θεματοφύλακα, που θα αναλαμβάνει συλλογικά τις νομικές υποχρεώσεις έναντι της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας -πρόταση που είχε διατυπώσει νωρίτερα ο Ουκρανός Υπουργός Οικονομικών Σερχίι Μαρτσένκο-, ώστε το Βέλγιο να μην επωμίζεται μόνο του την ευθύνη. Σημειώνεται, τέλος, ότι η Κάρλσμπρο και άλλοι ευρωβουλευτές συζητούν το θέμα και με τον Γάλλο πρόεδρο Μακρόν, καθώς η Γαλλία κατέχει 19 δισ. ευρώ ρωσικών περιουσιακών στοιχείων.

ΠΗΓΗ: ΚΥΠΕ

ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Λογότυπο Altamira

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.

Διαβάστε περισσότερα