Στην Ουγγαρία σήμερα η μάχη δεν θα δοθεί μόνο στην κάλπη. Θα δοθεί και μέσα σε ένα εκλογικό σύστημα που το Fidesz έχει «ράψει» στα μέτρα του εδώ και χρόνια.
Απέναντί του ο 62χρονος πρωθυπουργός έχει τον πρώην σύμμαχό του, τον 45χρονο Πέτερ Μαγιάρ, ο οποίος κατάφερε να συγκροτήσει ένα αντιπολιτευόμενο κίνημα γύρω από το κεντροδεξιό κόμμα του, το Tisza, το οποίο δημοσκοπήσεις ανεξάρτητων ινστιτούτων έδειξαν ότι έχει μεγάλη πιθανότητα να κερδίσει τις εκλογές.
Αν έβλεπε κανείς μόνο τις δημοσκοπήσεις, το συμπέρασμα θα έμοιαζε σχεδόν αυτονόητο. Ο Βίκτορ Όρμπαν βαδίζει προς ήττα. Η αντιπολίτευση, με αιχμή το Τίσα, εμφανίζεται να προηγείται και να διεκδικεί με σοβαρές αξιώσεις την πρώτη θέση στην κάλπη για το νέο ουγγρικό Κοινοβούλιο. Μόνο που στην Ουγγαρία του 2026, η πρώτη ανάγνωση δύσκολα είναι και η σωστή.
Το πρόβλημα για την αντιπολίτευση δεν είναι μόνο αν θα έρθει πρώτη σε ψήφους. Είναι αν αυτό θα αρκεί. Και εκεί ακριβώς αρχίζει η πραγματική ιστορία αυτής της εκλογικής αναμέτρησης.
Το σύστημα που έχει οικοδομήσει ο Όρμπαν στα 16 χρόνια της αδιάλειπτης κυριαρχίας του δεν καταργεί την ψήφο. Δεν ακυρώνει τυπικά την εκλογική διαδικασία. Κάνει όμως κάτι πιο σύνθετο και τελικά πιο αποτελεσματικό - μετατρέπει μια ελεύθερη εκλογή σε μια αναμέτρηση άνιση από την αφετηρία της. Γι’ αυτό και η φράση που ακούγεται όλο και περισσότερο στη Βουδαπέστη συνοψίζει αρκετά καλά το ουγγρικό παράδοξο: οι εκλογές είναι ελεύθερες, αλλά όχι πλήρως δίκαιες.
Ο Αυστριακός ακαδημαϊκός Ραλφ Σέλχαμερ το έθεσε σκωπτικά, αλλά εύστοχα. Το ουγγρικό εκλογικό σύστημα, είπε, είναι ακριβώς αυτό που θα περίμενε κανείς από μια χώρα που επινόησε τον Κύβο του Ρούμπικ. Πολύπλοκο, πολυεπίπεδο και σχεδιασμένο έτσι ώστε η τελική εικόνα να μην είναι ποτέ τόσο απλή όσο δείχνει στην αρχή.
Οι κάλπες άνοιξαν – η δύσκολη πορεία μόλις άρχισε
Η βαθύτερη δύναμη του Όρμπαν δεν βρίσκεται μόνο στην κομματική του μηχανή ή στην πολιτική του επιβίωση. Βρίσκεται στο ότι επί χρόνια ξαναέγραψε τους κανόνες του παιχνιδιού. Από τότε που επέστρεψε στην εξουσία το 2010, το Fidesz προχώρησε σε διαδοχικές αλλαγές του εκλογικού πλαισίου. Η πιο δραστική ήρθε με τη μείωση των κοινοβουλευτικών εδρών από 386 σε 199. Η απόφαση αυτή δεν ήταν μια τεχνική μεταρρύθμιση. Άνοιξε τον δρόμο για πλήρη αναχάραξη των εκλογικών περιφερειών. Και αυτή η χαρτογράφηση δεν έμεινε σταθερή. Τροποποιήθηκε ξανά και το 2024.
Οι επικριτές του Όρμπαν υποστηρίζουν ότι η λογική των αλλαγών ήταν σαφής. Οι περιοχές που κλίνουν προς την αντιπολίτευση συγκεντρώθηκαν σε μεγαλύτερες περιφέρειες. Οι περιοχές όπου το Fidesz έχει ισχυρά ερείσματα κατανεμήθηκαν σε μικρότερες. Το αποτέλεσμα είναι πολιτικά απλό, ακόμη κι αν τεχνικά φαίνεται περίπλοκο - η ψήφος δεν μετρά παντού το ίδιο.
Αυτό σημαίνει ότι σε αγροτικές και επαρχιακές περιοχές, όπου το Fidesz διατηρεί παραδοσιακά υψηλή επιρροή, μπορεί να χρειάζονται λιγότερες ψήφοι για να εκλεγεί ένας βουλευτής απ’ ό,τι σε αστικά κέντρα που τείνουν να στηρίζουν την αντιπολίτευση.
Το παράδειγμα είναι αποκαλυπτικό. Η περιφέρεια Budapest 16 αριθμεί περισσότερους από 83.000 ψηφοφόρους και εξέλεξε βουλευτή της αριστεράς. Η Tolna 02, που εκπροσωπείται από το Fidesz, έχει περίπου 56.000 ψηφοφόρους. Με άλλα λόγια, η αριθμητική της αντιπροσώπευσης δεν είναι ουδέτερη. Είναι πολιτικά φορτισμένη.
Έτσι, πριν πέσει το πρώτο ψηφοδέλτιο στην κάλπη, το έδαφος έχει ήδη βάρος. Και αυτό το βάρος ευνοεί τον Όρμπαν.
Ο μηχανισμός που διογκώνει τη νίκη
Σαν να μην έφτανε αυτό, το ουγγρικό σύστημα διαθέτει και δεύτερη στρώση προστασίας για το κυβερνών κόμμα. Δεν αρκείται στο να δίνει προβάδισμα εκκίνησης. Μπορεί και να μεγεθύνει τη νίκη όταν αυτή έρθει.
Οι Ούγγροι ψηφίζουν ουσιαστικά με δύο διαφορετικά ψηφοδέλτια. Το πρώτο αφορά τον τοπικό βουλευτή, ο οποίος εκλέγεται με πλειοψηφικό τρόπο στην περιφέρειά του. Από εκεί προκύπτουν 106 έδρες. Το δεύτερο αφορά τις εθνικές κομματικές λίστες, από τις οποίες κατανέμονται αναλογικά άλλες 103 έδρες.
Στην πράξη, όμως, το σύστημα δεν λειτουργεί ως μια καθαρή συνύπαρξη πλειοψηφικού και αναλογικού μοντέλου. Μέσω μιας περίπλοκης μαθηματικής φόρμουλας - του γνωστού πίνακα ντ’ Οντ - μέρος των ψήφων από τις τοπικές αναμετρήσεις μεταφέρεται στις κομματικές λίστες με τρόπο που, στις προηγούμενες εκλογές, ευνόησε σαφώς το Fidesz.
Αυτός είναι και ο λόγος που το κυβερνών κόμμα μπορεί να μετατρέπει μια ισχυρή επίδοση σε κυριαρχία. Στις εκλογές του 2022, το Fidesz κέρδισε το 37% των ψήφων, αλλά κατέληξε με το 68% των εδρών.
Το όριο του 5% για την είσοδο στη Βουλή ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή τη λογική. Αν μικρότερα κόμματα μείνουν εκτός, οι ψήφοι τους ουσιαστικά ανακατανέμονται υπέρ όσων επιβιώνουν, με πρώτο ωφελημένο συχνά το ισχυρότερο οργανωμένο κόμμα. Στην Ουγγαρία των τελευταίων ετών, αυτό ήταν σταθερά το Fidesz.
Υπάρχει βέβαια ένας περιορισμός σε αυτή τη μηχανική. Το εκλογικό σύστημα μπορεί να διογκώσει την έκταση της νίκης, δεν έχει όμως μέχρι σήμερα αναδείξει πρώτο σε έδρες ένα κόμμα που ήρθε δεύτερο σε ψήφους. Με άλλα λόγια, η αντιπολίτευση για να ελπίζει ρεαλιστικά σε εξουσία, δεν αρκεί να πλησιάσει. Πρέπει να κερδίσει καθαρά.
Η μάχη των δημοσκοπήσεων
Σε ένα τόσο πολωμένο περιβάλλον, οι δημοσκοπήσεις δεν λειτουργούν μόνο ως εργαλεία μέτρησης. Λειτουργούν και ως πολιτικά όπλα.
Το Τίσα επικαλείται μετρήσεις που το δείχνουν μπροστά, ακόμη και με προοπτική ισχυρής κοινοβουλευτικής υπεροχής. Το Fidesz προβάλλει άλλες, που το εμφανίζουν να διατηρεί πλεονέκτημα σε κρίσιμες περιφέρειες. Καμία πλευρά δεν αποδέχεται ως ουδέτερη τη μέτρηση που ευνοεί την άλλη.
Η Median, μία από τις πιο γνωστές εταιρείες δημοσκοπήσεων στην Ουγγαρία, δημοσίευσε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία το Τίσα προηγείται τόσο καθαρά ώστε θα μπορούσε ακόμη και να προσεγγίσει πλειοψηφία δύο τρίτων. Η αντίδραση των φιλοκυβερνητικών σχολιαστών ήταν άμεση. Έθεσαν στο στόχαστρο τον ιδρυτή και επικεφαλής της εταιρείας, Έντρε Χαν, λόγω του αριστερού πολιτικού παρελθόντος του και της παλαιότερης δημόσιας εχθρότητάς του προς το Fidesz.
Ο ίδιος απορρίπτει τις αιτιάσεις περί μεροληψίας. Υποστηρίζει ότι το πολιτικό του παρελθόν είναι γνωστό και δηλωμένο, σε αντίθεση - όπως αφήνει να εννοηθεί - με άλλους δημοσκόπους που εμφανίζονται ουδέτεροι ενώ δεν είναι.
Αυτή η σύγκρουση γύρω από τις μετρήσεις δεν είναι περιφερειακή. Είναι ενδεικτική του πόσο βαθιά έχει εισχωρήσει η πολιτική πόλωση σε κάθε επίπεδο της δημόσιας ζωής. Στην Ουγγαρία, ακόμη και η αποτύπωση της κοινής γνώμης αντιμετωπίζεται πια από μεγάλο μέρος του κοινού ως πεδίο μάχης.
Και γι’ αυτό κανένα προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε πολιτική βεβαιότητα.
Το μεγάλο όπλο του Όρμπαν
Αν υπάρχει μία στρέβλωση ακόμη πιο καθοριστική από τη χάραξη των περιφερειών, αυτή βρίσκεται στα μέσα ενημέρωσης. Το Fidesz δεν ελέγχει μόνο το θεσμικό έδαφος της αναμέτρησης. Ελέγχει σε μεγάλο βαθμό και το επικοινωνιακό του περιβάλλον. Αυτό σημαίνει ότι ο αγώνας για την ψήφο δεν γίνεται σε κοινό πεδίο προβολής, πρόσβασης και επιρροής.
Οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς έχουν κατηγορηθεί επανειλημμένα ότι λειτουργούν ως μηχανισμός κυβερνητικής γραμμής. Παράλληλα, μεγάλο μέρος του ιδιωτικού μιντιακού τοπίου βρίσκεται είτε υπό άμεσο κυβερνητικό έλεγχο είτε στα χέρια επιχειρηματιών που διατηρούν στενούς δεσμούς με το Fidesz.
Η εικόνα που έχει διαμορφωθεί δεν αφορά απλώς μια κυβέρνηση με ευνοϊκή κάλυψη. Αφορά ένα οικοσύστημα όπου η πληροφόρηση, η πολιτική αφήγηση και η εκλογική κινητοποίηση συνδέονται όλο και πιο ασφυκτικά με το κυβερνών στρατόπεδο.
Οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα περιέγραψαν πρόσφατα την κατάσταση με ιδιαίτερα σκληρούς όρους, υποστηρίζοντας ότι οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς έχουν μετατραπεί σε όργανα κυβερνητικής προπαγάνδας, ενώ τα ανεξάρτητα μέσα έχουν αποδυναμωθεί μέσω κρατικής διαφήμισης, πιέσεων, αδειοδοτικών παρεμβάσεων, παρακολουθήσεων, δυσφημιστικών εκστρατειών και εξαγορών από ολιγάρχες προσκείμενους στο καθεστώς.
Η εκτίμηση ότι το Fidesz και οι σύμμαχοί του ελέγχουν περίπου το 80% του μιντιακού τοπίου αποτυπώνει ακριβώς αυτό το πρόβλημα. Όχι μια απλή υπεροχή. Μια συνθήκη σχεδόν δομικής κυριαρχίας.
Σε τέτοιο περιβάλλον, η εκλογική μάχη δεν αφορά μόνο το ποιος πείθει περισσότερο. Αφορά και το ποιος ακούγεται περισσότερο, ποιος ακούγεται πρώτος και ποιος ακούγεται σχεδόν παντού.
Η κρίσιμη λεπτομέρεια της Κυριακής
Όλα αυτά σημαίνουν ότι η Κυριακή στην Ουγγαρία δεν θα είναι απλώς μια αναμέτρηση ανάμεσα στον Όρμπαν και στους αντιπάλους του. Θα είναι δοκιμασία για το αν ένα σύστημα φτιαγμένο να προστατεύει την εξουσία μπορεί να απορροφήσει ακόμη και μια πραγματική εκλογική φθορά.
Αν το Τίσα επιβεβαιώσει το προβάδισμά του στην ψήφο, το κρίσιμο ερώτημα δεν θα είναι μόνο πόσο μεγάλη θα είναι η διαφορά. Θα είναι αν αυτή η διαφορά θα είναι αρκετή για να σπάσει τη μηχανική υπεροχή του Fidesz στις έδρες. Εκεί ακριβώς βρίσκεται όλο το βάρος της αναμέτρησης.
Γιατί ο Όρμπαν δεν πηγαίνει στην κάλπη ως ένας απλός απερχόμενος ηγέτης που δοκιμάζεται από τη φθορά. Πηγαίνει έχοντας πίσω του ένα σύστημα το οποίο έχει αναμορφώσει επί χρόνια, βήμα βήμα, αλλαγή με την αλλαγή, έτσι ώστε η πολιτική του επιβίωση να μην εξαρτάται μόνο από τη λαϊκή του ισχύ, αλλά και από την αρχιτεκτονική της ίδιας της αναμέτρησης.
Αυτός είναι ο λόγος που οι δημοσκοπήσεις μπορεί να δείχνουν ήττα, αλλά το στρατόπεδο του Fidesz να μην δείχνει πανικό.
Και αυτός είναι ο λόγος που στην Ουγγαρία η κάλπη δεν αρκεί να μιλήσει. Πρέπει να μιλήσει καθαρά, δυνατά και χωρίς αμφισημίες. Αλλιώς, ο Όρμπαν μπορεί να χάσει έδαφος και παρ’ όλα αυτά να κρατήσει την εξουσία.
Πηγή: protothema.gr







