Τα σχέδια για τη ριζική αναμόρφωση του μακροπρόθεσμου προϋπολογισμού της ΕΕ κινδυνεύουν να αποδυναμώσουν την οικονομική εποπτεία, προειδοποίησε το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ), ενόψει της εκκίνησης των διαπραγματεύσεων του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου (ΠΔΠ) για την περίοδο 2028 - 2034, προτεινομένου ύψους €2 τρισ.
Έχοντας στο χαρτοφυλάκιό του τον έλεγχο των δαπανών της ΕΕ, το ΕΕΣ με έδρα το Λουξεμβούργο εξέτασε την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκδίδοντας 12 γνωμοδοτήσεις από τον Ιανουάριο. Εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ΕΕ, το ΕΕΣ εξέτασε τη νομοθεσία που αφορά από τη διακυβέρνηση και την ανταγωνιστικότητα έως την έρευνα, τη γεωργία και τη συνοχή, επισημαίνοντας ότι αυτή τη φορά τα πράγματα είναι διαφορετικά.
«Οι νομοθετικές προτάσεις για τον επόμενο πολυετή προϋπολογισμό της ΕΕ δείχνουν ότι δεν πρόκειται για μια συνηθισμένη πρακτική, αλλά για μια σημαντική αναθεώρηση», δήλωσε ,την Τρίτη, ο Πρόεδρος του ΕΕΣ, Τόνι Μέρφι, αναφερόμενος στην προγραμματισμένη μαζική αναδιάρθρωση που προτείνει η Κομισιόν στο προσχέδιο που έχει κατατεθεί, σημειώνοντας ότι «πολλές από τις προτεινόμενες ριζικές αλλαγές δεν αποτελούν εγγύηση για καλύτερες δαπάνες στο μέλλον».
Τα σημεία κριτικής του ΕΕΣ περιλαμβάνουν τη χρηματοδότηση, με το ΕΕΣ να σημειώνει στη θέση του, για το πακέτο εν συνόλω, ότι εάν οι νέες πηγές ιδίων πόρων δεν εγκριθούν, θα προκύψει σημαντικό έλλειμμα. Ο μεγάλος όγκος νέου δανεισμού ενδέχεται να επιβαρύνει τα κράτη μέλη σε συνθήκες ήδη τεταμένων δημοσιονομικών ισορροπιών, καθώς οι πρωτεύουσες θα πρέπει είτε να αυξήσουν τις πληρωμές τους, είτε ο προϋπολογισμός θα είναι μικρότερος.
Όσον αφορά την προστιθέμενη αξία που θα φέρει το νέο ΠΔΠ στην Ένωση, το ΕΕΣ σημειώνει ότι η Κομισιόν παρέλειψε να ορίσει με σαφήνεια πώς οι δαπάνες της ΕΕ αποφέρουν αξία πέραν των εθνικών δαπανών. Για την εναρμόνιση προτεραιοτήτων, επισημαίνεται ότι για μεγάλο μέρος του προτείνοντος προϋπολογισμού οι δαπάνες θα καθορίζονται από κράτη μέλη με αποκλίνοντα συμφέροντα, δυσχεραίνοντας την επίτευξη στόχων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Σχετικά με την απλούστευση, στη θέση του το ΕΕΣ υπογραμμίζει πως μείωση κανόνων και προγραμμάτων ενδέχεται να μετακυλίσει τη γραφειοκρατική επιβάρυνση από την Επιτροπή στα κράτη μέλη και τους δικαιούχους, ενώ τονίζει πως η συγχώνευση πολιτικών κινδυνεύει να υπονομεύσει τους επιμέρους στόχους τους.
Η αυξημένη ευελιξία μειώνει την προβλεψιμότητα, προσθέτει το ΕΕΣ, εκφράζοντας τον προβληματισμό του για τον αντίκτυπο που θα έχει κάτι τέτοιο όσον αφορά τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις. Επιπλέον, η μείωση της προβλεψιμότητας δεν εγγυάται αποτελεσματικότερη χρήση των κονδυλίων, και άρα την ενδελεχή απορρόφησή τους.
Επιπλέον, οι διασφαλίσεις για ορθή χρήση των πόρων της ΕΕ στηρίζονται υπερβολικά στους εθνικούς ελέγχους, που συχνά παρουσιάζουν αδυναμίες, σημειώνει το ΕΕΣ. Η Επιτροπή ενδέχεται να μην μπορεί να παράσχει στις αρχές απαλλαγής τις εγγυήσεις που απαιτεί η Συνθήκη.
Σχετικά με το πλαίσιο επιδόσεων του νέου ΠΔΠ, ο νέος σχεδιασμός που προτείνεται δεν επιτρέπει τη μέτρηση των πραγματικών αποτελεσμάτων για τους πολίτες, όπως επισημαίνει το ΕΕΣ, σημειώνοντας πως με αυτό τον τρόπο δεν διασφαλίζεται η αξιοπιστία των πληροφοριών επιδόσεων που αναφέρουν τα κράτη μέλη.
Επιπλέον, τίθεται θέμα ελεγξιμότητας, καθώς σύμφωνα με το ΕΕΣ, οι προτάσεις της Κομισιόν δεν κατοχυρώνουν με επαρκή σαφήνεια το δικαίωμα απρόσκοπτης πρόσβασής του ως ελεγκτικού μηχανισμού στις αναγκαίες πληροφορίες για την αξιολόγησή του.
Πηγή: ΚΥΠΕ







